Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2012

Ο ελληνικός εμφύλιος στην οθόνη


Η εκδήλωση αφιερώνεται στη μνήμη του Θόδωρου Αγγελόπουλου, καθώς ο εμφύλιος υπήρξε μια από τις κεντρικές συνιστώσες του κινηματογραφικού του έργου.

Η Ταινιοθήκη της Ελλάδος διοργανώνει σε συνεργασία με τα Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙ) και το τμήμα Επικοινωνίας και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης (ΕΜΜΕ) του Πανεπιστημίου Αθηνών το αφιέρωμα Ο ελληνικός εμφύλιος στην οθόνη. Το αφιέρωμα γίνεται επίσης σε συνεργασία με το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου (ΕΚΚ), τη Διεύθυνση-Μουσείου Αρχείου της ΕΡΤ, την Ταινιοθήκη του Βελγραδίου (Jugoslovenska Kinoteka) και τις εταιρείες διανομής Feelgood Entertainment, Νεανικό Πλάνο και Village Films.

Από τις 9 έως τις 15 Φεβρουαρίου 2012, στο φιλόξενο χώρο της Ταινιοθήκης, η κινηματογραφική αυλαία ανοίγει για μια εβδομάδα γεμάτη εκδηλώσεις και καθημερινές προβολές. Μοναδικά κινηματογραφικά τεκμήρια της εποχής, ταινίες μυθοπλασίας και ντοκιμαντέρ σχολιάζονται από τους δημιουργούς τους και άλλους ειδικούς και πλαισιώνονται από ευρύτερες εκδηλώσεις. Σε δύο στρογγυλές τράπεζες, στις 9 Φεβρουαρίου για τον εμφύλιο και τη μυθοπλασία και στις 13 Φεβρουαρίου για τον εμφύλιο και το ντοκιμαντέρ, σκηνοθέτες και άνθρωποι του κινηματογράφου, κοινωνιολόγοι και ιστορικοί συζητούν μεταξύ τους αλλά και μοιράζονται με το κοινό σκέψεις και απόψεις για τις ποικίλες αποτυπώσεις του εμφυλίου πολέμου στην οθόνη.

Η έναρξη του αφιερώματος θα γίνει την Πέμπτη 9 Φεβρουαρίου στις 19.30 με τη στρογγυλή τράπεζα με θέμα «Ο ελληνικός εμφύλιος στην οθόνη: η μυθοπλασία». Θα ακολουθήσει η τιμητική προβολή των Κυνηγών του Θεόδωρου Αγγελόπουλου στις 21.30.

Στη στρογγυλή τράπεζα συμμετέχουν: Παντελής Βούλγαρης-Σκηνοθέτης, Κώστας Βρεττάκος-Σκηνοθέτης, Μαρία Κατσουνάκη- Κριτικός Κιν/φου, Μαρία Κομνηνού-Αν. Καθηγήτρια/ Γεν. Γραμ. Δ.Σ. ΤΤΕ, Πέπη Ρηγοπούλου-Καθηγήτρια, Τάσος Ψαρράς-Σκηνοθέτης. Συντονίζει ο Καθηγητής & Αντιπρόεδρος των ΑΣΚΙ Ηλίας Νικολακόπουλος.

Στην δεύτερη στρογγυλή τράπεζα με θέμα «Ο ελληνικός εμφύλιος στην οθόνη: το ντοκιμαντέρ» που θα γίνει την Δευτέρα 13 Φεβρουαρίου στις 19.30 συμμετέχουν οι: Βασίλης Αλεξόπουλος-Διευθυντής Μουσείου-Αρχείου της ΕΡΤ, Ηλίας Γιαννακάκης-Σκηνοθέτης, Μάνος Ζαχαρίας-Σκηνοθέτης, Ροβήρος Μανθούλης-Σκηνοθέτης, Φώτος Λαμπρινός-Σκηνοθέτης, Τάσος Σακελλαρόπουλος –Ιστορικός, Μέλος Δ.Σ. των ΑΣΚΙ, Θανάσης Σκρούμπελος-Σκηνοθέτης. Συντονίζει η ιστορικός και Μέλος Δ.Σ. των ΑΣΚΙ Ιωάννα Παπαθανασίου.

Το εκτενές αυτό αφιέρωμα που πραγματοποιείται για πρώτη φορά στη χώρα μας, επιχειρεί να καλύψει ένα κενό. Φιλοδοξεί σε μια ολοκληρωμένη και καθόλα αντιπροσωπευτική παρουσίαση των κινηματογραφικών εγγραφών που σήμερα διαθέτουμε για τον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο. Έχοντας ως αφετηρία τις αρχικές καταγραφές, που προώθησε την εποχή της σύγκρουσης, με τη μορφή επικαίρων και μικρών ενημερωτικών ταινιών, η προπαγάνδα των δύο αντίπαλων στρατοπέδων, το αφιέρωμα εκτείνεται στην επισκόπηση της ελληνικής κινηματογραφικής παραγωγής επί έξι και πλέον δεκαετίες. Αποσκοπεί έτσι σε μια νέα ανάγνωση των τρόπων με τους οποίους ο ελληνικός κινηματογράφος ενσωμάτωσε και διαπραγματεύτηκε την εμφύλια σύγκρουση, χρησιμοποιώντας άλλοτε τη μυθοπλασία και άλλοτε, όπως τα τελευταία κυρίως χρόνια, το δημιουργικό ντοκιμαντέρ.

Συνδεδεμένος με το τραύμα και τις απαγορεύσεις, που τον συνόδευσαν από την αρχή, αλλά και παίζοντας με τις σιωπές, ο εμφύλιος πόλεμος δεν καθιερώθηκε ως ιδιαίτερα πρόσφορο πεδίο για τη μεγάλη οθόνη. Αν η άρση των απαγορεύσεων το 1974 συντέλεσε στην οριστική ένταξή του στη θεματολογία του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου, δεν έλειψαν, ωστόσο, από νωρίς οι σχετικές αναφορές. Με τη μορφή συνδηλωτικών σχολίων ο εμφύλιος πόλεμος εισήλθε δια της τεθλασμένης στο κινηματογραφικό προσκήνιο στα σκοτεινά μετεμφυλιακά χρόνια, πριν τροφοδοτήσει τις ιδεολογικές συντεταγμένες της κινηματογραφικής παραγωγής στα χρόνια της απριλιανής δικτατορίας. Στη συνέχεια, οι κοινωνικές επιπτώσεις του –ένας εμφύλιος πόλεμος χωρίς πόλεμο- και οι μνήμες θα απορροφήσουν το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής της νέας γενιάς σκηνοθετών που στη συντριπτική πλειοψηφία τους δεν αρνήθηκαν τις ιδεολογικές τους συγγένειες με την Αριστερά. Οι πολιτικοί κρατούμενοι, οι «ανταρτόπληκτοι» και οι πρόσφυγες, οι οικογενειακές τραγωδίες, οι μνήμες και τα αδιέξοδα, διέτρεξαν τις ρεαλιστικές αναπαραστάσεις και τις αλληγορικές αναφορές και αναπαρήγαγαν τα κυρίαρχα πρότυπα του αριστερού αφηγήματος. Τα τελευταία χρόνια οι κάμερες καταγράφουν και δύο νέες εκδοχές. Πρόκειται για τη στρατιωτική διάσταση του εμφυλίου πολέμου αλλά και για την κατάθεση της βιωμένης εμπειρίας, η οποία με τη μορφή του ντοκιμαντέρ δοκιμάζει νέους τρόπους κινηματογραφικής αφήγησης.

Τις διαφορετικές αυτές εγγραφές της εμφύλιας αναμέτρησης, όπως εμφανίστηκαν από την έκρηξή της μέχρι τις μέρες μας, επιχειρεί να αναδείξει το εν λόγω αφιέρωμα. Σε ένα δεύτερο επίπεδο, δίπλα στις καθιερωμένες προβολές, το αφιέρωμα μας καλεί να αναστοχαστούμε στη βάση μιας παράλληλης ανάγνωσης των ταινιών οι οποίες υπακούουν σε διαφορετικές εποχές και ιδεολογίες αλλά και σε διαφορετικούς κανόνες, σχολές και ρεύματα. Ενώνονται, άραγε, οι ταινίες αυτές, παρά
τις ασυνέχειες και τις σιωπές, με τα λεπτά νήματα μιας άρρητης συνέχειας;

Αρχειακά τεκμήρια

Η προβολή και οσχολιασμός άγνωστων κινηματογραφικών τεκμηρίων της περιόδου του εμφυλίου πολέμου συνιστά ένα από τα βασικά μελήματα του αφιερώματος. Στα σύντομα κινηματογραφικά επίκαιρα που παραχωρήθηκαν από το Διεύθυνση Μουσείου-Αρχείου της ΕΡΤ, προστίθενται άγνωστα και σημαντικά αρχεία που απόκεινται στις συλλογές της Ταινιοθήκης της Ελλάδος. Η δωρεά της Ολυμπίας Παπαδούκα και του καθηγητή του Πανεπιστημίου της Φιλαδέλφειας Μιχάλη Δόριζα εισάγουν στο αφιέρωμα και περιλαμβάνουν μοναδικές σε ευκρίνεια σκηνές από τα Δεκεμβριανά και την οπισθοχώρηση των στρατευμάτων του ΕΛΑΣ, τη συμφωνία της Βάρκιζας, το 7ο Συνέδριο του ΚΚΕ τον Οκτώβριο του 1945 και τις μεγαλειώδεις διαδηλώσεις της Αριστεράς στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Σε αυτά προστίθενται λήψεις από τα στρατόπεδα των κυβερνητικών, την επίσκεψη του βασιλιά και Αμερικανών αξιωματούχων στα στρατόπεδα και πόλεις όπου μαίνεται ο εμφύλιος καθώς και την επίσκεψη του βασιλιά και της βασίλισσας στα ελληνογιουγκοσλαβικά σύνορα.

Ωστόσο, ιδιαίτερο ενδιαφέρον συγκεντρώνουν δύο ταινίες που εντοπίστηκαν στην Ταινιοθήκη της Σερβίας, στο Βελιγράδι, και προβάλλονται για πρώτη φορά στην Ελλάδα. Η πρώτη, Τα ελληνόπαιδα (Grčka Deca, 1948) του Radivoje Lola Đukić περιγράφει την υποδοχή ελληνοπαίδων στο προσφυγικό κατάλυμα στη Bela Crkva. Γυρισμένη την ίδια περίπου εποχή με την ταινία Η αλήθεια για τα παιδιά της Ελλάδος (1948) των Μάνου Ζαχαρία και Γιώργου Σεβαστίκογλου, η ταινία αποτελεί την εκδοχή της γείτονος και συμμάχου του Δημοκρατικού Στρατού Γιουγκοσλαβίας και επομένως συνιστά μια ακόμη απάντηση στις ελληνικές κυβερνητικές θέσεις περί του παιδομαζώματος.

Οι δύο αυτές ταινίες μας υποβάλουν στην πρόκληση της παράλληλης ανάγνωσής τους. Αντίστοιχα, η απώλεια των σημαντικών κινηματογραφικών αποτυπώσεων που συγκρότησε στο «βουνό» το κινηματογραφικό συνεργείο του Δημοκρατικού Στρατού θα μπορούσε εν μέρει να αναπληρωθεί με τη δεύτερη ταινία που εντοπίστηκε στη Σερβία. Η Αδελφική βοήθεια (Bratska Pomoć, 1950) των Trajče Popov και Žorž Skrigin, αν και υπακούει στην ανάγκη απάντησης της «αιρετικής» πλέον Γιουγκοσλαβίας στις κατηγορίες «για το πισώπλατο χτύπημα του Τίτο», πραγματεύεται τη βοήθεια που δόθηκε στα χρόνια του εμφυλίου στο Δημοκρατικό Στρατό.

Στον αντίποδά της τοποθετείται ένα μάλλον «υποτιμημένο» και αταύτιστο προπαγανδιστικό υλικό για τη βοήθεια του πλάνου Μάρσαλ στην «εθνική ανοικοδόμηση».

Ταινίες μυθοπλασίας

Επεκτείνοντας στο χρόνο την ιστορική αναδρομή θα διαπιστώσουμε πως μέχρι το 1974 οι ταινίες μυθοπλασίας που άμεσα αναφέρονται στον εμφύλιο είναι ελάχιστες και γυρίζονται κυρίως στα χρόνια της δικτατορίας των συνταγματαρχών. Εξαίρεση αποτελούν οι βραβευμένοι στο Βερολίνο Παράνομοι του Νίκου Κούνδουρου που γυρίζονται στον απόηχο της εμφύλιας αναμέτρησης αλλά πάντως μετά την επανάκαμψη της Αριστεράς και την ανάδειξη της ΕΔΑ στην αξιωματική αντιπολίτευση, το 1958. Καθώς η διατήρηση των διακρίσεων σε βάρος των ηττημένων και η λογοκρισία, οδηγούν στην αποσιώπηση του εμφυλίου, οι ήρωες κι η εποχή σκόπιμα δεν σηματοδοτούνται ξεκάθαρα. Στην ταινία οι «παράνομοι» προσπαθούν, είτε γιατί εμπλέκονται σε παλιές δοσοληψίες είτε γιατί δολοφονούν έναν πλούσιο αγρότη, να διαφύγουν τη σύλληψή τους από τη χωροφυλακή.

Στην περίοδο της δικτατορίας αναβιώνει το ρεπερτόριο της μετεμφυλιακής πόλωσης, αλλά η έμφαση αποδίδεται στο νέο εθνικιστικό ιδεολόγημα του καθεστώτος. Κινούμενες πάντα στον αντικομμουνιστικό άξονα, οι ταινίες, που εστιάζουν στον εμφύλιο, υπογραμμίζουν την ανάγκη υπέρβασης του παρελθόντος με σκοπό την ανάδειξη του έθνους που μεγαλουργεί μέσα από την ενότητα. Χαρακτηριστικό δείγμα αποτελεί ο Γράμμος (1971) του Ηλία Μαχαίρα που θα προβληθεί στο πλαίσιο του κινηματογραφικού αφιερώματος.

Η μεταπολίτευση εγκαινιάζει την έκρηξη της παραγωγής. Οι σκηνοθέτες ιδιαίτερα του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου (ΝΕΚ) θα μπορέσουν πλέον να αναστοχαστούν κινηματογραφικά τη δεκαετία του ’40, χωρίς τους περιορισμούς και τις απαγορεύσεις που έθεσαν τον εμφύλιο, ως θέμα ταμπού, στο περιθώριο για τουλάχιστον τρεις δεκαετίες. Εστιάζοντας κυρίως στο τραύμα του εμφυλίου, η ελληνική κινηματογραφία, μετά το 1974, συμπορεύεται με τις επεξεργασίες της μνήμης για τη δεκαετία του ’40 και παρουσιάζει τις επιπτώσεις του εμφυλίου και τα «θύματα» της σύγκρουσης.

Τη νέα αυτή οπτική εγκαινιάζει ο Θόδωρος Αγγελόπουλος με δύο ταινίες από την τριλογία της ιστορίας: το Θίασο (1974-5) και τους Κυνηγούς (1977).
Τα γυρίσματα του Θιάσου ξεκινούν τον τελευταίο χρόνο της δικτατορίας και ολοκληρώνονται ένα χρόνο μετά την εξέγερση του Πολυτεχνείου και την πτώση της χούντας. Η ταινία-σταθμός για την συγκρότηση του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου θα λάβει, το 1975, το Βραβείο της Διεθνούς Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου στο Φεστιβάλ Κανών. Η ιστορία του μπουλουκιού που περιοδεύει στην Ελλάδα ανεβάζοντας την Γκόλφω δίνει μια μοναδική εκδοχή στο ζήτημα της αναπαράστασης της Ιστορίας. Το δεύτερο μέρος της τριλογίας, οι Κυνηγοί, πραγματεύεται τον συνεχή φόβο της Αριστεράς όπως τον βιώνει η αστική τάξη ως τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης. Το πτώμα ενός αντάρτη που εντοπίζεται από μια ομάδα κυνηγών θαμμένο μέσα στο χιόνι, παραμονή Πρωτοχρονιάς, θα αποτελέσει τον καταλύτη για την διερεύνηση της ένοχης συνείδησης των νικητών.
Ένα χρόνο νωρίτερα, το 1976, ο Παντελής Βούλγαρης παρέδιδε στο κοινό το βραβευμένο στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης Χάππυ Νταίη, βασισμένο στο διήγημα Ο λοιμός του Αντρέα Φραγκιά. Η πρώτη ταινία μυθοπλασίας που αναφέρεται στη Μακρόνησο αντιμετωπίζει το στρατόπεδο ως μικρόκοσμο του διχασμού και της αγριότητας που επικρατούσε στη χώρα. Ο Βούλγαρης προσεγγίζει το θέμα με τον ουμανισμό του νεορεαλισμού διανθισμένο με σουρεαλιστικά στοιχεία πετυχαίνοντας ένα συγκλονιστικό αποτέλεσμα.


Η εποχή της «απομυθοποίησης» εγκαινιάζεται τη δεκαετία του ’80 με ταινίες όπως, ο Μεγαλέξανδρος του Θόδωρου Αγγελόπουλου, Η κάθοδος των εννέα του Χρήστου Σιοπαχά και Τα παιδιά της Χελιδόνας του Κώστα Βρεττάκου.

Ο βραβευμένος με το Χρυσό Λέοντα στη Βενετία Μεγαλέξανδρος (1980) χρησιμοποιεί το ιστορικό γεγονός της σφαγής στο Δήλεσι, θέτοντας εκ νέου τα προβλήματα των συγκρούσεων στην περίοδο της Αντίστασης και του εμφυλίου και υιοθετώντας την ιστορική ερμηνεία του Dominique Eudes, για την σύγκρουση καπεταναίων και κομματικής ηγεσίας.

Βασισμένη στο ομώνυμο αφήγημα του Θανάση Βαλτινού η βραβευμένη στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και το Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Μόσχας Κάθοδος των εννέα (1984) περιγράφει την κάθοδο μιας μικρής ομάδας ανταρτών του Δημοκρατικού Στρατού προς τον Ταΰγετο κι από εκεί στη θάλασσα μετά την επιτυχία των επιχειρήσεων του κυβερνητικού στρατού στην Πελοπόννησο. Η τύχη τους είναι προδιαγεγραμμένη.

Παρόμοια είναι και η ιστορία που αφηγείται στα Χρόνια της θύελλας (1984) ο Νίκος Τζήμας, που λίγα χρόνια νωρίτερα γυρίζει και τον Άνθρωπο με το γαρύφαλλο για τον Μπελογιάννη. Η προσπάθεια δύο ανταρτών του ΕΛΑΣ που μάταια προσπαθούν να επιστρέψουν στα σπίτια τους μετά την καταστροφή της μονάδας τους από τον εθνικό στρατό.

Το ιστορικό γεγονός της εκκένωσης των παραμεθόριων χωριών στο τέλος του εμφυλίου και της εγκατάστασης των προσφύγων στα επιταγμένα κτίρια στη Θεσ/νικη αποτελεί τον βασικό καμβά στο βραβευμένο στο Φεστιβάλ Θεσ/νίκης Καραβάν Σαράι (1986) του Τάσου Ψαρρά.

Ο σπαραγμός του εμφυλίου προβάλλεται και πάλι μέσα από μια προσωπική ιστορία στα Πέτρινα χρόνια (1985) του Παντελή Βούλγαρη. Η αληθινή ιστορία ενός ζευγαριού αγωνιστών της Αριστεράς, που εκτοπίζονται σε διαφορετικά στρατόπεδα και ξανασυναντιόνται μετά από πολλά χρόνια, μαζί με το παιδί τους, συγκίνησε το μεγάλο κοινό.

Ο Κώστας Βρεττάκος, στα Παιδιά της Χελιδόνας (1987), εμπνευσμένος από το ομώνυμο μυθιστόρημα του Διονύση Χαριτόπουλου, προσεγγίζει με πιραντελλική διάθεση την διακεκαυμένη ζώνη διερεύνησης της εμφύλιας σύγκρουσης. Ένας δημοσιογράφος κι ένας νεαρός σκηνοθέτης αναζητούν πληροφορίες για την ιστορία μιας οικογένειας που βρέθηκε τοποθετημένη σε αντίπαλα στρατόπεδα στην εμφύλια σύγκρουση. Η τηλεοπτική αναζήτηση καταλήγει στην ιστόρηση των διαφορετικών εκδοχών και λειτουργεί εκρηκτικά.

Στο μεταίχμιο βιώματος και μυθοπλασίας κατατάσσεται η ταινία Ελένη (1985) του Πίτερ Γέιτς (Peter Yates) με τους Κέιτ Νέλιγκαν και Τζον Μάλκοβιτς, βασισμένη στο ομώνυμο βιβλίο-μαρτυρία του Νίκου Γκατζογιάννη (Nick Gage). Η δραματοποιημένη εκδοχή της δολοφονίας της μητέρας του συγγραφέα στο χωριό Λιά Φιλιατών της Ηπείρου την περίοδο του εμφυλίου ιστορείται ως η θυσία μιας γυναίκας να σώσει τα παιδιά της από την αναγκαστική στρατολόγηση και αποστολή στις «φιλικές» χώρες από τις δυνάμεις του Δ.Σ.

Στην ορεινή ήπειρο του 1949 διαδραματίζεται και η Βασιλική (1997) του Βαγγέλη Σερντάρη που αφηγείται τον έρωτα ενός ενωμοτάρχη για την γυναίκα ενός αντιφρονούντος κομμουνιστή. Από το επίκεντρο του εμφυλίου στην Ήπειρο ο Λεωνίδας Βαρδαρός μας μεταφέρει στην Ικαρία στην ταινία του Ούλοι εμείς εφέντη (1998). Οκτώ αντάρτες, υπακούοντας στην εντολή του κόμματος «το όπλο παρά πόδα», συνεχίζουν για έξι χρόνια να κρύβονται στο νησί αρνούμενοι να παραδοθούν.

Οι Παντελής Βούλγαρης και Θεόδωρος Αγγελόπουλος θα επιστρέψουν μια 20ετία αργότερα στον εμφύλιο, ο πρώτος με το Ψυχή βαθιά, το 2009, και ο δεύτερος με Το λιβάδι που δακρύζει, το 2004, που αποτελεί το πρώτο μέρος της λεγόμενης «τριλογίας» με θέμα την μοίρα του ελληνισμού μέσα από αναφορές στον Θηβαϊκό κύκλο.

Ξεκινώντας το 1919 με την είσοδο του Κόκκινου Στρατού στην Οδησσό και τον ξεριζωμό της ελληνικής παροικίας και τελειώνοντας το 1949 με το τέλος του ελληνικού εμφυλίου πολέμου, Το λιβάδι που δακρύζει περιγράφει την ιστορία μιας γυναίκας. Πρόσφυγας από την Οδησσό και ταυτόχρονα φιγούρα αρχαίας ελληνικής τραγωδίας, η Ελένη υποφέρει τα δεινά της δικτατορίας του Μεταξά, της Κατοχής και του Εμφυλίου και χάνει τα δυο της παιδιά που βρίσκονται στα δύο αντίπαλα στρατόπεδα.

Το κλασικό μοτίβο της ιστορίας δύο αδελφών που βρίσκονται σε αντίπαλα στρατόπεδα επανέρχεται στη Ψυχή βαθιά. Έχοντας επιστρατευτεί από τον Εθνικό και το Δημοκρατικό Στρατό ως οδηγοί στα δύσβατα μονοπάτια και στα περάσματα του Γράμμου και του Βίτσι, τα δυο αδέλφια δεν απαρνούνται τους δεσμούς του αίματος. Σε αυτή τη σύγκρουση που προκάλεσαν οι «ξένοι», η εγκληματική τακτική του κυβερνητικού στρατού να αποδεχτεί τον βομβαρδισμό των θέσεων των ανταρτών με βόμβες ναπάλμ αντιπαρατίθεται στην εμμονή του επιτελείου των ανταρτών να μην
προχωρήσει σε ανακωχή παρά τη διαφαινόμενη ήττα.

Ντοκιμαντέρ

Η πρώτη απόπειρα καταγραφής μιας πτυχής του Εμφυλίου γίνεται στη μεταπολίτευση, το 1974, με το Νέο Παρθενώνα της γνωστής «Ομάδας των Τεσσάρων». Ο πρόσφατα χαμένος Κώστας Χρονόπουλος και οι Γιώργος Χρυσοβιτσάνος, Σπύρος Ζάχος και Θανάσης Σκρουμπέλος θα αποτελέσουν το πρώτο συνεργείο κινηματογραφιστών που θα φθάσει στα μαρτυρικά νησιά της Μακρονήσου και της Γυάρου.

Μια δεκαετία αργότερα, το 1997, γυρίζεται το ντοκιμαντέρ Ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος μέσα από το φακό ενός έλληνα σκηνοθέτη που ζει στο Παρίσι. Ο Ροβήρος Μανθούλης θα λάβει το ειδικό Βραβείο της Κριτικής Επιτροπής στο Διεθνές Φεστιβάλ Τηλεοπτικών Προγραμμάτων (F.I.P.A.) του Μπιαρίτζ. Η παραγωγή παρουσιάστηκε σε δυο εκδοχές, μια σχεδόν ωριαία και μια εξάωρη. Η ωριαία βερσιόν αποτελεί μία ιστορική καταγραφή των γεγονότων του εμφυλίου που περιλαμβάνει αρχειακό υλικό από το συνεργείο του Δημοκρατικού Στρατού, από το BBC και από αρχεία των χωρών και των δυο αντίπαλων στρατοπέδων. Η εξάωρη βερσιόν με τίτλο Βίοι Παράλληλοι του Εμφυλίου έλαβε το ετήσιο βραβείο καλύτερης εκπομπής πληροφόρησης στην Ελλάδα, το 1997. Στα έξι ωριαία επεισόδια καταγράφονται οι μαρτυρίες 17 προσώπων που έζησαν ή μελέτησαν την περίοδο του εμφυλίου.

Μισό αιώνα μετά τη λήξη του εμφυλίου όλο και περισσότερα ντοκιμαντέρ φωτίζουν άγνωστες πτυχές της περιόδου αυτής. Η βραβευμένη στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης Μακρόνησος (2008) των Ηλία Γιαννακάκη και Εύης Καραμπάτσου, παραθέτει για πρώτη φορά την μαρτυρία του 90χρονου διοικητή του στρατοπέδου, το πρώτο ουσιαστικά καταγεγραμμένο ντοκουμέντο μαρτυρίας της άλλης πλευράς, ο οποίος «συνομιλεί» με πρώην κρατουμένους που επισκέπτονται το νησί.

Αφανείς ήρωες του Εμφυλίου γίνονται πρωταγωνιστές στη Ζωή στους βράχους (2009) της Αλίντας Δημητρίου και στο βραβευμένο από την Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου Άλλος δρόμος δεν υπήρχε (2009) του Σταύρου Ψυλλάκη. Από τη μία οι αντάρτισσες - «γυναίκες της διπλανής πόρτας» κι από την άλλη οι εναπομείναντες αντάρτες του Δημοκρατικού Στρατού στην Κρήτη, παράνομοι για χρόνια στο νομό Χανίων μαζί με εκείνους που με αυτοθυσία τους προστάτεψαν. Τέλος η ιδεολογική μεταστροφή και ένταξη του Τούρκου Μιχρί Μπελί στον Δημοκρατικό Στρατό, αλλά και οι μετέπειτα συνέπειες της επιλογής του περιγράφονται στο Καπετάν Κεμάλ, ο σύντροφος (2008) του Φώτου Λαμπρινού.
-----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
Για περισσότερες πληροφορίες:
Γραφείο Τύπου Ταινιοθήκης της Ελλάδος:
Ισμήνη Χλιόβα-Μπιτζάνη: 210 3612046, 6973562081 isminicb@gmail.com
Φαίδρα Παπαδοπούλου: 210 3612046 (εσωτ. 0119) phaedrapap@tainiothiki.gr

Αναδημοσίευση από http://eteriafotografizontas.blogspot.com/2012/01/blog-post_30.html


Δευτέρα, 30 Ιανουαρίου 2012

Βασίλης Αποστολόπουλος, Επί ξυρού ακμής: Ένας «κομμένος» αντάρτης του ΔΣΕ στα βουνά της Ρούμελης (Μέρος Γ΄)

Καινούργια απόφαση

Μετά από αυτές τις επικίνδυνες πληροφορίες που μας έδωσαν οι φίλοι μου, η κατάσταση γίνεται δύσκολη. Βέβαια οι φίλοι μας είναι καλοί, όμως δεν γνωρίζουμε τις υποχρεώσεις τους στο στρατό, αλλά και κάποια αμοιβή, που κάνει και τους πιο δυνατούς να λυγίσουν. Ο συναισθηματισμός, τέτοιες ώρες, γίνεται επικίνδυνος. Έτσι αφήνουμε το χωριό μας, αφού αποφασίσαμε να πάμε προς Αγία Τριάδα Κτημενίων, μεγαλοχώρι της Ευρυτανίας. Γνωρίζαμε την καλύβα του Λαμπρογιώργου, ενός σεβάσμιου γέροντα, που τον είχα φίλο από την εποχή που ήμουν δάσκαλος στο χωριό. Ο Λαμπρογιώργος ήταν ο προφήτης του χωριού κι έλεγε διάφορες σκέψεις, που πρόβλεπαν φανταστικές λύσεις. Η καλύβα ήταν για ζώα, είχε όμως κι ένα μικρό χώρο για το φύλακα ή για το νοικοκύρη που κοιμόνταν εκεί.
     Αρχίσαμε την ανάβαση προς το οροπέδιο του Άι-Λια. Ο καιρός κάπως έκοψε από βροχή. Στο δρόμο δεν συναντήσαμε τίποτε, εκτός από ένα φίδι. Η πρόληψη των συναγωνιστών για τέτοιου είδους συναντήσεις ήταν ευνοϊκή: θα συναντήσουμε φίλους. Όμως πρωί-πρωί μας ξύπνησαν οι σάλπιγγες, οι φωνές και τα γέλια των φαντάρων. Στο χωριό υπήρχε ένας λόχος στρατού και οι φαντάροι ετοιμάζονταν για το πρωινό τους ρόφημα. Ο κίνδυνος προ των πυλών. Βαδίσαμε από το καλύβι, αφού βρήκαμε κάποιο μικρό λαγγαδάκι που μας έκρυβε από το χωριό. Βαδίζουμε πάλι προς το Νεχώρι, δυο ώρες πορεία το λιγότερο και με βροχή που συνεχιζόταν. Στον Άι-Λια τον Νεχωρίτικο, η αντάρα ήταν τόσο πυκνή που δεν βλέπαμε τίποτα.
     Συζητάμε πού θα διανυκτερεύσουμε. Για να πάμε στο χωριό χρειάζεται σχολαστική αναγνώριση, που ήταν αδύνατο να γίνει μ’ αυτές τις καιρικές συνθήκες.
     Αποφασίσαμε ν’ ακολουθήσουμε το μονοπάτι Ζερέλια-Αλαμάν-Πλάγια, Βοϊνίκ-Πλάτανοι-Κουκούλι. Υπήρχε εκεί μια χαλασμένη καλύβα. Την επιδιορθώσαμε φράζοντας τα μεγάλα ανοίγματα και γλιτώσαμε από τη βροχή. Το μοναδικό προνόμιο της καλύβας ήταν η ακουστική της. Θόρυβοι και φωνές και έντονες ομιλίες που γίνονται στην πλατεία του Νεχωριού, του χωριού μας, έφταναν ώς εδώ. Παρ’ όλες τις προσπάθειές μας δεν κατορθώσαμε ν’ ανάψουμε φωτιά. Τα λίγα ξύλα ήταν πνιγμένα στο νερό της βροχής. Σ’ αυτόν το μακάβριο ύπνο, ο καθένας μας έβλεπε παράξενες οπτασίες, όνειρα χωρίς σημασία, λες και ο ονειρικός μας πλούτος είχε διαβρωθεί από τις υδάτινες δυσκολίες της συγκυρίας.
     Το δελτίο του καιρού και σήμερα πρωί-πρωί είναι αυστηρό. Ο τόπος ήταν κουκουλωμένος με πυκνές αντάρες. Ορατότητα μηδέν. Όμως εμείς έπρεπε να πλησιάσουμε το χωριό, για να βρούμε και καρύδια, κάστανα, σταφύλια.
     Βαδίζοντας σ’ απόμερα μονοπάτια, φτάσαμε στη θέση Άι-Θανάσης, παλιό εξωκλήσι του 16ου αιώνα, που δεσπόζει του χωριού. Είναι και κορώνα του.
     Καθώς πλησιάζουμε, όλα μου θυμίζουν εκείνη την ανέμελη ζωή της παιδικής κι εφηβικής ηλικίας, που τα καλοκαίρια, αφήνοντας τα θρανία, βρισκόμασταν στο χωριό. Είχαμε φτωχά κομμάτια χωραφιών, καλλιεργημένα με καλαμπόκι, τριφύλλια, πατάτες, φασόλια. Η βουή των νερών για το πότισμα έσμιγε με τις φωνές των ξωμάχων και τα κουδούνια των κοπαδιών. Φωνές και τραγούδια ακούγονταν τότε από τις χωριατοπούλες, ως έγνεθαν με τη ρόκα τους ή έπλεκαν τα προικιά τους.
     Μ’ αυτές τις επικίνδυνες αναμνήσεις που μας προμήθευε μια βουβή και δύσκολη ώρα, πλησιάσαμε τον γκρεμισμένο Άι-Θανάση κι αρχίσαμε την ακουστική παρατήρηση, καλυμμένοι στο χοντρό, πανάρχαιο σφεντάμι. Λίγο πιο πέρα έστεκε η γέρικη κρανιά, που οι χωριανοί από παμπάλαια συνήθεια έθαβαν τ’ αβάπτιστα παιδιά. Η παρατήρηση ήταν σχολαστική. Οι μαχαλάδες και τ’ άλλα δυο ξωκλήσια, τ’ Άι-Γιάννη και της Αγίας Παρασκευής, ήταν καθαρά. Καμιά κίνηση, ούτε από φίλια πρόσωπα δεν φάνηκε. Απόφαση λοιπόν να παραμείνουμε για λίγο στο Νεχώρι, στα κορφινά σπίτια, εκεί όπου αρχίζει και το δάσος.

Νυχτερινοί αλεξιπτωτιστές

Είναι χινοπωριάτικο δειλινό του Οχτώβρη του 1949. Τα φυλλοβόλα δάση στις υπώρειες του Βελουχιού κιτρίνισαν και πολλά απογυμνώθηκαν. Και οι δικές μας δυνάμεις τούτο τον καιρό ορφάνεψαν από χιλιάδες συναγωνιστές. Οι περισσότεροι μετά την πτώση του Γράμμου συμπτύχθηκαν στην Αλβανία. Όμως κυκλοφορούσαν ακόμα στο χώρο μας υπολείμματα ανταρτών, που ξεκόπηκαν από τα τμήματά τους και δεν έχουν καμία πληροφορία. Κάποια ενέργεια που γίνεται να τους συγκεντρώσει και να τους περάσει έξω από τα σύνορα είναι δύσκολη. Έχουν χάσει την αίσθηση του χρόνου, του μήνα, της ημέρας. Και τον υπολογίζουν ανάλογα με την εποχή. Δεν είχαν και καμία ευνοϊκή σύμπτωση, να συνδεθούν με τέτοια τμήματα που έφταναν ώς τα Άγραφα για περισυλλογή.
     Και μονάχα ο αρχηγός δήλωνε από το εξωτερικό με υπεροψία ότι οι δυνάμεις του είναι ισχυρές, βρίσκονται με το όπλο παραπόδας, έτοιμες για καινούρια κατορθώματα. Του διέφευγε το προγονικό ρητό «Ουαί τοις ηττημένοις». Τέλος πάντων. Ψυχή βαθιά, που λέει ο λόγος. Όλα θα τα ξεμπερδέψει η Ιστορία, η πιο κακοπαθημένη επιστήμη στις μέρες μας.
     Δύο σκιές, οι δικές μας, αφού αρκετή ώρα παρατηρούσαν το χωριό από το αντικρυνό εκκλησάκι της Αγίας Παρασκευής, διαπίστωσαν πως δεν υπάρχει εχθρική κίνηση. Κανένα σπίτι δεν κάπνιζε –στα σοκάκια ερημιά– στην άδεια πλατεία δεν φάνηκε τίποτε, άρα σίγουρα δεν υπάρχει στρατός. Μόνο στην περίπτωση που κάνουν λούφα οι φαντάροι για ν’ αρπάξουν τα δύο αγρίμια. Τότε οι δύο σκιές μπήκαν στο μονοπάτι που οδηγεί στο χωριό. Πέρασαν το μικρό χείμαρρο με το λιγοστό νερό, ανέβηκαν την όχθη, λοξεύοντας από το δρόμο και προχώρησαν προς τα κορφινά σπίτια του χωριού. Σε λίγο έφτασαν και, πριν μπούνε σε σπίτι, έκαμαν ακόμη μία προσεχτική παρατήρηση για να ησυχάσουν. Καμία κίνηση ή ο παραμικρός θόρυβος. Πήραν την απόφαση να μείνουν. Κι από μία ομάδα σπιτιών που είχε ο πάνω μαχαλάς, προτίμησαν το ακρινό σπίτι που δεν υπήρχαν φράχτες κι ο δασωμένος κεφαλάρης του χωριού έγερνε στη σκεπή του.
     Το σπίτι, παρ’ όλη την τρίχρονη εγκατάλειψή του, βρίσκονταν σε καλή κατάσταση. Το έσωσε η ανηφοριά από τους διερχόμενους αντάρτες και φαντάρους που προτιμούσαν το σπίτι κοντά στην πλατεία και το σχολείο. Άφησαν τα σακίδιά τους στο πεζούλι της αυλής και τις χλαίνες τους που είχαν μεταβληθεί σε κουρέλια. Μπήκαν από την ανοιχτή πόρτα –τα πάντα ήταν ολάνοιχτα– και η πρώτη τους φροντίδα να βρούνε μία σκούπα να καθαρίσουν το δωμάτιο με το τζάκι και να εξοικονομήσουν μερικά ξύλα για φωτιά. Όλα έγιναν στα γρήγορα και σε λίγο άναψε η φωτιά στο τζάκι με ελατοκλώναρα γεμάτα ρετσίνι. Έλαμψε ο χώρος. Τώρα άφησαν και τα όπλα τους σε μιαν άκρη, γιατί ο αντάρτης δεν εγκαταλείπει ποτέ το όπλο του σε τόσο δύσκολες ώρες.
     Η εντύπωσή τους για την εφήμερη κατοικία τους είναι καλή. Μόνο που έκλεισαν τα παραθυρόφυλλα –ξύλινα ήταν– για να μην τους προδώσει η λάμψη της φωτιάς. Ας είναι καλά ο αναπτήρας του Τσιαξίρη που τον φύλαγε ως κόρην οφθαλμού, καθότι ήταν και φοβερός καπνιστής. Βοήθησε λίγο και ο Μοράβας. Ύστερα έπιασαν κουβέντα για τα παράξενα πράγματα που γίνονταν στα έρημα χωριά που περνούσαν.
     Τον τελευταίο καιρό μάλιστα που συμπτύχθηκαν οι αντάρτες προς το βοριά, έμπαιναν στα χωριά Μάυδες ή και περαστικά τμήματα στρατού που έκλεβαν τα πάντα. Έκλεβαν τα πόμολα από τις πόρτες, έβγαζαν τα τζάμια των παραθύρων, άρπαζαν βαρέλια και νταμιτζάνες, ώς και τα γεωργικά εργαλεία. Ακόμα και παλιές εικόνες από τις εκκλησίες. Πολλοί έβαζαν την υπογραφή τους στα εκκλησιαστικά βιβλία: «Δεκανεύς Αργύρης Αργυρίου του 2ου Λόχου, του 3ου Τάγματος Πεζικού, ημέρα Κυριακή 1949».
     Το χειρότερο όμως που συνέβαινε ήταν που έψαχναν για καταφύγια και εμείς κι αυτοί. Όταν έγινε ο εκπατρισμός στα 1947 των χωριών του Βελουχιού, η διαταγή ήταν σκληρή: «Αύριο το πρωί να είναι έτοιμοι». Έτρεξαν οι αναστατωμένοι χωρικοί με τα φανάρια, όπου είχαν κανένα καταφύγιο από τα χρόνια των Γερμανών να ταχτοποιήσουν το έχειν τους, το βιος τους. Τώρα, τούτοι εδώ απαιτούν αύριο το πρωί ν’ αποχαιρετήσουν τ’ αγαπημένο τους χωριό και να ταξιδέψουν με τα πράγματα και τα ζώα τους ώς την κοντινή δημοσιά. Μερικοί τα έκρυβαν σε κουφάλες γέρικων δένδρων ή και σε βραχοσπηλιές. Και τα πούλησαν τα ζωντανά τους στη Λαμία για μια μπουκιά ψωμί. Πολλοί όχι μόνο δεν πληρώθηκαν, μα έφαγαν και ξύλο, γιατί τα ζώα τους δεν ήταν δικά τους, μα των «συμμοριτών».


Ο δάσκαλος, ο Τσιαξίρης και ο Μοράβας πυρώνονταν γύρω στη φωτιά. Οι αντάρτες δεν έπρεπε να έχουν μνήμη για να σκέφτονται τους δικούς τους. Πού κοιμούνται, τι τρώγουν, πού βασανίζονται μανάδες κι αδελφές. Δεν κάνει να έχουν τέτοιες μνήμες, γιατί θα μαλακώσει η αντοχή και η σκληρότητα που τους χρειάζεται. Η λαμπρή φωτιά τούς έδωσε λίγη αισιοδοξία και αυτοπεποίθηση. Θ’ αγωνιστούν όπως τόσοι και τόσοι και θα περάσουν τα σύνορα. Εφοδιάστηκαν και μ’ ένα μύλο του καφέ για ν’ αλέθουν σπυρί σιτάρι ή καλαμπόκι, όπου θα βρουν. Το δείπνο τους ήταν μερικά ξηρά καρύδια και κάστανα που μάζεψαν απ’ τα περιβόλια. Έκοψαν και μερικά σταφύλια από την περγολιά, που ήταν στην αυλή του σπιτιού. Και δεν έλειψε και το γλυκό. Σ’ ένα μικρό καζάνι που ανακάλυψαν στο σπίτι, έκοψαν σταφύλια, τα έστυψαν και το γλυκό ζουμί τους το έβρασαν κι έγινε ωραίο πετιμέζι. Αφού έφαγαν αρκετό, το υπόλοιπο το έβαλαν σε βαζάκια που βρέθηκαν στην ντουλάπα. Ύστερα προγραμμάτισαν τη δράση τους για την αυριανή ημέρα.
     Ο δάσκαλος είχε τη γνώμη πως αύριο έπρεπε να μαζέψουν και ν’ αποθηκεύσουν μερικά κάστανα στ’ άδεια μελισσοκόφινα που βρήκαν στην αποθήκη. Ακόμα αποφάσισαν να σκάψουν μερικούς λάκκους και ν’ αποκρύψουν ποσότητα από κάστανα που ήταν στρωμένα τα περιβόλια με τις θεόρατες καστανιές. Μεγάλα, ωραία κάστανα. Ύστερα συμφώνησαν ν’ αλλάξουν λημέρι, γιατί το μόνιμο θ’ αφήσει ίχνη, ντορό, αποφάγια, περιττώματα, αποτσίγαρα. Είχαμε εξελιχθεί σε σχολαστικούς ομφαλοσκόπους. Αλίμονο αν συναντούσαμε στο δρόμο ένα μικρό ασήμαντο κόπρανο ανθρώπινο. Έπρεπε να γίνει εξονυχιστική συζήτηση, για να παρθεί και απόφαση για φυγή.
     Αυτά συζητούσαν δίπλα στη λαμπρή φωτιά, τρώγοντας καρύδια με πετιμέζι. Ωραία θα ήταν να κάπνιζαν και κανένα τσιγάρο. Πώς όμως; Τότε σηκώθηκε ο Τσιαξίρης, έφερε μια γύρα στο δωμάτιο και στην κουζίνα. Στην πιατοθήκη βρήκε μια κιτρινισμένη εφημερίδα– μάζεψε και λίγα ξηρά κληματόφυλλα κι έτρεξε χαρούμενος στο σύντροφό του μουρμουρίζοντας:
     –Μοράβα, βρήκα ωραία πράγματα– κοίταξε! Κι έδειξε με έπαρση την παλιοεφημερίδα, σαν να ήταν κάποιο πολύτιμο λάφυρο. Έστριψαν τσιγάρο και κάπνισαν με την ψυχή τους. Ο πολύς κόσμος δε γνωρίζει την αξία του τσιγάρου για το μαχητή, και περισσότερο για τον αντάρτη.
     Θυμάμαι μερικές γραμμές από το ρούσσικο βιβλίο Στη δημοσιά του Βουλοκολάμσκ 1. Μέχρι αυτό το σημείο έφτασαν οι Γερμανοί, 20 χιλιόμετρα από την Μόσχα. Ο μέραρχος Παμφίλωφ κάνει μια επιθεώρηση στην πρώτη γραμμή. Και το πρώτο που ρώτησε το στρατιώτη που κάθονταν στο αμπρί του ήταν αν έχει καπνό. Είναι φοβερή η έλλειψή του στο μαχητή της πρώτης γραμμής.
     Με το ξημέρωμα έτρεξαν να εφαρμόσουν την απόφαση που πήραν και ταχτοποίησαν κάποια ποσότητα από κάστανο, όπως το σκέφτηκαν. Όμως τους υποδέχτηκε ένας σκυθρωπός ορίζοντας. Το Βελούχι είχε χαθεί σε πυκνή ομίχλη. Η κρύα αναπνοή του δάσους τους θύμισε πως δεν υπάρχουν περιθώρια για υπαίθρια ζωή. Πρέπει ν’ απομακρυνθούν από το χωριό όσο πιο γρήγορα μπορούν, να βρούνε στέγη, κανένα τμήμα του Δημοκρατικού Στρατού να ενωθούν και να τραβήξουν στον προορισμό τους. Ύστερα, πρωί-πρωί ακούστηκαν και μερικές ντουφεκιές στο κοντινό χωριό. Μπορεί να είναι Μάυδες χωρικοί που έρχονται να μαζέψουν κάστανα ή και μπορεί να είναι στρατιωτικό τμήμα. Υπάρχει κίνδυνος.
     Πρέπει να βρούνε στέγη απρόσιτη από ανεπιθύμητες επισκέψεις. Μα πού μπορεί να είναι αυτό το σπίτι, αυτό το τζάκι, αυτή η φωτιά που χάρηκαν στο αδειανό σπίτι; Αλλά και το μαγικό καλύβι αν βρίσκονταν, πώς θα την έβγαζαν χωρίς ψωμί; Δύσκολα πράγματα. Τώρα μάνα θα γίνει για μας μια ξένη πατρίδα, μια άγνωστη χώρα, που για να τη φτάσουμε θα υποφέρουμε… Για την ξένη πατρίδα, λοιπόν. Κατά το δειλινό, φορτωμένοι τη φτωχή επιμελητεία τους, καρύδια βρασμένα, κάστανα και πετιμέζι, ξεκίνησαν για το νέο τους λημέρι. Δεν ήταν η ώρα για να πάνε σε κάποιο γειτονικό χωριό, χωρίς σίγουρες πληροφορίες. Όχι! Απόψε θα μείνουν στο ξενοδοχείο των αστέρων, μια που ο καιρός ήταν στεγνός. Ξαναπέρασαν από το εκκλησάκι της Αγίας Παρασκευής κι έριξαν μια ματιά στα καντήλια, μήπως υπήρχε καμιά σταγόνα λάδι, να το πάρουν για φάρμακο. Τίποτα όμως. Γύρισαν απογοητευμένοι.
     Άρχισαν ν’ ανηφορίζουν σ’ ένα αρχαίο μονοπάτι πνιγμένο από τα χαμόκλαρα. Σταμάτησαν για λίγο στη θέση Ράμμου Κοτρώνι που δέσποζε στο χωριό. Λες και στέκονταν από πάνω του, που αν πέταγες ένα λιθάρι θα χτυπούσε την πλατεία. Κάθισαν να ξεκουραστούν. Ατενίζοντας με προσοχή το χωριό, φάνηκαν δύο-τρεις άνθρωποι οπλισμένοι, που πήγαιναν από σπίτι σε σπίτι. Τότε αποφάσισαν να τους πυροβολήσουν. Χωρίς να χάσουν καιρό, έβαλαν τη σφαίρα στη θαλάμη, έβαλαν κλεισιοσκόπιο 500 μ. –τόση ήταν η ευθεία απόσταση– και τουφέκισαν εκεί γύρω στην πλατεία. Τότε είδαν τους Μάυδες που έφευγαν σαν ζαλισμένοι και πήραν τον κατήφορο, εγκαταλείποντας το χωριό. Γέλασαν ευχαριστημένοι και συνέχισαν την πορεία.
     Το σκέφτηκαν και το χάρηκαν, το πόση δύναμη έχει το όπλο τους κι ένοιωσαν μια κρυφή αγάπη για τα σιδερικά τους, που μπορεί μ’ αυτά να κερδίσουν και τη σωτηρία τους κάποια δύσκολη ώρα. Όταν έφτασαν στη θέση Τραγούσι, πλησίαζε το σούρουπο. Το σκηνικό ενός σιωπηλού ελατιά τριγύρω τους έδινε αίσθημα ασφάλειας. Εκεί συνάντησαν ένα σκέλεθρο παλιάς καλύβας, όπου ο ιδιοκτήτης του χωραφιού κοιμόνταν αυτού στο τέλος του καλοκαιριού, για να προστατέψει το καλαμπόκι του από τους ασβούς και τις αλεπούδες.
     Άφησαν τα πράγματά τους, έτρεξαν γύρω, βρήκαν ελατοκλώναρα και στέριωσαν τη σκεπή της. Ψάχνοντας, όσο φώτιζε η μέρα, μάζεψαν ελατίσιες φλούδες και τη σκέπασαν, και φτέρες ξηρές που τις έστρωσαν κάτω για στρώμα. Βρήκαν και δύο μικρές αποκορές και τις έβαλαν προσκέφαλο. Μετά κρέμασαν τα σακίδιά τους και ξαπλώθηκαν στα γιατάκια τους αναπαυτικά χωρίς παράπονο. Δεν πεινούσαν. Είχε βουρκώσει η ψυχή τους και συγκρατιόνταν από αντάρτικη αξιοπρέπεια να διαμαρτυρηθούν.
     Φτάνει πότε πότε μια στιγμή που πνίγεται η φωνή τους. Φουσκώνει το στήθος τους, ήθελαν να βγάλουν ένα αναστεναγμό – μα όχι. Και δεν χρειάζονταν ν’ ανταλλάξουν σκέψεις, ώσπου να καταλαγιάσει η ψυχική τρικυμία. Σκεπασμένοι με τις βασανισμένες χλαίνες τους, αρχίζουν τον εσωτερικό μονόλογο. Ξεπετιόνταν από τις βαθιές φωλιές της ψυχής τους τα θέματα της ζωής και του χρέους. Έμπαιναν σε ενέργεια, χωρίς δύναμη απόκρισης, βασικές πνευματικές και ψυχικές λειτουργίες τους, που βρίσκονταν σε σχετική άδεια. Και ξαναεπέστρεφαν σαν μαύρα πουλιά, χωρίς ένα δελτίο πληροφοριών στο ράμφος τους.
     Κακό τους όνειρο είναι τούτη η πραγματικότητα, έψαχναν να βρούνε τον αρμόδιο ν’ απολογηθούν. Ήθελαν να τον βεβαιώσουν ότι έπρεπε να είναι νεκροί. Και τί έφταιγαν που είναι ακόμη ζωντανοί; Αλλά δεν ξέρει κανένας τι τους περιμένει στο αύριο. Κάποιοι συνειρμοί ξέκοβαν από μακριά να τους συμβουλέψουν ότι δεν πρέπει να ερευνούμε τόσο κεφαλαιώδεις αιτίες. Γι’ αυτές μόνο η καθοδήγηση γνωρίζει! Με μια υποψία χλαίνης για σκέπασμα πάνε κι έρχονται σκέψεις και σκέψεις που δεν τολμούν να τις εκμυστηρευθούν ούτε στον άφωνο έλατο που τους προστατεύει. Δεν ήταν η αποψινή μα και η κάθε νύχτα που λογοδοτούσαν σε κάποιο αόρατο δικαστή. Είχαν όμως και τα ωραία τους: παρατάξεις, νίκες, δόξες, χρυσά μετάλλια στα στήθη. Ανταμώματα με τόσους συντρόφους που τα κόκαλά τους ασπρίζουν άθαφτα στα δάση. Κι έρχονταν η μουσική της νύχτας ντυμένη τον απόηχο από τα ουρλιαχτά του λύκου και του τσακαλιού, μαζί με τους πένθιμους ψαλμούς της κουκουβάγιας και του νυχτοκόρακα. Ήταν ο ύπνος τους στο μεταίχμιο μιας διαδικασίας ύπνου και ξύπνου.
     Κατά το χάραμα ξύπνησαν. Άρχισαν κάποιες ασκήσεις για να συνέλθουν από το νυχτερινό κρύο και να χαρούν τον ήλιο, που σε λίγο θα τους ζεστάνει και θα τους στεγνώσει από τη νυχτερινή υγρασία. Ύστερα κατέβασαν τα σακίδια με τα βρασμένα κάστανα, να βάλουν κάτι στο στόμα τους να ψυχοπιάσουν. Αυτό θα ήταν το πρωινό τους ρόφημα. Κι έμειναν αποσβολωμένοι και οι τρεις κοιτάζοντας ο ένας τον άλλο με ανησυχία. Τα σακούλια ήταν άδεια. Κάποιος να τους τα πήρε; Αλλά ποιος; Ήταν δυνατόν να περάσει κάποιος αντάρτης σε τούτο τον απόδιαβο τόπο, χωρίς να τον αντιληφθούνε; Και δεν έπαιρνε και το σακούλι;
     Μα το μυστήριο λύθηκε αμέσως.
     Την ίδια στιγμή που αναζητούσαν εξηγήσεις, δυο-τρεις σκίουροι κατέβαιναν απ’ τον έλατο, ο καθένας με κατεύθυνση το δικό του σακούλι. Η φουντωτή ουρά τους όλο καμάρι για τη νίκη τους κουνιόταν περήφανα. Με τα πανέξυπνα μάτια τους, μόλις μας αντιλήφθηκαν, με το τελευταίο κάστανο στο στόμα τους, έφυγαν τρέχοντας χωρίς να μας πούνε ένα χαίρε! Γελάσαμε για το νούμερο αυτό, κι ας μας αφαίρεσε το πρωινό μας. Αυτοί λοιπόν ήταν οι νυχτερινοί αλεξιπτωτιστές, πράκτορες του Γενικού Επιτελείου Στρατού, για την εξόντωση των υπολειμμάτων του Δημοκρατικού Στρατού. Τους συγχωρήσαμε για λόγους αλληλεγγύης. Γι’ αύριο, έχει ο θεός! «Η γαρ αύριον μεριμνήσει τα εαυτής».2

Ασυνείδητο και πραγματικότητα

Μας κρατεί δέσμιους ο τόπος μας, ενώ δεν έχει τίποτα να μας προσφέρει. Ούτε ασφάλεια, ούτε τροφή, που το πρόβλημά της είναι δραματικό. Δεν υπάρχει λόγος σημαντικός να μας κρατά, εκτός από τα ψυχολογικά μας δρώμενα. Γνωρίζουμε ότι ο Γράμμος έπεσε και οι αντάρτες πορεύονται για τις χώρες του Σοσιαλισμού. Στο τέλος Αυγούστου μάθαμε από χειρόγραφες προκηρύξεις ότι ο Διαμαντής (Γιάννης Αλεξάνδρου), στρατηγός-διοικητής της ΙΙ Επίλεκτης Μεραρχίας του ΔΣΕ, σκοτώθηκε στα Μάρμαρα Φθιώτιδας, στις 21 Ιουνίου 1949. Όμως μάθαμε και κάτι ευχάριστο, μικρή πνοούλα αισιοδοξίας. Από κομμάτι εφημερίδας τον Σεπτέμβρη του 1949 μάθαμε πως η Κίνα έγινε λαϊκή δημοκρατία με αρχηγό τον Μάο Τσε Τουνγκ.
     Για μας η κατάσταση κάθε μέρα που περνά γίνεται σοβαρή. Ένας δρόμος υπάρχει: η έξοδος προς την Αλβανία. Η περιοχή είναι λίγο-πολύ γνωστή, κι από τον πόλεμο του 1940 κι από τη μεγάλη πορεία του Αρχηγείου Ρούμελης το 1947 προς τα σύνορα, για προμήθεια πολεμικών ειδών. Όμως η δημιουργία μικροομάδων με συνειδητή πειθαρχία είναι δύσκολη. Στην ψυχή των συναγωνιστών βόσκει ένα ψυχολογικό κενό, που ενισχύεται από σωρεία ελλείψεων: οπλισμό, επιμελητεία και, το σπουδαιότερο, από ηγήτορα ικανό να παίξει σημαντικό ρόλο στην πρόσφατη αντιστασιακή μας ιστορία.
     Καιρός να επιστρέψουμε στην άχαρη καθημερινότητα. Αυτές τις ημέρες μαζέψαμε σταφύλια και φκιάσαμε πετιμέζι. Γεμίσαμε από ένα μπουκάλι ο καθένας για τη μελλοντική μας πορεία. Καρύδια δεν υπάρχουν, παρά μόνο κάστανα, που μας βοήθησαν να σταθούμε στα πόδια μας. Θα είναι με οικονομία το ταχτικό μας συσσίτιο. Όμως για κείνο που ενδιαφερόμαστε περισσότερο είναι να βρούμε ένα ζευγάρι κιάλια κι έναν καφόμυλο ν’ αλέθουμε, όπου βρίσκουμε, κριθάρι-σιτάρι-καλαμπόκι. Ακόμα κάναμε μια δοκιμή ανακάλυψης τροφίμων που εγκατέλειψε ο στρατός σε περιπτώσεις διανομής σε μικρά τμήματα.
     Ήταν μια ηλιόλουστη χινοπωριάτικη μέρα του Οκτώβρη 1949 που ξεκινήσαμε, έστω δοκιμαστικά, για μια τέτοια επιχείρηση. Στη θέση Άι-Λια του Νεχωριού έρχονταν μεταγωγικά του στρατού από Καρπενήσι, με τρόφιμα που τα παραλάβαινε ένα τμήμα από τη δύναμη που υπήρχε στην Αγία Τριάδα. Όταν τελείωσε η διανομή, τα δυο τμήματα συμπτύχτηκαν προς Καρπενήσι και Αγία Τριάδα. Εμείς με προφυλάξεις πλησιάσαμε το οροπέδιο του Άι-Λια που ερημώθηκε. Όμως αναβάλαμε τη μετάβασή μας στο χώρο της διανομής από μια ενστιχτώδη παρόρμηση, που μας ειδοποιούσε να μην πάμε ακόμα.
     Κάνοντας λοιπόν πράξη τη δυσπιστία μας, αφήσαμε να κυλήσει λίγος χρόνος. Και τότε είδαμε να κατεβαίνουν από τη μεριά της εκκλησούλας μια ομάδα ώς πέντε-έξι στρατιώτες με τα όπλα στα χέρια και να προχωρούν προς Αγία Τριάδα. Πολλές φορές άφηναν σαν δολώματα κομμάτια κουραμάνας, ανοιχτές κονσέρβες και αποτσίγαρα (γόπες) για τους πεινασμένους αντάρτες. Έτσι τους ξεγελούσαν και τους παρέσυραν να αρπάξουν κανένα ψίχουλο ή καμιά γόπα και τους σκότωναν εν ψυχρώ. Για λόγους ανθρωπιστικούς!
     Τώρα είδαμε με τα μάτια μας τη «χριστιανική» αγάπη τους. Μελαγχολικοί επιστρέψαμε στη λούφα μας, χωρίς να οικονομήσουμε τίποτα.
     Μια νύχτα με τον Τσιαξίρη κινήσαμε για κάποια δουλειά, με δρομολόγιο Αγία Παρασκευή-Τραγούσι. Σε μια σπασμένη καλύβα φκιάσαμε το γιατάκι μας και στον έλατο κρεμάσαμε τα ταγάρια μας με λίγα βρασμένα κάστανα. Το πρωί ξυπνήσαμε και, ψάχνοντας για πρωινό ρόφημα λίγα κάστανα, δεν βρήκαμε σχεδόν τίποτα. Σκίουροι όλη νύχτα ανεβοκατέβαιναν στον έλατο, άρπαζαν τα κάστανα και τα πήγαιναν στις φωλιές τους.

Προς την τελική λύση

Ψυχολογικά δεν αισθάνομαι καλά. Στη σκέψη περνά, όπως σε ταινίες με διαλείμματα και διακοπές, ένας βασανισμένος και ηρωικός κόσμος, που αρνήθηκε κάθε συμβιβασμό, στο όνομα της γνήσιας δημοκρατίας.
     Όμως τα πράγματα δεν δικαίωσαν τις ελπίδες και τις προσδοκίες μας. Στην υπόθεση του έργου παρουσιάζονται αστάθμητοι παράγοντες, που επιταχύνουν και οριστικοποιούν την ιδέα της τελικής λύσης. Και η τελική λύση είναι αυτή που θα μας οδηγήσει στις σοσιαλιστικές χώρες με τις οποίες συνορεύει η πατρίδα μας.
     Στο τέλος του Οκτώβρη του 1949, συναντηθήκαμε τυχαία στο χωριό, στον κήπο μου, θέση Κωστάκη, με τους παρουσιασθέντες Κατσακιώρη Τάκη και Κλειτσάκη Θανάση από τη Μερκάδα. Στη συζήτηση που έγινε και που δεν είχε άλλο σκοπό παρά την παρουσίασή μας, εμείς αποκλείσαμε οριστικά την πρότασή τους. Και κλείσαμε τη συζήτηση με μια δραματική κουβέντα:
     –Κι εσείς φύγετε τώρα και καλήν αντάμωση στον Κάτω Κόσμο. Είστε αδερφικοί φίλοι και δεν θ’ απλώσουμε χέρι πάνω σας. 
     Με υγρά μάτια χωρίσαμε. Αυτοί έφυγαν προς Άι-Γιώργη, όπου ήταν η βάση τους. Εμείς μείναμε με την ιδέα του μεγάλου ταξιδιού.
     3η Νοέμβρη 1949. Σήμερα ψιλόβρεχε. Πυκνή ομίχλη σκέπαζε το χωριό. Δεν βλέπεις το δάχτυλό σου, «άκρα του τάφου σιωπή». Στη ρίζα μιας γέρικης κερασιάς καθίσαμε οι τρεις μας με τη βουή απ’ τις σκέψεις που μας τριγύριζαν σα μυθικά πουλιά. Έγινε μια οριστική συζήτηση, με τα υπέρ και τα κατά. Η μεγάλη απόφαση για τη φυγή μας προς την Αλβανία φαίνεται δύσκολη επιχείρηση. Όμως δεν υπάρχει άλλος δρόμος. Ναι μεν υπήρχε συναισθηματική φόρτιση στη διάρκεια της συζήτησης, όμως από την ψυχή μας που βρίσκονταν σε αναστάτωση, σε τρικυμία, προσπαθώντας ο καθένας μας να το αποκρύψει, έπρεπε να καταλάβουμε πως ο συναισθηματισμός δεν ήταν καλός οδηγός.
     Και πάρθηκε η απόφαση για την έξοδό μας προς τις χώρες του Σοσιαλισμού, και κατά προτίμηση την Αλβανία. Επειδή βοσκούσε η ιδέα της αναχώρησής μας προς τις χώρες του βοριά, φάγαμε τον τόπο να βρούμε ένα ζευγάρι κιάλια, τόσο απαραίτητα για ένα τέτοιο δρομολόγιο. Το αποτέλεσμα των ερευνών μας υπήρξε ένας καφόμυλος που θα μπορούσε να τρίψει σιτάρι ή κριθάρι. Άρχισε η ετοιμασία του επισιτισμού μας. Γεμίσαμε τα σακίδια με κάστανα, καρύδια και φρούτα της εποχής, με το πετιμέζι κι ελάχιστο αλεύρι. Αυτή θα ήταν η επιμελητεία μας για το μεγάλο ταξίδι.
     Στη συνέχεια έγινε συζήτηση για τη διανυκτέρευση. Ο Τσιαξίρης και ο Μοράβας πρότειναν το σπίτι της Ξάνθης που βρίσκεται στην πατωσιά του χωριού. Το σπίτι περιβάλλεται από ψηλές ξυλόφραχτες, που εκ προοιμίου δημιουργούσαν ένα επικίνδυνο εμπόδιο σε περίπτωση διαφυγής μας. Εγώ διαφώνησα και πρότεινα τα Ζερβέικα σπίτια που βρίσκονταν στο ψηλότερο μέρος του χωριού, σε φυσικά οχυρή θέση. Από το σημείο αυτό κάθε θόρυβος θα γινόταν αντιληπτός κι εμείς είχαμε σίγουρο σημείο διαφυγής το δάσος, που βρίσκεται στην πόρτα μας. Οι άλλοι δεν συμφώνησαν, με τη δικαιολογία της κακοκαιρίας, της πυκνής ομίχλης και της παγωμένης βροχής, γιατί ο στρατός σπάνια κινείται έξω από τη βάση του σε τέτοιες περιπτώσεις.
     Έφτασε το σούρουπο. Σκοτείνιασε το ανταριασμένο χωριό. Πολλοί πέρασαν σήμερα και χάθηκαν. Έπιασαν κάποιο λημέρι να ξενυχτίσουν. Κι εμείς πορευόμαστε με προσοχή να μην αφήσουμε ντορό ή πετάξουμε κάποια καστανόφλουδα, και ο εχθρός να υποθέσει ότι υπάρχουν κάπου εδώ «συμμορίτες».
     Ανοίξαμε την εξώπορτα της αυλής του σπιτιού της μακαρίτισσας Ξάνθης, μιας γυναίκας που με την επιστροφή της από την Κωνσταντινούπολη έφερε και τη μόδα του καπνίσματος. Το Νεχώρι, τότε, είχε πολλούς ξενιτεμένους στη Βασιλεύουσα και δόθηκε η ονομασία Πολιτοχώρια σε όλα τα χωριά του Δήμου Τυμφρηστού. Βαδίσαμε λίγο στην πλακόστρωτη αυλή, έτσι σαν να μας τραβούσε κάποιος, χωρίς διάθεση, σαν να επρόκειτο κάτι να πάθουμε. Ύστερα μπήκαμε στο ισόγειο με τα άφθονα καυσόξυλα. Γύρω από το σπίτι υπήρχαν πυκνές ξυλόφραχτες, που σε περίπτωση αιφνιδιασμού ήμασταν πιασμένοι. Ο Τσιαξίρης άναψε φωτιά, γέμισε με νερό το μεγάλο πολίτικο αρβαλωτό3 της Μηχιωτοβαγγελής, για να φκιάσουμε το μέλανα ζωμό. Άφθονο νερό και μικρή ποσότητα αλεύρι.
     Εγώ ήμουν ανήσυχος. Από κάποια προαίσθηση βγήκα στον κήπο. Εκεί υπήρχε μεγάλη κρεβατίνα με άσπρα σταφύλια, που έσταζαν νερό από το φθινοπωριάτικο πρωτοβρόχι. Πιο πέρα άσπριζε ένας μεγάλος σκελετός αλόγου. Μακάβριο θέαμα για τη σύνθεση δυσάρεστων αισθημάτων. Συνέχεια, προσπαθώντας να συλλάβω ήχους, άκουγα τα γαυγίσματα των λίγων αδέσποτων σκυλιών που περιφέρονταν κι αυτά στο χωριό, με το χαρακτηριστικό ότι γαυγίζουν άνθρωπο. Και πάλι ήρθε σαν δικαιολογία ότι πέρασαν κάποιοι που κινούνταν προς διάφορες κατευθύνσεις. Έτσι, δεν ήθελα να φυλακιστώ στο ισόγειο που έβραζε ο χυλός, σα να είχα την ευθύνη να εξηγώ κάθε ήχο που έφτανε στ’ αυτιά μου. Αυτή η έντονη νυχτερινή διαμαρτυρία των σκύλων προέρχονταν σίγουρα από συνάντηση με ανθρώπους. Δεν μπόρεσα να εκτιμήσω και άλλους λόγους που δυνατό να υπήρχαν.
     Ξαναμπήκα στο κατώι που έβραζε η κουρκούτη και κάθισα. Ο Τσιαξίρης κατέβασε από τη φωτιά το φαγητό, διαμαρτυρόμενος να μην αρχίσουμε να τρώμε, ώσπου να κρυώσει. Εγώ δεν άντεχα στον πειρασμό της πείνας κι έφερα μια κουταλιά στα χείλη μου. Δεν άνοιξα το στόμα να καταπιώ, γιατί μου φάνηκε πως άκουσα θόρυβο έξω από το σπίτι. Και πριν προλάβουμε να ειπωθεί κάποιο σχόλιο, κάποια πρόταση, όλοι με το κουτάλι κοντά στα χείλη μας, ξέσπασαν πυκνά πυρά οπλοπολυβόλων και αυτόματων. Φωτοβολίδες φώτισαν το πυκνό σκοτάδι, ατομικά όπλα, χειροβομβίδες, φωτοβολίδες έδιναν τη σκηνή μεγάλης μάχης, ώσπου ακούστηκε μια άγρια προσταγή: ΠΑΡΑΔΟΘΕΙΤΕ!
     Όσο ν’ απαντήσουμε στους πολιορκητές, εγώ πέταξα ένα μικρό, μα σημαντικό ημερολόγιο για το χρόνο κίνησης της Μεραρχίας. Ο Μοράβας τρύπωσε στους σωρούς των ξύλων. Εγώ πλησίασα την πόρτα και τους φώναξα: 
     –Ρε παιδιά! Μην τουφεκάτε άλλο, τρεις άνθρωποι είμαστε! Μη φοβάστε! Μόνο ένα σαρανταπεντάρι περίστροφο έχουμε. Πάρτε το!
     Και τότε ακούστηκε μια φωνή που έλεγε: 
     –Βρε παιδιά, είναι ο δάσκαλος. Μην τους σκοτώνετε.
     Ήταν η φωνή του μακαρίτη προέδρου του χωριού, Θανάση Κρέτση, που είχε τρυπώσει σ’ ένα αυλάκι. Ξαφνικά, μου φάνηκε πως όλα αυτά που βλέπω και ακούω είναι μια διαβολική σκηνοθεσία. Εγκεφαλική παράκρουση, που κάποιοι άγνωστοι μηχανισμοί την έβαλαν σε κίνηση και δημιούργησαν μια τραγικά φριχτή εικόνα του παράλογου. Μα, ΟΧΙ! Ήταν κάτι πραγματικό και δραματικό αυτό που ακολούθησε.
     Ήρθαν και μ’ αγκάλιασαν κλαίγοντας γνωστοί μου παλιοί αντάρτες με αναφιλητά. Ήταν ο Λέρης από τη Μυρίκη Καρπενησίου, ήταν ο Πανάγος από την Κάτω Αγόριανη Παρνασσίδας, ήταν ο Κατσούδας Κ. από Καλεσμένο Ευρυτανίας, ήταν ο Γεώργιος Δροσόπουλος από το χωριό Γκολέμι Αταλάντης, ο Βαβάτσικος Γιάννης από το χώρο του Αγρινίου. Τέλος, επικεφαλής της Διμοιρίας των παρουσιασθέντων ανταρτών ήταν ο Παναγιώτης Κωστάκος από Αγία Παρασκευή Αταλάντης και ο Σπύρος Μούρτος από Καρούτες Λιδωρικίου. Πνιγμένοι στα δάκρυα και αυτοί, μας αγκαλιάζουν, φιλιόμαστε, και μας δίνουν θάρρος ότι θα μας βοηθήσουν.
     Την ίδια στιγμή που βροντούσαν τα όπλα στο σπίτι της Ξάνθης, στην εκκλησία του χωριού ήταν γονατισμένοι οι χωριανοί μας που ήρθαν στο εγκαταλειμμένο, από το 1947, χωριό τους, Νεχώρι Τυμφρηστού, με συνοδεία διμοιρίας. Ύστερα από τρία χρόνια εκπατρισμού προσεύχονται στον άγνωστο Θεό του Εμφυλίου Πολέμου, που βρίσκονταν στο τέρμα του. Κι εμείς, ως άοπλοι ιππότες της ελεεινής μορφής, με τη συνοδεία της Διμοιρίας, που αποτελούνταν από αντάρτες πιασμένους ή παρουσιασμένους, μ’ επικεφαλής διμοιρίτες που παραπάνω αναφέραμε, καταλύσαμε στην εκκλησία της Κοίμησης.
     Εκεί μας περίμενε η τραγικότερη εικόνα της ζωής μας. Είδαμε τους χωριανούς μας να κάθονται γονατιστοί, κολλητά ο ένας πάνω στον άλλο. Μαζί τους ήταν και ο παπάς του χωριού παπα-Βύρος και τους διάβαζε ευχές. Η εμφάνισή μας μέσα στο θαμπό φως του ναού, γιατί ήταν μεσάνυχτα, σκόρπισε ρίγη φόβου και συγκίνησης, όταν μας είδαν ρακένδυτους και ξυπόλυτους σχεδόν, να μπαίνουμε στο ναό, τέτοια φοβερή στιγμή. Σηκώθηκαν όλοι όρθιοι να μας αγκαλιάσουν. Ανάμεσα στους χωριανούς μας ήταν και οι δυο ανύπαντρες αδερφάδες μου Μαριγούλα και Αθηνά, η θεια μου Νίκη και άλλοι γείτονες και φίλοι. Ο μακαρίτης Παπα-Βύρος αναφέρθηκε στη «θεία επέμβαση» που μας φώτισε να επιστρέψουμε στην Κοινωνία του Χριστού, για να ησυχάσει ο κόσμος. Εμείς, ταξιδεύοντας σ’ έναν άλλο κόσμο που δεν μπόρεσε να ολοκληρώσει τους σκοπούς του, πιάσαμε μιαν άκρη στο γυναικωνίτη της εκκλησίας, άφωνοι.
     Οι φαντάροι στη συνέχεια μας έφεραν αφράτο, άσπρο ψωμί, χάσικο, και φάγαμε σαν πεινασμένοι λύκοι. Ο Κωστάκος μας πλησίασε και μας έδωσε θάρρος πως θα φροντίσουν όλοι τους. Πολλά χρόνια μετά, ο Παναγιώτης Κωστάκος, πρόεδρος της κοινότητας Αγίας Παρασκευής Λοκρίδας, μ’ επισκέφτηκε στο σπίτι μου, Έσλιν 33, στη Λαμία και τα είπαμε. Εντυπωσιάστηκε που είδε την πλειοψηφία της Διμοιρίας να μας φροντίζει, μας αγκάλιασε κλαίγοντας και πρόσθεσε: «Πήραμε απόφαση να σας σώσουμε, γιατί όλα τα παιδιά της διμοιρίας απαιτούσαν τη σωτηρία σας». Σαν ένδειξη των αισθημάτων τους, περασμένα μεσάνυχτα, ο διμοιρίτης Σπύρος Μούρτος από τις Καρούτες Δωρίδας, μου έφερε μόνος του το ημερολόγιο και μου το έδωσε. Αυτό όμως, από τις συνεχόμενες έρευνες και το κρύψιμό του, σχεδόν καταστράφηκε και σώζεται σήμερα μονάχα ένα φύλλο. ΕΝΑ!
     Οι στρατιώτες πήραν μέτρα ασφάλειας. Εγώ, παρ’ όλη τη σωματική και ψυχική κούραση που είχα, δεν έκλεισα μάτι. Μου φαινόταν πως βρισκόμουν ανάμεσα στα νερά του Ασπροπόταμου που βουίζουν συνέχεια ψηλά στα Τζουμέρκα. Έφερνα στη μνήμη μια τρίχρονη ζωή στο Δημοκρατικό Στρατό. Σκεφτόμουν αυτά τα παιδιά και τ’ αθώα κορίτσια που περίμεναν τη Λαϊκή Δημοκρατία να λύσει τα αιώνια, άλυτα προβλήματα της φτωχολογιάς. Θυμάμαι τους υπεράνθρωπους αγώνες των ανταρτών του Δημοκρατικού Στρατού. Τα εκπατρισμένα χωριά μας, το κυνήγι των απλών ανθρώπων του Λαού μας, τα βασανιστήρια, τις εκτελέσεις. Κάποτε ελπίζω να βρεθούν οι αιτίες που οδήγησαν στην ήττα το πιο λαμπρό αντιστασιακό κίνημα της νεώτερης εποχής. Προς το παρόν δεν με απασχολεί η μοίρα μου. Ό,τι θέλει, ας γίνει. Οι πόρτες των οραμάτων έκλεισαν. Μόνο οι θυσίες έχουν το λόγο.

Και τώρα… ενώπιος ενωπίω

Και τώρα ανοίγεται ίσως η πιο τραγική σελίδα της ζωής μου. «Βίβλοι αποκαλύπτονται και κρυπτά δημοσιεύονται».4 Αυτοί έχουν τεράστιους μεγεθυντικούς φακούς και μεγαλοποιούν τα άτομα και τα έργα τους… «Ουαί –λοιπόν– τοις ηττημένοις».
     Ποια είναι η γραμμή της στρατιωτικής αρχής; Πέστα όλα! Ξεχωρίζουν γνωστά ρουμελιώτικα ονόματα αγωνιστών, που τα κρατούν στους καταλόγους τους, χωρίς τα στοιχεία που θέλουν. Δηλαδή, αν είμαστε εκτελεστές, φονιάδες, τύραννοι αθώων ανθρώπων. Και είναι χιλιάδες οι απλοί μαχητές που βρίσκονται στα χέρια μιας μισαλλόδοξης κυβέρνησης, που σέρνεται από τους Αμερικάνους και από τα πιο αντεθνικά στοιχεία που κυβερνούν τη χώρα. Αυτοί, με τη βοήθεια ενός εξωνημένου Τύπου, με τις προκατασκευασμένες κατηγορίες, με όλα τα μέσα της προπαγάνδας και των μέσων ενημέρωσης, με τις πλαστές καταθέσεις στελεχών, με κάθε μέσο της πανουργίας έχουν συντάξει το βαθμολόγιο της δικαιοσύνης τους: ΘΑΝΑΤΟΣ! Ο θάνατος φτερουγίζει σ’ όλες τις αίθουσες της ελληνικής δικαιοσύνης.
     Βέβαια, οι διμοιρίτες Κωστάκος και Μούρτος μας δήλωσαν πως θα υποστηρίξουν ότι παρουσιαστήκαμε, ότι δεν αντισταθήκαμε, ότι δείξαμε καλή «συμπεριφορά», ότι και το χωριό που μας είδε ήθελε να βοηθήσει τη Διμοιρία, που χωρίς αίματα και σκληρότητα πέτυχε τη σύλληψη των τριών ανταρτών. Και κάνει την ευχή να σταματήσει ο εμφύλιος σκοτωμός στη χώρα.
     Ξεκινούμε απ’ το αγαπημένο μου χωριό, με τις πιο δυσοίωνες προβλέψεις. Και οι τρεις μας δώσαμε λόγο να μην αρχίσουμε τις φλυαρίες των καταθέσεων που ζητούν τα Α2 του στρατού. Λίγα στοιχεία, που να μην πηγάζουν από τη δράση μας ούτε και τη δράση άλλων γνωστών και που οδηγούνε μοιραία σε δύσκολη θέση. Κλειστό λοιπόν το στόμα, όσο είναι ικανή η αντοχή μας στα βασανιστήρια που θα μεταχειριστούν, για να μας εμπλέξουν σε βαριές κατηγορίες. ΟΧΙ ΟΝΟΜΑΤΑ! Όσο μπορέσουμε να μεταχειριστούμε τη μέθοδο των ελιγμών, να μη λυγίσουμε στον πρώτο ξυλοδαρμό και τις κλωτσιές. Θα βαρύνει τελικά η κατάθεση των διμοιριτών και των άλλων πρώην ανταρτών, που θα προσπαθήσει το Δεύτερο Γραφείο να τους τρομοκρατήσει για να καταθέσουν επιβαρυντικά, ιδιαίτερα για μένα. Μπορεί να απαιτήσουν καταδόσεις όπλων σε φανταστικά καταφύγια και άλλων ειδών ιματισμού, υπόδησης, ακόμα και χρυσού.
     Μ’ αυτές τις σκέψεις κατεβαίνουμε ολοπόταμα προς τον Άι-Γιώργη. Κοντά μας ακολουθεί το χωριό και οι δικοί μου. Τέτοια τραγική εικόνα θα μπορούσε κανένας να βρει στον Όργουελ. Ο Σπερχειός, εδώ είναι οι πηγές του, επιτελεί το έργο του ανέμελα. Πότε γαλήνιος, πότε οργισμένος, η προσωπική του ιστορία κλείνει τις σελίδες της στο Μαλιακό Κόλπο. Εμείς όμως, όσο πλησιάζουμε κατοικημένο τόπο,  τόσο το χτυποκάρδι γίνεται πιο έντονο. Γνωρίζουμε πρόσωπα και πράγματα του Άι-Γιώργη. Είχαμε αγαθές σχέσεις με τους φιλήσυχους κατοίκους του, που πολλών τα παιδιά ήταν αντάρτες του Δημοκρατικού Στρατού.
     Εγώ προσωπικά ποτέ δεν φαντάστηκα ότι θα με αντικρύσουν οι χωριανοί μου, οι αδερφές μου, καθώς ανεβαίνω με το σταυρό μου προς τον Γολγοθά, σ’ αυτά τα χάλια. Ένας αδύνατος άντρας, ρακένδυτος, με λίγα γένια, ανέκφραστος, που όλο προσπαθούνε οι χωριανοί μου να με πλησιάσουν για ενθάρρυνση.
     Καθώς πλησιάζουμε στον Άι-Γιώργη, είπα στους διμοιρίτες να πάρουν μέτρα ασφάλειας, γιατί οι εθνικόφρονες του Άι-Γιώργη μας γνωρίζουν και μπορεί να προσπαθήσουν να μας επιτεθούν. Και οι δυο τους με βεβαίωσαν πως δεν θα γίνει τίποτε. Όταν φάνηκαν τα πρώτα σπίτια του χωριού, έβαλαν επικεφαλής της φάλαγγας έναν οπλοβολητή με την εντολή οποιαδήποτε επιθετική ενέργεια να την τσακίσουν. Και πρόσθεσαν, μεταξύ σοβαρού και αστείου: «Και ύστερα, δάσκαλε, γυρνάμε πίσω στα βουνά μαζί». Στον Άι-Γιώργη μας παρέδωσαν σ’ ένα στρατιωτικό τμήμα και μας έκλεισαν στο κρατητήριο, με φύλακα σκοπό.
     «Επί ξυρού ακμής», μετά από τόσες ιδέες και όνειρα, θυσίες, που περιμένουν τη δικαίωσή τους. Αγώνες για μια Ελλάδα δημοκρατική και ανεξάρτητη, που παραμέρισε η αγγλο-αμερικάνικη επέμβαση μια και δυο φορές. 
     «Επί ξυρού ακμής», τώρα. Αν κι έγινε σκληρό κι ανθεκτικό το τομάρι μας, θα δοκιμασθεί η αντοχή μας στις καινούργιες μεθόδους τυραννίας. Θα περάσουμε κάτω από καυδιανά δίκρανα. 
     «Επί ξυρού ακμής», με το κεφάλι ψηλά.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Η δημοσιά του Βολοκολάμσκ, έργο του Αλεξάντερ Μπεκ, κυκλοφορεί, μεταφρασμένο στα ελληνικά, το 1947. Βλ. Άννα Ματθαίου-Πόπη Πολέμη, Η εκδοτική περιπέτεια των ελλήνων κομμουνιστών. Από το βουνό στην υπερορία 1947-1968, Βιβλιόραμα-ΑΣΚΙ, Αθήνα 2003, σ. 25, 148. Το βιβλίο επανεκδίδεται στα ελληνικά το 1965 και το 1979.

2. Κατά Ματθαίον, 6, 34.

3. αρβαλωτό: χάλκινο μαγειρικό σκεύος.

4. «Βίβλοι διανοίγωνται και τα κρυπτά δημοσιεύονται»: από το κοντάκιο του Ρωμανού του Μελωδού «Τη Κυριακή της Αποκρέου».

Αναδημοσίευση από http://www.snhell.gr/testimonies/writer.asp?id=143

Σάββατο, 28 Ιανουαρίου 2012

Η δράση του Μιχάλαγα


Γράφει ο ΗΛΙΑΚΟΣ

Ο Μιχάλης Παπαδόπουλος, γνωστότερος ως Μιχάλαγας, ήταν από τις  κυριότερες μορφές της κατοχικής περιόδου στην Δυτική Μακεδονία, ειδικά στην περιοχή της Κοζάνης.
 Ήταν πρόσφυγας απ’τον Πόντο και εγκαταστάθηκε στα Σέρβια, όπου ανέπτυξε έντονη εμπορική δράση ασχολούμενος  με ζώα και γεωργικά προϊόντα. Ήταν αγαπητός στους συγχωριανούς του, γι’αυτό άλλωστε και του έδωσαν το τιμητικό προσωνύμιο Αγάς (εξ’ου και το Μιχάλαγας). Όπως οι περισσότεροι πρόσφυγες ήταν φιλικά προσκείμενος προς τον φιλελεύθερο βενιζελικό χώρο και εκφραζόταν συχνά εχθρικά προς το καθεστώς Μεταξά.
"Διχασμένη Χώρα" του Τζέφρι Τσάντλερ, φωτογραφικό παράρτημα
  Από το ξεκίνημα του αντάρτικου αγώνα στην Κατοχή, βοηθούσε έμπρακτα το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Χρηματοδοτούσε το ΕΑΜ Σερβίων και ενίσχυε τους πρώτους αντάρτες του ΕΛΑΣ στον Όλυμπο με άρβυλα και στρατιωτικό υλικό.
  Στις αρχές του 1943 όμως οι σχέσεις του Μιχάλαγα με το ΕΑΜ διερράγησαν.  Σύμφωνα με την πιθανότερη εκδοχή, η αφορμή ήταν ένα περιστατικό ζωοκλοπής κοντά στον Σαραντάπορο. Εκεί κάποιοι ζωοκλέφτες είχαν κλέψει κάποια κοπάδια αιγοπροβάτων του Μιχάλαγα. Αυτός διαμαρτυρήθηκε στην τοπική ηγεσία του ΚΚΕ/ΕΑΜ με την οποία συνεργαζόταν, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Αντιμετωπίστηκε αρχικά με αδιαφορία, με εχθρικότητα στην συνέχεια. Οι κομμουνιστές προτίμησαν να καλύψουν τους ζωοκλέφτες απ’το να διατηρήσουν τις σχέσεις τους με τον Μιχάλαγα.
   Ο κυριότερος λόγος αυτής της αλλαγής στάσης απέναντί του ήταν η έλλειψη πλήρους εμπιστοσύνης στο πρόσωπό του. Αυτό είχε να κάνει με μία ανταγωνιστική προς το ΕΑΜ αντιστασιακή οργάνωση που δρούσε στην περιοχή της Κοζάνης και λεγόταν ΕΚΑ (Ένωσις Κοινωνικής Αμύνης). Αποτελείτο κυρίως από αξιωματικούς της πόλης και εμπόρους της ευρύτερης περιοχής, και θα μπορούσε να χαρακτηριστεί σαν μία τοπική έκφραση της αντιστασιακής ΠΑΟ που είχε ιδρυθεί στην Θεσσαλονίκη απ’το 1941 με την αρχική ονομασία ΥΒΕ. Το ΚΚΕ/ΕΑΜ υποπτευόταν ότι ο Μιχάλαγας είχε σχέσεις με την ΕΚΑ επειδή σε αυτήν ήταν ένας έμπορος στενός συγγενής του. [1]
  Ένας ακόμα λόγος ήταν η υποστήριξη που παρείχε ο Μιχάλαγας στον  Μιχάλη Πεχλιβανίδη που ήταν κουμπάρος του. Ο Πεχλιβανίδης ήταν αγροφύλακας στην Σκάφη και αρχικά ήταν στον ΕΛΑΣ αλλά κατόπιν απεχώρησε. Ο ΕΛΑΣ επιχείρησε ανεπιτυχώς να τον δολοφονήσει στις 16/12/1942. Ο Πεχλιβανίδης ενημέρωσε σχετικώς τον Μιχάλαγα ο οποίος με την σειρά του διαμαρτυρήθηκε στους τοπικούς ηγέτες του ΕΑΜ. [2]
Για όλους αυτούς τους λόγους επήλθε η ρήξη Μιχάλαγα και ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, και από φίλος και χρηματοδότης του βαφτίστηκε εν μία νυκτί "συνεργάτης των Γερμανών και της αντίδρασης" [3].
 Ο ίδιος φυσικά αντέδρασε αναλόγως και έγινε φανατικός αντικομμουνιστής, εντασσόμενος στις 22/03/1943 μαζί με τον Πεχλιβανίδη σαν ομαδάρχης στο τμήμα του Παπαβασιλείου, αξιωματικού της ΠΑΟ. Χώρος δράσης αυτού του τμήματος της ΠΑΟ ήταν κυρίως τα χωριά Σκάφη-Λεύκαρα-Πολύμυλος απ'όπου και στρατολογούσε αντάρτες. [4]
 Στις 09/04/1943 δύναμη του ΕΛΑΣ επιτίθεται στο χωριό Ίμερα οι κάτοικοι του οποίου έφεραν οπλισμό και δεν ήταν πλέον τόσο φιλικά προσκείμενοι προς τον ΕΛΑΣ, χάρη στην επιρροή του Μιχάλαγα. Ενδεικτικό είναι ότι ακόμα και ο πρώην αρχηγός του εφεδρικού ΕΛΑΣ του χωριού, Σάββας Θεοδωρίδης, είχε μεταστραφεί εναντίον τους. Οι ελασίτες όχι μόνο δεν πέτυχαν τον στόχο τους που ήταν η διάλυση των ενόπλων του χωριού, αλλά το τμήμα των Παπαβασιλείου-Μιχάλαγα που κινούταν στην περιοχή συνεργαζόμενο με τους Ιμεριώτες συλλαμβάνει λίγο έξω απ'το χωριό στις 10/04/1943 μία ομάδα 7 κομμουνιστών με επικεφαλείς τα στελέχη Σίμο Κερασίδη και Λάζαρο Τερπόφσκι.
Ο δεύτερος ήταν σλαβομακεδόνας και είχε αποφυλακιστεί απ΄τους Γερμανούς τέλος Ιουνίου του 1941 κατόπιν παρέμβασης της βουλγαρικής πρεσβείας. Κατά πάσα πιθανότητα έφερε την πολιτική ευθύνη για την αιματηρή διάλυση της ΠΑΟ στον Αυγερινό στις 07/04/1943 και την σύλληψη των αξιωματικών της. Έτσι, επιχειρείται να γίνει διαπραγμάτευση με το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ για να γίνει ανταλλαγή αιχμαλώτων. Η επαφή όμως δεν τελεσφόρησε και εντωμεταξύ οι ελασίτες εκτέλεσαν τους αξιωματικούς στην Βουχωρίνα στις 13/04/1943. Ο Μιχάλαγας, κατόπιν εντολών απ΄την ΠΑΟ Κοζάνης συγκροτεί ανταρτοδικείο και οι 7 κομμουνιστές εκτελούνται σαν αντίποινα στις 14/04/1943. [5]
 Λόγω της αμέσου εμπλοκής του Μιχάλαγα στην υπόθεση, κάποιοι αριστεροί αρέσκονταν να τον παρουσιάζουν σαν αιμοσταγή δολοφόνο, αλλά ακόμα και το Μακεδονικό Γραφείο του ΚΚΕ χαρακτήριζε αυτές τις φήμες ως γενικότητες. [6]  Μετά από αυτά τα γεγονότα, η εχθρότητα του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ αυξήθηκε κατακόρυφα  με αποτέλεσμα την προσωρινή αναστολή της δράσης της ένοπλης ομάδας Παπαβασιλείου. [7]

Η ΠΑΟ όμως, εκμεταλλευόμενη και την προσωρινή σύμπτυξη των δυνάμεων του ΕΛΑΣ προς την Πίνδο, αναδιοργανώνεται στην περιοχή και τον Ιούλιο του 1943 συγκροτείται το Αρχηγείο Χάδοβας, το οποίο παράλληλα έφερε την ονομασία 27o Σύνταγμα της ΠΑΟ, με επικεφαλής τον Παπαβασιλείου και χώρο δράσης το δυτικό Βέρμιο. Η ονομασία "27ο Σύνταγμα" ήταν φυσικά συμβολική αφού επ'ουδενί δεν προσέγγιζε την δύναμη οργανωμένου συντάγματος. Αναπτύσσει περιορισμένη αντιστασιακή δράση χτυπώντας γερμανικές φάλαγγες αυτοκινήτων τον Σεπτέμβριο του 1943. [8]
  Υφίσταται όμως δύο σημαντικά πλήγματα που καθιστούν πολύ δύσκολη την αναβάθμιση της αντιστασιακής δραστηριότητας. Το πρώτο ήταν η κατάσχεση απ'τους Γερμανούς υλικού που προοριζόταν για τους αντάρτες του, και το δεύτερο και σημαντικότερο ήταν η σύλληψη απ'τους Γερμανούς του Αστέριου Σιάπκα προτού αυτός προλάβει να φέρει ασύρματο με τον οποίο θα γινόταν απευθείας επικοινωνία του 27ου Συντάγματος με το Στρατηγείο της Μέσης Ανατολής. [9]
 Αυτά τα περιστατικά σε συνδυασμό με την πίεση του σαφώς ισχυρότερου ΕΛΑΣ καθιστούν αδύνατη την παραμονή του στην ευρύτερη περιοχή της Κοζάνης και έτσι τον Οκτώβριο του 1943 φεύγει και κατευθύνεται προς το όρος Κρούσια του νομού Κιλκίς όπου συνεργάζεται με το ισχυρό τοπικό τμήμα της ΠΑΟ των Μήτσου-Τζαμαλούκα (τυπικά έφερε την ονομασία 13ο Σύνταγμα της ΠΑΟ). [10]

 Ο Μιχάλαγας και άλλοι οπλίτες δεν ακολουθούν ως το Κιλκίς και γυρίζουν στα χωριά τους [11]. Η οικογένεια του Μιχάλαγα έχει πλέον εγκατασταθεί στα Λεύκαρα, αφού τα Σέρβια είχαν καεί απ΄τους Ιταλούς τον περασμένο Μάρτιο σαν αντίποινα για την αιχμαλωσία ενός ολόκληρου ιταλικού τάγματος στην μάχη του Φαρδύκαμπου. Δεδομένης όμως της εχθρότητας του ΕΛΑΣ, η παραμονή του  στην περιοχή είναι παρακινδυνευμένη. Γύρω στο τέλος Νοεμβρίου του 1943 αναγκάζεται εκ των πραγμάτων να μετακινηθεί μαζί με την οικογένειά του στην Θεσσαλονίκη. [12]
 Εκεί πλέον, αρχίζει η δεύτερη περίοδος της ένοπλης δράσης του Μιχάλαγα, που θα την δούμε σε επόμενη ανάρτηση λίαν συντόμως…
 Ο Μιχάλαγας έφτασε στην Θεσσαλονίκη γύρω στο τέλος του 1943, ουσιαστικά κυνηγημένος απ’τον ΕΛΑΣ. Αρχικά εντάχθηκε στην νεοσύστατη οργάνωση ΠΟΕΤ (Πανελλήνια Οργάνωση Εθνικιστών Ταγμάτων) του Αντώνη Βήχου, και ήταν ανάμεσα στους 13 που υπέγραψαν την προκήρυξη της οργάνωσης. Η προκήρυξη στρεφόταν κατά του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ (κάτι φυσιολογικό αφού οι περισσότεροι ήταν κυνηγημένοι απ’τον ΕΛΑΣ) και καλούσε τον κόσμο να τον πολεμήσει σε συνεργασία με τους Γερμανούς, με την ρητή επιφύλαξη ότι οι Γερμανοί θα τους εξοπλίσουν αναλόγως. [13]
 Η ΠΟΕΤ όμως διαλύεται πολύ γρήγορα καθώς ο αρχηγός της ο Βήχος αποδεικνύεται αναξιόπιστος και χάνει την εμπιστοσύνη των οπλαρχηγών και των αξιωματικών που τον πλαισιώσαν. Οι περισσότεροι αποχωρούν και μεταξύ αυτών και ο Μιχάλαγας.
 Έχοντας πλέον εξασφαλίσει γερμανικό οπλισμό και πολεμικό υλικό επιστρέφει στην περιοχή της Κοζάνης, και ιδιαίτερα στα χωριά Σκάφη, Ίμερα και Λεύκαρα. Στην Ζαρκαδόπετρα ύψωσε την σημαία της επαναστάσεως κατά του ΕΛΑΣ. [14] Βρήκε ανταπόκριση απ’τους ντόπιους καθώς αυτοί υφίσταντο διαρκώς τις επιθέσεις του ΕΛΑΣ. Tην περίοδο Δεκέμβριος 1943 – Ιανουάριος 1944 είχαν χτυπηθεί απ’τον ΕΛΑΣ χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία τα εξοπλισμένα χωριά Πελαργός, Λεύκαρα, Σκάφη. [15]
 Την ίδια περίοδο αποφασίζεται στην Κοζάνη η ένωση των αντικομμουνιστών σε μία ενιαία οργάνωση. Ονομάζεται ΕΕΣ (Εθνικός Ελληνικός Στρατός) και στο παράρτημα Κοζάνης αρχηγός εξελέγεται ο Μιχάλαγας με τον βαθμό του καπετάνιου.[16]
 Οι επιθέσεις του ΕΛΑΣ κατά των εξοπλισμένων χωρικών που πρόσκεινται στον ΕΕΣ συνεχίζονται με αμείωτη ένταση την περίοδο Φεβρουάριος-Μάιος του 1944 που χτυπήθηκαν πολλά χωριά (Πελαργός, Κομνηνά, Κλείτος, Ακρινή, Άγιος Δημήτριος, Ρυάκι κτλ) και η ευρύτερη περιοχή πλέον ταλανίζεται από την εμφύλια διαμάχη.[17]
 Στις αρχές του καλοκαιριού του 1944 και ενώ οι επιθέσεις του ΕΛΑΣ έχουν ατονήσει λόγω των γερμανικών εκκαθαριστικών επιχειρήσεων, ο Μιχάλαγας μεταβαίνει στην Θεσσαλονίκη μαζί με άλλους οπλαρχηγούς κατόπιν γερμανικής πρόσκλησης. Έρχεται σε επαφή με τον αρχηγό του ΕΕΣ Πιερίας Κυριάκο Παπαδόπουλο (γνωστότερο ως Κισά Μπατζάκ καθ’ότι τουρκόφωνος πόντιος), τον αρχηγό του ΕΕΣ Κιλκίς Κώστα Παπαδόπουλο και άλλους οπλαρχηγούς και συντονίζουν από κοινού την δράση τους.
 Μαζί με τον Κισά Μπατζάκ ταξιδεύουν στην Βιέννη τον Ιούλιο για συνομιλίες με Γερμανούς προκειμένου να εξασφαλίσουν μεγαλύτερη στρατιωτική ενίσχυση. Παρακάτω η σχετική φωτογραφία απ΄τις συνομιλίες της Βιέννης, όπου ο Μιχάλαγας φαίνεται τρίτος από δεξιά [18]:
 "Έλληνες έναντίον Ελλήνων" του Στρ. Δορδανά, σελ.280


 Στις 31/08/1944 ορίζεται η διοίκηση του ΕΕΣ και ο Μιχάλαγας αναλαμβάνει διευθυντής οικονομικών.[19]

  Παρά την επιφανειακή συνεργασία του όμως με τους Γερμανούς, ο Μιχάλαγας είχε ανοικτό δίαυλο επικοινωνίας με τον ευρύτερο αντι-εαμικό χώρο. Ήδη απ’τον Ιούνιο του 1944 είχε προσπαθήσει να συνεργαστεί με τον ΕΔΕΣ, χωρίς όμως κάποιο αποτέλεσμα.[20]
  Επίσης κατά την παραμονή του στην Θεσσαλονίκη είχε απαντήσει θετικά σε διερευνητική πρόταση του γενικού επιθεωρητή νομαρχιών Μακεδονίας Αθανάσιου Χρυσοχόου σχετικά με το αν θα δεχόταν να αποκολληθεί απ’τους Γερμανούς και να στραφεί εναντίον τους. Το σχέδιο ήταν να συνασπισθούν  όλες οι εθνικές δυνάμεις της Β.Ελλάδος και να ταχθούν υπό τις διαταγές αξιωματικών της οργάνωσης Ιεραρχία, και κατ’επέκταση της κυβέρνησης του Καϊρου, με σκοπό να στραφούν κατά των Γερμανών.  Παρά τις θετικές απαντήσεις των ηγετών του ΕΕΣ, η κυβέρνηση του Καϊρου δεν έδωσε την έγκρισή της για την υλοποίηση του σχέδιου. [21]
 
 Ο Μιχάλαγας επέστρεψε αρχές Σεπτεμβρίου στην περιοχή της Κοζάνης, όπου οι επιθέσεις του ΕΛΑΣ είχαν ξαναρχίσει ακόμα πιο εντατικές κατά των εξοπλισμένων χωρικών (επιθέσεις κατά του Βατερού, της Άρδασσας κτλ). [22]
 Τότε συνέβη ένα ενδιαφέρον περιστατικό. Στις 10/09/1944 οπλίτες του καπετάν Παντελή (ντόπιος οπλαρχηγός του ΕΕΣ)  χτύπησαν κατά λάθος  μία ομάδα Άγγλων λίγο έξω απ’το Μαυροδένδρι, σκοτώνοντας τον έναν από αυτούς και τον  Έλληνα οδηγό του, και συλλαμβάνοντας τους υπόλοιπους. Όταν έγινε σαφές ότι επρόκειτο για Άγγλους και όχι για ελασίτες, αφέθηκαν ελεύθεροι, τους επεστράφησαν τα όπλα και  οι  Άγγλοι προθυμοποιήθηκαν να μεσολαβήσουν για να γίνει συνάντηση μεταξύ ΕΕΣ-ΕΛΑΣ.
Η συνάντηση έγινε λίγο έξω απ΄το Μαυροδένδρι στις 14 Σεπτεμβρίου 1943.
Τον ΕΕΣ εκπροσωπούσε κυρίως  ο Μιχάλαγας, τον ΕΛΑΣ ο Αλέξανδρος Ρόσιος (γνωστός και ως καπετάν Υψηλάντης του 27ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ) και ήταν παρόντες και οι Άγγλοι Ουίκστεντ και Τσάντλερ. Ο Μιχάλαγας ήταν πρόθυμος να παραδοθεί ο ΕΕΣ στους Άγγλους, αλλά ο ΕΛΑΣ δεν συμφωνούσε και έτσι η συνάντηση απέβη άκαρπη. [23]
Οι μάχες συνεχίζονταν με αποτυχημένες επιθέσεις του ΕΛΑΣ κατά χωρικών του ΕΕΣ (π.χ. Ίμερα, Βαθύλακκος, Μεσιανή, Ροδίτης κτλ). Αξιοσημείωτο είναι ότι οι Γερμανοί παρέμεναν θεατές σε όλη αυτήν την ενδοελληνική διαμάχη, και οι χωρικοί μόνοι τους με ελαφρύ οπλισμό  υπεράσπιζαν τις εστίες τους αντιμετωπίζοντας επιτυχώς τον ΕΛΑΣ. [24]

 Μετά την αποχώρηση των Γερμανών απ΄την Κοζάνη στις 28/10/1944, συνεχίστηκαν οι προσπάθειες διαπραγμάτευσης μεταξύ ΕΛΑΣ-ΕΕΣ με πρωτοβουλία των Άγγλων, δυνάμεις των οποίων είχαν πλέον φτάσει στην περιοχή και επιχειρούσαν κατά των Γερμανών. Πέραν της παράδοσης 28 αξιωματικών του ΕΕΣ στους Άγγλους, οι διαπραγματεύσεις δεν έφεραν κάποιο αποτέλεσμα. Οι Άγγλοι ζητούσαν απ’τους οπλαρχηγούς του ΕΕΣ να αφοπλιστούν και να παραδοθούν. Οι τελευταίοι ήταν μεν πρόθυμοι να παραδοθούν στους Άγγλους αλλά από την άλλη φοβόντουσαν ότι οι  Άγγλοι δεν θα μπορούσαν να τους προστατέψουν  απ’τον ΕΛΑΣ στα χέρια του οποίου η μοίρα τους ήταν προδιαγεγραμμένη. [25] Τις ίδιες μέρες (αρχές Νοεμβρίου) έγινε και η μάχη στο Κιλκίς που ολοκληρώθηκε με την σφαγή χιλιάδων αιχμαλώτων του ΕΕΣ που είχαν παραδοθεί στον ΕΛΑΣ. Συνεπώς, οι φόβοι των αντρών του ΕΕΣ Κοζάνης όσον αφορά την μεταχείρισή τους απ’τον ΕΛΑΣ δεν ήταν αδικαιολόγητοι.
 Οι τελευταίες συζητήσεις έγιναν στις 22-23 Νοεμβρίου 1944 σε υψηλό επίπεδο με την συμμετοχή εκπροσώπου της κυβέρνησης εθνικής ενότητας (Παπαλαζάρου) και του καπετάνιου της Ομάδας Μεραρχιών Μακεδονίας του ΕΛΑΣ, του Μάρκου Βαφειάδη. Όπως ήταν φυσικό δεν κατέληξαν πουθενά, και πως θα μπορούσαν άλλωστε αφού η έγκριση να χτυπηθεί ο Μιχάλαγας είχε δοθεί απ΄την ηγεσία του ΚΚΕ μερικές μέρες πριν στην Αθήνα σε συνάντηση του Βαφειάδη με τον γ.γ του ΚΚΕ Γ.Σιάντο.[26]
 Η επίθεση του ΕΛΑΣ ξεκίνησε την επόμενη μέρα 24/11/1944. Οι εχθροπραξίες κράτησαν δύο μέρες, ως τις 26/11. Οι άντρες του ΕΕΣ δεν άντεξαν την πίεση του ΕΛΑΣ. Πολλοί παραδόθηκαν, άλλοι διέφυγαν για να αποφύγουν την σύλληψη. Οι ελασίτες προέβαιναν σε μαζικές εκτελέσεις στα χωριά που κυρίευαν. Στα Ίμερα π.χ. εκτέλεσαν 84 άνδρες και 4 γυναίκες, στα Πετρανά 83 άνδρες, δύο  γυναίκες και ένα νήπιο (!!!) στον Βαθύλακκο 43 άνδρες και 6 γυναίκες. Αποδεδειγμένα εκτελέστηκαν 437 άτομα, ενώ άλλοι υπολογισμοί ανεβάζουν τον αριθμός των εκτελεσθέντων στους 820. Όπως και να χει όμως, τα πεδινά χωριά της Κοζάνης στην κατοχή είχαν περισσότερους νεκρούς απ΄την ελασίτικη θηριωδία παρά απ’τους Γερμανούς… [27]

 Ο Μιχάλαγας συνελήφθη στις 17/12/1944 στην Ζαρκαδόπετρα, μετά από συμπλοκή που στοίχισε την ζωή σε 5 ελασίτες. Ήταν τυχερός και γλίτωσε από την εκτέλεση διότι συνελήφθη από άντρες ενός καπετάνιου του ΕΛΑΣ με τον οποίο είχε άριστες σχέσεις από παλιά. Μετεφέρθη στην Κοζάνη, όπου κλείστηκε στην φυλακή.[28] Ακόμα και οι ελασίτες τον κοίταζαν με θαυμασμό, καθώς οι ηγετικές του ικανότητες ήταν γενικώς παραδεκτές. [29] Δεν πέρασε από δίκη και μετά την συμφωνία της Βάρκιζας αφέθηκε ελεύθερος. Πέθανε υπο αδιευκρίνιστες συνθήκες στην Θεσσαλονίκη το 1946. Η πιθανότερη εκδοχή είναι ότι αυτοπυροβολήθηκε κατά λάθος. [30]
 
 Ο Μιχάλαγας είναι μία χαρακτηριστική περίπτωση πρόσφυγα οπλαρχηχού που έδρασε στην κατοχική Μακεδονία. Τα κίνητρα της δράσης του σε καμμία περίπτωση δεν ήταν ιδεολογικοπολιτικά. Στράφηκε κατά του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ για λόγους καθαρά προσωπικούς, και αυτό φυσικά δεν του συγχωρήθηκε. Η ΠΑΟ στην οποία εντάχθηκε απεδείχθη πολύ αδύναμη για να τον προστατέψει απ΄την επιθετικότητα του ΕΛΑΣ, και έτσι φυσιολογικά προσέγγισε τους Γερμανούς, ελλείψει άλλης επιλογής. Αυτοί δεν είχαν κανένα πρόβλημα να τον εξοπλίσουν (όπως και πολλούς άλλους) αφού τους συνέφερε να υποδαυλίζουν τις ενδοελληνικές διαμάχες. Ο Μιχάλαγας εκμεταλλεύτηκε την γερμανική βοήθεια, όχι για να κερδίσει χρήματα ή αξιώματα, αλλά για να αυτοπροστατευτεί και να αγωνιστεί κατά του ΕΛΑΣ. Το έκανε και με το παραπάνω, καθώς ήταν ο αδιαμφισβήτητος ηγέτης 2.500 εξοπλισμένων χωρικών στην περιοχή της Κοζάνης που αγωνίζονταν κατά του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ.
  Σε καμμία περίπτωση λοιπόν δεν πρέπει να λοιδωρείται η δράση εθνικών αγωνιστών όπως ο Μιχάλαγας, επειδή έπραξαν το "αμάρτημα" να καταφύγουν στην μικρή γερμανική βοήθεια. Δεδομένων των συνθηκών ήταν το μόνο που μπορούσε να κάνει για να επιβιώσει, και πολύ καλά έκανε διότι έτσι τουλάχιστον δημιουργήθηκε ένα υπολογίσιμο αντίβαρο στον ΕΛΑΣ στην εθνικά ευαίσθητη περιοχή της δυτικής Μακεδονίας.

Σημειώσεις

[1] "Οι άλλοι καπετάνιοι", Συλλογικό έργο, σελ.232-3
[2] "ΠΑΟ, Ιστορία και προσφορά της στην Εθνική Αντίσταση 1941-45" του Αθ.Φροντιστή, σελ.186
[3] "Οι άλλοι καπετάνιοι", Συλλογικό έργο, σελ.234
[4] "ΠΑΟ, Ιστορία και προσφορά της στην Εθνική Αντίσταση 1941-45" του Αθ.Φροντιστή, σελ.186
[5]  Διδακτορικό Αθ.Καλλιανιώτη "Οι πρόσφυγες στη Δυτική Μακεδονία 1941-46, σελ. 284-7
[6] "Οι άλλοι καπετάνιοι", Συλλογικό έργο, σελ.235
[7] "ΠΑΟ, Ιστορία και προσφορά της στην Εθνική Αντίσταση 1941-45" του Αθ.Φροντιστή, σελ.189
[8] "Για τον Ελληνικό Βορρά", του Παρμ.Παπαθανασίου, σελ.317
[9] "Για τον Ελληνικό Βορρά", του Παρμ.Παπαθανασίου, σελ.313-6 "ΠΑΟ, Ιστορία και προσφορά της στην Εθνική Αντίσταση 1941-45" του Αθ.Φροντιστή, σελ.198
[10] "Για τον Ελληνικό Βορρά", του Παρμ.Παπαθανασίου, σελ.318 "ΠΑΟ, Ιστορία και προσφορά της στην Εθνική Αντίσταση 1941-45" του Αθ.Φροντιστή, σελ.201
[11] "Η Κατοχή εν Μακεδονία" τόμος Α, του Αθ.Χρυσοχόου, σελ.84  "Το 13ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ" του Κ.Τσανικλίδη, σελ.90
[12] "Η Κατοχή εν Μακεδονία" τόμος Α, του Αθ.Χρυσοχόου, σελ.84
[13]  "Έλληνες εναντίον Ελλήνων" του Στρ. Δορδανά, σελ.218
[14] Διδακτορικό Αθ.Καλλιανιώτη "Οι πρόσφυγες στη Δυτική Μακεδονία 1941-46", σελ.357
[15] Διδακτορικό Αθ.Καλλιανιώτη "Οι πρόσφυγες στη Δυτική Μακεδονία 1941-46", σελ.360-2
[16] Διδακτορικό Αθ.Καλλιανιώτη "Οι πρόσφυγες στη Δυτική Μακεδονία 1941-46", σελ.366
[17] Διδακτορικό Αθ.Καλλιανιώτη "Οι πρόσφυγες στη Δυτική Μακεδονία 1941-46", σελ.380-5
[18] "Έλληνες εναντίον Ελλήνων"του Στρ. Δορδανά, σελ. 279
[19] "Έλληνες εναντίον Ελλήνων" του Στρ. Δορδανά, σελ. 276
[20] Διδακτορικό Αθ.Καλλιανιώτη "Οι πρόσφυγες στη Δυτική Μακεδονία 1941-46", σελ.350
[21] "Η κατοχή εν Μακεδονία" τόμος Ε' του Αθ. Χρυσοχόου, σελ. 351 και σελ. 361-2.
[22] Διδακτορικό Αθ.Καλλιανιώτη "Οι πρόσφυγες στη Δυτική Μακεδονία 1941-46", σελ.395-6
[23] "Διχασμένη χώρα" του Τζέφρι Τσάντλερ, σελ.51-54
[24] Διδακτορικό Αθ.Καλλιανιώτη "Οι πρόσφυγες στη Δυτική Μακεδονία 1941-46", σελ.399-400
[25] "Δυτική Μακεδονία, Αντίσταση και Συμμαχική Στρατιωτική αποστολή" του Νίκολας Χάμμοντ, σελ.258-9
[26] "Απομνημονεύματα" τόμος Γ' του Μάρκου Βαφειάδη, σελ.16
[27] Διδακτορικό Αθ.Καλλιανιώτη "Οι πρόσφυγες στη Δυτική Μακεδονία 1941-46", σελ.408-9
[28] Διδακτορικό Αθ.Καλλιανιώτη "Οι πρόσφυγες στη Δυτική Μακεδονία 1941-46", σελ.416
[29] "Λεηλασία Φρονημάτων" τόμος Α' του Γιάννη Κολλιόπουλου, σελ.80
[30] "Οι άλλοι καπετάνιοι", συλλογικό έργο, σελ. 241

Αναδημοσίευση από http://istoriakatoxis.blogspot.com/2012/01/blog-post_10.html και

Παρασκευή, 27 Ιανουαρίου 2012

Τα μνημεία της Κόνιτσας για την Αντίσταση και τον Εμφύλιο


Ο ρόλος της περιοχής Κόνιτσας στον εμφύλιο πόλεμο

Στην Κόνιτσα πραγματοποιήθηκε μια απο τις κρισιμότερες μάχες του εμφυλίου πολέμου, αλλά και της Αντίστασης κατα της εισβολής των Ιταλών. Στις 25 Δεκεμβρίου του 1947, ο Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδος (ΔΣΕ), εισέβαλλε στην Κόνιτσα για να την ανακυρήξει πρωτεύουσα της «κυβέρνησης του βουνού», μετά την αποτυχία να κάνει κάτι τέτοιο στα Γρεβενά και το Μέτσοβο. Έτσι παρατάχθηκαν συνολικά 2.200 άντρες απο την μεριά του ΔΣΕ και 1300 για την υπεράσπιση της πόλης, σύμφωνα με τον Δημήτρη Βλαντά, στο βιβλίο «Εμφύλιος Πόλεμος, 1945-1949». Πολλοί από αυτούς ηταν μέλη της πολιτοφυλακής (ΜΑΥδες). Το σημαντικό όμως είναι να δούμε πώς αυτή η μάχη εγείρει μνήμες στα άτομα, πώς οι άνθρωποι – υποκείμενα διαμορφώνουν και δομούν τον λόγο τους γύρω απο αυτό το γεγονός, πώς ενίοτε σιωπούν σαν να «φρουρούν» «σφραγισμένο» αυτό το κομμάτι του παρελθόντος που οι ίδιοι διαμόρφωσαν ώς δρώντα υποκείμενα.

Πριν μπούμε στην μελέτη της κάθε κατηγορίας μνημείων της Κόνιτσας ξεχωριστά, αξίζει να δούμε κάποια γενικά στοιχεία που αφορούν την μεθοδολογία: Οι συνεντεύξεις έγιναν σε άτομα με διαφορετική ηλικία και φύλο, για να διαπιστωθεί το κατα πόσο οι μνήμες των ατόμων διαφέρουν, για τα ίδια ζητήματα, ανάλογα με αυτά τα δυο κοινωνικά χαρακτηριστικά. Πιο συγκεκριμένα, οι πληροφορητές μου ηταν ένας ηλικιωμένος πρόσφυγας (2ης γενιάς), τρείς γυναίκες περίπου 50 ετών, 2 γυναίκες 35 ετών περίπου και δύο ηλικιωμένοι κάτοικοι της πάνω Κόνιτσας. Βέβαια, οφείλω να πω οτι μίλησα και με έναν μαθητή της 2ας Λυκείου και άλλους κατοίκους της Κόνιτσας, όχι όμως τόσο εκτεταμένα.

Μνημεία που αφορούν την Αντίσταση και τον εμφύλιο πόλεμο

Το μνημείο στο νεκροταφείο Αγίου Νικολάου
Στην Κόνιτσα υπάρχει πληθώρα μνημείων που αφορούν την Αντίσταση και σε μεγαλύτερο βαθμό τον εμφύλιο πόλεμο, λόγω του ρόλου που διαδραμάτισε αυτή η πόλη στις δύο αυτές πολεμικές περιόδους. Αυτά τα μνημεία θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν μνημεία τοπικής μνήμης, που υπερβαίνουν όμως τον τοπικό τους χαρακτήρα και φτάνουν στην σφαίρα του εθνικού. Τοπικά χαρακτηρίζονται γιατί όλοι οι πληροφορητές έχουν είτε ζωντανές είτε ακουστικές μνήμες για τα γεγονότα που αφορούν γεγονότα τα οποία συνέβησαν στην Κόνιτσα (Μια απο τους πληροφορητές ισχυρίστηκε οτι η αξία που έχει για εκείνη το μαυσωλείο των πεσόντων του ’40 είναι οτι «τα γεγονότα αυτά όσο να ‘ναι έγιναν στο τόπο μας»). Όπως προαναφέρθηκε, η ήττα των κομμουνιστών στην προσπάθεια εισβολής τους στην Κόνιτσα, υπήρξε καθοριστική για την έκβαση του εμφυλίου. Έτσι λοιπόν, στα μνημεία της Κόνιτσας δεν μπορεί να γίνει σαφής διαχωρισμός μεταξύ εκείνων που αφορούν την Αντίσταση ή τον εμφύλιο, αφού τα περισσότερα αφορούν και τα δυο. Εξαιρέσεις αποτελούν τα μνημεία αυτά που έχουν στηθεί από πρωτοβουλία ατόμων που εντάσσονται στον αριστερό χώρο, και οργανώσεων όπως η ΠΕΑΕΑ, τα οποία και είναι εκτός της Κόνιτσας και δε θα μας απασχολήσουν εκτενώς. Σε αυτά τα μνημεία όμως παρατηρούμε οτι αποσιωπάται πλήρως ο εμφύλιος, και το βάρος δίνεται στην Εθνική Αντίσταση. Γενικά όσοι απο τους πληροφορητές μου ηταν ενταγμένοι στην Αριστερά την περίοδο του εμφυλίου, μιλούν μόνο για τη δράση τους την περίοδο της κατοχής. Τα μνημεία για την περίοδο της Αντίστασης και του εμφυλίου είναι:

1. Το μνήμείο μπροστά απο το δημαρχείο της πόλης, αναφέρεται στην μνήμη κάποιων πεσόντων από την Κόνιτσα κατα την περίοδο της Αντίστασης, και δεν κατάφερα να συγκεντρώσω στοιχεία ούτε για τον κατασκευαστή, ούτε για την χρονολογία της τοποθέτησής του. (φωτ. 1)
2. Το Στρατιωτικό μαυσωλείο Κονίτσης, που αφορά πεσόντες του εμφυλίου, κοντά στην Αναγνωστοπούλειο Γεωργική Σχολή, δυτικά της πόλης, που στήθηκε στην περίοδο ΄73-΄79 (φωτ. 2)
3. Το μαυσωλείο πεσόντων «υπέρ βωμών και εστιών του έθνους», στην θέση «Άγιος Αθανάσιος», βορειοανατολικά της Κόνιτσας, έχει να κάνει με τον πόλεμο του 1940 και κατασκευάστηκε το 1946 (φωτ. 3)
4. Η προτομή του υπολοχαγού Αλέξανδρου Διάκου που «έπεσεν ηρωϊκώς» την 1η νοεμβρίου 1940 (φωτ. 4)
5. Τέλος, το μνημείο στο νεκροταφείο Αγίου Νικολάου, όπου έχουν ενταφιαστεί κάποιοι πεσόντες απο την μάχη της Κόνιτσας, κατα τον εμφύλιο πόλεμο. (φωτ. 5)

Το κύριο μέρος της ενότητας αυτής θα είναι κοινό για όλα τα μνημεία της πρώτης κατηγορίας, αφού είναι δύσκολο να κωδικοποιήσει κανείς τα αποτελέσματα των συνεντεύξεων, τόσο αυστηρά, ώστε να απομονώσει στοιχεία που αφορούν το ένα ή το άλλο μνημείο αυτής της κατηγορίας. Οι πληροφορητές μου μιλούσαν για αυτά τα μνημεία σαν να αντιπροσωπεύουν για αυτούς την ίδια μνήμη.

Η Αντίσταση και ο εμφύλιος είναι για πολλούς ηλικιωμένους κατοίκους της Κόνιτσας ατομική, ζωντανή μνήμη και όχι κοινωνική ή εθνική, αφού πολλοι απο τους πληροφορητές είχαν και οι ίδιοι συμμετάσχει σε αυτούς τους πολέμους. Αλλά και αυτοί που δεν έχουν συμμετάσχει οι ίδιοι, έχουν ακούσει για τις διάφορες μάχες στην γύρω περιοχή, έχουν παίξει ως παιδιά στα ακριβή σημεία οπου έγιναν οι μάχες, έχουν παρευρεθεί σε μνημόσυνα που γίνονταν στα μνημεία και γενικά έχουν πληθώρα απο μνήμες που σχετίζονται οχι με τα μνημεία, αλλά με τις μνήμες που αυτά θέλουν να διατηρήσουν ζωντανές. Ο εμφύλιος φαίνεται να είναι ένα ζήτημα που αποφεύγουν να αναφέρονται όλοι, αλλά με μεγαλύτερη επιμονή αυτοι που έλαβαν μέρος σε αυτόν. Μια κυρία περίπου 50 ετών μου είπε οτι ούτε καν στα παιδιά τους δεν μιλούσαν για τον εμφύλιο οι εμπλεκόμενοι στην μάχη της Κόνιτσας εκατέρωθεν. Πάντως σε γενικές γραμμές, όταν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, γινόταν αναφορά στον εμφύλιο, όλοι οι πληροφορητές μου ξεκινούσαν με την ευχή «να μην ξαναγίνει τέτοιος πόλεμος», «αδερφια σκότωναν αδέρφια» κοκ.

Τα μνημεία που δεν έχουν όπως φαίνεται μεγάλη σημασία για τους πληροφορητές μου είναι αυτό που βρίσκεται μπροστά απο το Δημαρχείο της πόλης (αξίζει να σημειωθεί οτι αυτό είναι το μόνο μνημείο αυτής της κατηγορίας, που δεν έχει στήσει ο στρατός), και η προτομή του υπολοχαγού Αλέξανδρου Διάκου. Για το πρώτο το μόνο που μου είπαν είναι οτι αφορά κάποιους πεσόντες το ’40-’41 και οτι είναι «απλά ένα μνημείο». Το αντιμετωπίζαν όλοι ουδέτερα και οι περισσότεροι αγνοούσαν ακόμη και την ίδια την ύπαρξή του. Το ίδιο συνέβαινε και με το δεύτερο, εύλογα ίσως λόγω της θέσης του, όπου είναι δύσκολο να το δεί κανεις (μέσα στο στρατόπεδο). Θα μπορούσαμε γενικά να πούμε, οτι ένα μνημείο αποτελεί αφορμή για μνήμες κυρίως οταν συνοδεύεται απο κάποια τελετουργία, είτε θρησκευτική (μνημόσυνα κτλ.) είτε άλλη (επέτειος, κατάθεση στεφάνων κτλ.). Οταν όμως ρωτούσα για το μνημείο π.χ στο νεκροταφείο ή για το στρατιωτικό μαυσωλείο, οι πληροφορητές μου στο σύνολό τους, ανέβαζαν τον τόνο της φωνής τους και έδειχναν μια δυσαρέσκεια. Αυτό συμβαίνει γιατί το μνημείο στο νεκροταφείο έχει αποτελέσει πολλές φορές το «μήλον της έριδος» για πολλούς κατοίκους της Κόνιτσας, λόγω της επιγραφής και του περιεχομένου που έχει. Συγκεκριμένα η επιγραφή του είναι: «ΕΙΣ ΜΝΗΜΗΝ ΤΩΝ ΠΕΣΟΝΤΩΝ
ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΗΡΩΙΚΗΝ ΜΑΧΗΝ ΤΗΣ ΚΟΝΙΤΣΑΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΩΝ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΟ – ΣΥΜΜΟΡΙΤΩΝ ΕΧΘΡΩΝ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΔΟΣ». Εύλογα λοιπόν έχουν υπάρξει πολλές αντιδράσεις για το μνημείο αυτό και κυρίως λόγω της «γιορτής της Κόνιτσας» κάθε πρώτη Κυριακή κάθε νέου έτους, οποτε και γινόταν μια μνημόσυνη δέηση στο μνημείο, οργανωμένη απο επίσημους φορείς, όπως η εκκλησία και ο στρατός. Oι εκδηλώσεις αυτές σταμάτησαν το ’81, σύμφωνα με τους πληροφορητές μου, τουλάχιστον με επίσημη έγκριση, αλλά συνεχίζονται μέχρι σήμερα με ανεπίσημη μορφή. Σ’ αυτές συμμετέχουν κάποιοι κάτοικοι της Κόνιτσας, και μισθώνονται πούλμαν από ακροδεξιές ομάδες, όπως η ΣΦΕΒΑ, για να παρακολουθήσουν την δέηση. Επίσης συμμετέχει και κάποιος βουλευτής δεξιού κόμματος, τον οποίο και δεν κατονόμασαν οι πληροφορητές μου. Έχει γίνει επανηλλειμένα προσπάθεια απο κάποιους κάτοικους να γίνει μια άλλη γιορτή για να τιμάει τους «άλλους», όπως μου είπε χαρακτηριστικά ένας απο τους πληροφορητές, τους αριστερούς δηλαδή, αλλά έχει εμποδιστεί αυτή η προσπάθεια απο την Μητρόπολη. Μάλιστα μου μίλησε για μια χρονιά που ένας ιερέας είχε δεχτεί να κάνει την δέηση, αλλά σύντομα υπο την πίεση της Μητρόπολης, άλλαξε γνώμη. Ο ρόλος άλλωστε της μητρόπολης είναι σημαντικός για τα δημόσια πράγματα της Κόνιτσας, όπως φαίνεται στην ενότητα για τα μνημεία που έχει στήσει αυτή. Όλοι οι πληροφορητές μου, είτε πολέμησαν με τον στρατό, είτε με τον ΔΣΕ, επέμεναν στο οτι το σωστό θα ηταν να γίνεται μια δέηση για όλους τους πεσόντες, ανεξαρτήτως πολιτικής τοποθέτησης. Γενικά αυτό που διαπιστώνει κανείς οταν μιλάει με κατοίκους της Κόνιτσας για αυτό το μνημείο και την μνημόσυνη δέηση που γίνεται εκεί, είναι οτι ντρέπονται για την γιορτή αυτή, μαλιστα πολλοί την αποκαλούν «γιορτή του μίσους». Μόνο ένας απο τους πληροφορητές μου, που είχε υπηρετήσει στην πολιτοφυλακή κατα την μάχη της Κόνιτσας, μου είπε οτι όλοι αυτοί διαστρεβλώνουν την ιστορία και δεν έχουν ζήσει τα γεγονότα όπως εκείνος. «να πουν, έλα δώ, κι εγώ έφταιξα κι εσύ έφταιξες, έλα τώρα να κάνουμε μια κοινή αυτή (δέηση), γιατί πέσαν παιδιά κι απ’ τους μεν κι απ’ τους δε», είναι τα ακριβή λόγια του. Βλέπουμε λοιπόν οτι το αίτημα για μια κοινή δέηση μπαίνει και απο τα δυο στραστόπεδα της διαμάχης, ίσως σε μια προσπάθεια για την ανάκτηση της χαμένης κοινωνικής συνοχής.

Το ίδιο το μνημείο έχει στηθεί εκει απο μετά πρωτοβουλία του στρατού, και αναφέρεται σε πεσόντες μόνο απο τον Ελληνικό Στρατό. Αυτό ενοχλεί πολλούς Κονιτσιώτες αφού «Έλληνες ηταν και οι άλλοι», σύμφωνα με τα λόγια μιας συνεντευξιαζόμενης και «απλά είχαν μια άλλη ιδέα». Η λέξεις «αυτοί», οι «άλλοι», «εμείς» και αυτοί που ακούστηκαν απο όλους σχεδόν τους πληροφορητές για να αντικαταστήσουν τα επίθετα «Αριστεροί», «Δεξιοί», δείχνουν ίσως την τραυματικότητα του γεγονότος του Εμφυλίου και για τα δύο στρατόπεδα στο επίπεδο των απλών ανθρώπων. Πόσο μάλλον στο επίπεδο των αριστερών Κονιτσιωτών, οι οποίοι καλέστηκαν να εισβάλλουν στην ίδια τους την πόλη. Ακόμα και οι συμμετέχοντες στον εμφύλιο δεν αυτοχαρακτηρίζονται με πολιτικό τρόπο, αλλά αφήνουν εντέχνως να εννοηθεί ποια είναι η πολιτική τους τοποθέτηση. Ενα αποσπασμα απο έναν πληροφορητή που πολέμησε με τον ΕΛΑΣ με το φανερώνει περίτρανα: «Εγώ ημουν μ΄αυτούς π΄πολεμούσαν και πριν πιδάκ’ μου. Οχ΄ μ’ αυτνους π’ πολεμήσαν μιτά τ’ Βάρκιζα»

Κάτι αντίστοιχο, όχι όμως σε τόσο μεγάλο βαθμό, συμβαίνει και με το μαυσωλείο του Στρατού, κοντά στην Αναγνωστοπούλειο Γεωργική Σχολή. Είναι ένας μεγάλος χώρος οπου δεσπόζει μια στήλη περίπου 4 μέτρων με την επιγραφή : «ΚΑΛΑΜΑΣ-ΕΛΑΙΑ-ΠΙΝΔΟΣ 1940-41 ΓΡΑΜΜΟΣ-ΖΑΓΟΡΙΑ-ΜΟΥΡΓΚΑΝΑ-ΚΟΝΙΤΣΑ 1946-49»


Το Στρατιωτικό Μαυσωλείο Κονίτσης
Εκεί υπάρχει και ένα οστεοφυλάκιο με τα οστά κάποιων πεσόντων, τα οποία δεν έχουν όλα αναγνωριστεί. Εκεί γινόταν παλιότερα μια δέηση, με συνοδεία στρατιωτικού αγήματος «υπερ αναπαύσεως των ψυχών». Για το μνημείο αυτό, ενδιαφέρον έχει η μαρτυρία μιας γυναίκας που ηταν μαθήτρια την περίοδο της δικτατορίας, η οποία αρχικά μου είπε οτι αυτό το μνημείο ηταν για το 40-41, αργότερα θυμήθηκε και τον εμφυλιοπολεμικό χαρακτήρα του: «Δεν ξέραμε τίποτα, ολα ηταν υποχρεωτικά τότι, γι αυτό πηγαίναμε 29 Αυγούστου (επέτειος της μάχης του Γράμμου). Στα χρόνια τα δικά μας ήταν όλα υποχρεωτικά. Κατηχητικό, εκκλησία την Κυριακη, στολή,... ». Η γυναίκα αυτή εν ολίγοις λέει οτι οι επισκέψεις των σχολείων στα μνημεία αυτά είχαν λίγο – πολύ καταναγκαστικό χαρακτήρα για τους μαθητές. Σήμερα όμως η ίδια κυρία, ισχυρίζεται οτι τα μνημεία αυτά έχουν εθνική αξία και πως οι σημερινοί μαθητές δυστυχώς δεν ξερουν τιποτα γύρω απ’ αυτά. Ίσως ο καταναγκασμός του σχολείου σε συνδυασμό με την συνεχή αντικομμουνιστική προπαγάνδα της δικτατορίας, να έχει οδηγήσει ανθρώπους της γενιάς αυτής να πέφτουν συχνά σε αντιφάσεις (απο τη μια ο καταναγκασμός ενός μαθητή ως κατακριτέα πράξη, απο την άλλη όμως και η σημερινή κατάσταση ως επίσης κατακριτέα). Μια πληροφορήτρια μου είπε για αυτό το μνημείο οτι το μόνο που της έρχεται στο νου οταν το αντικρύζει είναι οι σχολικές μνήμες απο τις γιορτές που πήγαινε οταν ηταν μαθήτρια. Βέβαια, υπάρχουν και μαρτυρίες σύμφωνα με τις οποίες το μνημείο αυτό έχει μεγάλη σημασία για τη διατήρηση της μνήμης του πολέμου 40-41 και είναι απαράδεκτο που σταμάτησαν να γίνονται οι δεήσεις με επίσημο τρόπο.

Το μαυσωλείο στο ύψωμα Αγίου Αθανασίου, είναι το μνημείο για το οποίο όλοι συμφωνούν οτι είναι αντικειμενικό και δεν παίρνει μέρος υπέρ του ενός ή του άλλου στρατοπέδου του εμφυλίου, ίσως γιατί έχει στηθεί το 1946, δηλαδή πριν τη μάχη της Κόνιτσας. Εκεί γίνονται οι καταθέσεις στεφάνων από τους μαθητές κάθε 28η Οκτωβρίου σήμερα. Βέβαια κάποιοι μου είπαν μιλώντας για την απαξίωση των μνημείων που παρατηρείται σήμερα: «πάει αντιπροσωπεία και όχι όλο το σχολείο... έχουν γίν’ όλα τυπικά». Πάντως το πιο κάτω απόσπασμα απο μια συνέντευξη σε ένα ατόμου που υπηρέτησε σαν εθελοντής στην εφηβεία του με τον στρατό φανερώνει την σχέση της ατομικής μνήμης με τα μνημεία ως αναπαράσταση ενός ιστορικού γεγονότος.

«Τι να το κάνω; Τι πως νιώθω; Μια θλίψη, η οποία δεν περιγράφεται. Κι οταν δεν είσαι παθών, για να σ’ πω και τ’ αυτό, δε σου κάνει και τόσο αυτό. Κατάλαβες; Ενώ οταν τα ξέρς όλα τα πράματα ή έχασες έναν άνθρωπο δικό σου, τότε σε πιάν’ ρίγος. Κατάλαβες; Σε πιάν’ ρίγος, πραγματικό ρίγος, οχι ρίγος αυτό. Διοτι τά ζησες με τα μάτια σου. Κατάλαβες; Δε μπορεί τώρα εσύ να μου πείς ω ρε φίλε δεν ηταν έτσ’ ή δεν έκαν’ έτσ’. Κάποια στιγμή εγώ τα ζησα . . . Αλλά πολλές φορές δεν τα βάζουν, τα βάζουν κι εκεί που τους συμφέρ’ τα λένε, εκεί που δεν τους συμφέρ’ . . . τα κόβουν να πούμε... Κοίταξε τώρα τα μνημεία είναι κατα τύπον να πούμε, δεν τα τηρούν όλοι. Δεν ξέρουν την ιστορία αυτών των πραγμάτων διοτι τη διαστραβλώνουν σου χω πει εκατό χιλιάδες φορές. Ελα δω κι εσύ έκανες κι εγώ έκανα. Ελα δω να μη τα ξανακάνουμε.»

Η προτομή της Φρειδερίκης 

Ένα ακόμη μνημείο για το οποίο δεν έκαναν λόγο οι περισσότεροι απο τους συνομιλητές μου, η είναι αυτό της βασίλισσας Φρειδερίκης, το οποίο ηταν μέχρι το 1971 στην κεντρική πλατεία, οπότε και αφαιρέθηκε απο το καθεστώς της 21ης Απρίλη. Κάποιος πληροφορητής μου είπε πως υπάρχει ακόμη στις αποθήκες της μητρόπολης, πράγμα που αποδείχθηκε αδύνατον να επιβεβαιωθεί. Η προτομή στήθηκε στην πλατεία απο τον στρατό, αμέσως μετά τον εμφύλιο πόλεμο, για να τιμήσει την επίσκεψη της Φρειδερίκης στην Κόνιτσα, αμέσως μετά την μάχη που έγινε εκεί το 1947. Γενικά είναι ακόμα ένα μνημείο για το οποίο μου μίλησε μόνο ένας πληροφορητής, λέγοντας μου χαρακτηριστικά «Γιατί να το βγάλουν να πούμε, ποιον πείραζε;».

ΕΠΙΛΟΓΟΣ – ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Οταν ρωτάει κανείς τους κατοίκους της Κόνιτσας για τα μνημεία της πόλης, συνήθως απαντάνε για αρχιτεκτονικά μνημεία, ή μουσειακά εκθέματα. Αντιμετώπισα μεγάλη δυσκολία ακόμη και στο στάδιο του εντοπισμού των μνημείων, αφού σε μια πρώτη φάση μου υποδεικνύαν σαν μνημεία το σπίτι της Χάμκως, μητέρας του Αλή Πασά που ζούσε στην Κόνιτσα, το τζαμί ή το ενετικό φρούριο και σε δεύτερη φάση, οταν πια ρωτούσα για «αγάλματα», με παρέπεμπαν σε κάποια εκθέματα απο ένα συμπόσιο γλυπτικής που είχε γίνει στην πόλη.

Οταν τελικά εντόπισα τα μνημεία που αφορούν την εργασία, είδα οτι το πρώτο συμπέρασμα που μπορεί εύκολα να βγάλει κανείς είναι οτι τα μνημεία της Κόνιτσας, αποκρυσταλλώνουν μια μνήμη εθνική, με εξαιρεση αυτό των προσφύγων. Ακόμη και ο ανδριάντας του Σεβαστιανού έχει έναν εθνικό χαρακτήρα, πράγμα που καταλαβαίνει κανείς απο την επιγραφή του, που αναφέρεται εκτενώς στους «Έλληνες της Βορείου Ηπείρου». Ας επιστρέψουμε όμως στην αρχική υπόθεση της εργασίας. Οι ΙΜΚ [σημ. Ιδεολογικοί Μηχανισμοί του Κράτους] φαίνεται να παιζουν τεράστιο ρόλο στα μνημεία και στην μνήμη των κατοίκων της Κόνιτσας. Όπως ειπώθηκε και πιο πάνω, τα μνημεία με μόλις μια εξαίρεση έχουν αναφορές ή αφορούν εξ’ολοκλήρου εθνικά ζητήματα. Οι κυρίαρχοι ΙΜΚ στην Κόνιτσα συγκεκριμένα φαίνεται να είναι το σχολείο, η εκκλησία και ο στρατός.

Ο στρατός έχει πάρει την πρωτοβουλία για το στήσιμο όλων των μνημείων που αφορούν τον εμφύλιο πόλεμο και την Αντίσταση, εκτός απο ένα, όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, το μνημείο για τους πεσόντες μπροστά απο το δημαρχείο. Αυτό έχει στηθεί απο τον σύλλογο των κονιτσιωτών που κατοικούν στην Αθήνα. Ακόμη και στις τελετές που γίνονταν παλιότερα, η παρουσία του στρατού ηταν κυρίαρχη, αφού υπήρχε διμοιρία στρατιωτών που συμμετείχε και εκφωνούνταν λόγοι απο στρατιωτικούς ηγέτες.

Το σχολείο αποτελεί άλλον έναν τρόπο επινόησης μνήμης αφού «οι περισσότερες εμπειρίες μας ηταν μέσα απο το σχολείο», όπως μου είπε μια απο τους συνομιλητές μου. Ειδικά στην περίοδο της δικτατορίας το σχολείο στο οποίο και η παρέμβαση της εκκλησίας ηταν καθοριστική, ηταν ο μηχανισμός ο οποίος «μάθαινε» στα άτομα μέσω της διαπαιδαγώγησης την τοπική ιστορία. Μια τοπική ιστορία όμως καθοριστική για την εθνική ιστορία. Η εκκλησία, μέσω του μητροπολίτη Σεβαστιανού φαίνεται να ασκούσε καθοριστικό έλεγχο στην κοινωνική ζωή, τουλάχιστον στην περίοδο της δικτατορίας, όπως διαπιστώθηκε μέσα απο τις συνεντεύξεις.

Θα μπορούσε να αναρωτηθεί κανείς γιατί τα δυο μνημεία απο τα 5 συνολικά για την περίοδο της Αντίστασης και του εμφυλίου δεν είναι εξίσου σημαντικά για τους πληροφορητές από τα υπόλοιπα. Αυτό μπορεί να εξηγηθεί απο το γεγονός οτι σε αυτά τα δυο μνημεία δεν λαμβάνει χώρα κανενός είδους τελετουργική διαδικασία. Τα υπόλοιπα μνημεία όλοι τα θυμούνται σαν τόπους όπου με τελετουργικό τρόπο αναπαριστάται το παρελθόν, μέσα απο τις γιορτές και τις επετείους. Και αυτή η παρατήρηση έχει διπλή σημασία. Από τη μια η τελετουργία είναι θρησκευτική, αφού σε όλα τα μνημεία γίνονται οι μνημόσυνες δεήσεις απο ιερείς και απο την άλλη είναι μνημονική, αφού αφορά εθνικά ζητήματα. Η συμμετοχή του σχολείου στα τελετουργικά φαίνεται να είναι καθοριστική για την εθνική μνήμη της κοινωνίας, αφού αν δει κανείς τις μαρτυρίες των ατόμων που έχουν παρευρεθεί στις επίσημες γιορτές των μνημείων ως μαθητές, σε σύγκριση με τις μαρτυρίες άλλων που έχουν πάει στο σχολείο μετά απο την παύση των επίσημων εορτών (οπότε και έπαψε να είναι υποχρεωτική η συμμετοχή των μαθητών) θα δεί οτι για τα άτομα της δεύτερης κατηγορίας τα μνημεία δεν έχουν μεγάλη σημασία. Χαρακτηριστικά ένας σημερινός μαθητής της 2ας λυκείου μου είπε οτι τα μνημεία τον αφήνουν αδιάφορο, όπως και όλους σχεδόν τους συμμαθητές του.

«Τα άτομα είναι αυτά που θυμούνται, αλλά τα άτομα ως μέλη κάποιας κοινωνικής ομάδας». Αυτός ο ισχυρισμός του Halbwachs φαίνεται να επαληθεύεται περίτρανα απο τα αποτελέσματα της έρευνας. Ελάχιστες ηταν οι φορές που κάποιος μου μιλούσε σε πρώτο ενικό πρόσωπο. Το πρώτο πληθυντικό με τις διαφορετικές χρήσεις του (εμείς οι αριστεροί, εμείς οι εθνικόφρωνες, εμείς οι πρόσφυγες, εμείς οι Έλληνες) χρησιμοποιήθηκε απο τους πληροφορητές μου κατα κόρον.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ

Tα Χριστούγεννα του 1947, ενώ πήγαμε στην εκκλησία, για να κάνουμε Χριστούγεννα, με το χτύπημα της καμπάνας, δεχτήκαμαν τα πρώτα πυρά απ’, απ’ τς συμμορίτες. Με πυροβόλα, τα οποία ηταν πίσω απ’ το Λυκόμορο, δηλαδή, εδώ εινι ο Σαραντάπορος, είναι τ΄αλβανικό, είχαν μπεί ηταν εκεί σε περίπτωση αυτό, να φύγουν για να παν στο αλβανικό μέρος. Δε ξέραμαν τι έγινε να πούμι, ούτε ξέραμαν τι γινόταν. Εν τω μεταξύ, μονάδες δικές τους
 //Το βράδυ έγινε αυτό δηλαδή;//
Το άγαλμα της Φρειδερίκης στην κεντρική πλατεία.
 Ναι, το βράδ’. Το βράδ χτυπηθήκαμαν, 12 η ωρα που’ λέει’ που’ν’ τ’ αυτό, χτυπηθήκαμαν.
 //Χτυπήσαν απ εδώ//
 Ήρθαν απ’ εδώ και μας κλείσαν μέσα με το σκοπό να πούμε να καταλάβουν τη Κόνιτσα, εδώ ηταν περίπου, 8 χιλιάδες και γιατί όλα τα χωριά, τα βλαχοχώρια και τα πάντα είχαν μαζευτεί όλα δώ. Καταλάβατε; Και μας είχαν κλεισμένους, δεν είχαμε απο πούθε να φύγουμε, κατάλαβες; Είχαν έρθ’ και προχώρησαν, αυτοί, τα στρατεύματα τα δικά τς να πούμε, οι αντάρτες είχαν προχωρήσ’ κι ηταν,
που να σ’ πώ τώρα, που είναι κάτω το γυμνάσιο, δεν ξέρω αν το χς υπόψη σου να πούμε, ηταν το πυροβολικό το δικό μας στο ορφανοτροφείο, το πυροβολικό το δικό μας, το οποίο να πούμε αυτοί το χαν επισημάν’ να πούμε και βάζαν... και το χτυπήσαν και σταμάτ’σαν, χτυπήσαν, επ... έπ’σαν, οχι μεσ’ στο αυτό, αλλά σταμάτ’σαν οι δικοί μας να βάζουν. Και προχώρησαν στη γέφυρα κάτω του Αώου που είναι η στροφή, ηταν χωροφύλακες και στρατός μαζί, δεν τ’ν είχαν καταλάβ΄ τη γέφ’ρα. Το πολυβολείο ήταν εκεί έτσ’, κι αυτοί μπήκαν ιδώ μέσα έτσ’. Κατάλαβες; Εμείς είμασταν αποκλεισμέν’, θέλαμαν δε θέλαμαν, έπρεπε να πολεμήσουμε. Κατάλαβες, δε δε γινόταν διαφορετικά. Τ΄Αγίου Βασιλείου, αφού δε μπόρεσαν να σπάσουν αυτοί μέσα, γιατί είχαν καταλάβ’ τη μισή την Κόνιτσα, την Κάτω Κόνιτσα. . .
 // Κράτησε πόσες μέρες;//
 Ορίστε; Απο τα Χριστούγεννα μέχρι την παραμονή τ΄Αγίου Βασιλείου. Εξ’ μέρες, ναι αλλά εδώ, οχ΄που ήρθαν τα στρα... Ήρθε το τάγμα του Ιωάννου, του Ιωάννου κι ακούσαμαν τη σάλπιγγα του αετού ο γιός. Εδώ έγιναν συνέχεια μέρα νύχτα γίνονταν μάχες εδώ. Κι είχαμαν και νεκρούς, και στρατιώτες και ΜΑΗδες
//Πώς;//
ΜΑΥδες, ηταν οι πολίτες που τς είχαν μαζέψει. Είχαμαν και τέτοια θύματα και στρατό να πούμε. Μετά αυτό φύγαν και προχωρήσαν, προχωρήσαν ύστερα που έγινε, μέχρι το ’49, η εκκαθάρισ’ του Γράμμου. Κατάλαβες; Αυτά δεν τα πιστεύουν να πούμε κι ούτε τα πιστεύουν όλοι να πούμε. Τα λεν διαστραβλωμένα διότι δεν τα ζήσαν. Να ρθεί, να ρθεί κάποιος και απο δώ, έτσ’ δεν είναι; Όπ... άν εγω σε διορθώνω να πούμε, να με διοθώσ’ κάπου να πούμε, κατάλαβες; Οι άλλ’ μας είχαν ανοιχτό το μέρος αυτό απο δω και αν μας χτυπούσαν απο δω, θα είχαμαν φύγ’, θα τ’ν είχαν καταλάβ’ την Κόνιτσα.
//Αν είχαν καταλάβει την Κόνιτσα, θα κάναν κυβέρνησ’, σκοπός ηταν αυτός.//
Θα χαν κάν’ κυβέρνησ’... Εγώ, το 1947 που, μόλις φύγαν απ την Κόνιτσα, και φύγαν και αυτό, ημουνα στο 406, στο παράρτημα του Στρατιωτικού νοσοκομείου, το οποίο ηταν στην Αναγνωστοπούλειο σχολή. Κατάλαβες; Με κάποιον Γκιάτη αρχίατρο, και κατ΄άλλους χειρούργους γιατρούς. Μέχρι την κατάληψη να πούμε του Γράμμου, ήμουνα, ημουνα μέσα εκεί στο νοσοκομείο
κι έχω δει και τραυματίες, και τα πάντα και νεκρούς. Οταν έγιναν οι καταλήψεις συνέχεια των, τ, των αυτωνών να πούμε, κατάλαβες; αλλά αυτά δεν τα λέν να πούμε, μικροί μεγάλ’ είχαν πάρ’ τα όπλα και έριχναν κατάλαβες; Κι αυτά δεν τα λέν όλα έτς...
 //Το μνημείο εδω, έχετε πάει στο νεκροταφείο που είναι για τους πεσόντες;//
 Απάνω; Στον Άγιο Νικόλαο είναι οι πρώτοι οι οποίοι σκοτώθηκαν. Μα απο κει είμι εγώ. Σαμα είμαι απο δώ; Κατεβαίνω στν’ αγορά. Εκεί μεγάλωσα, εκεί γεννήθκα να πούμε...
 // Και οταν πάτε εκεί, τι σκέφτεστε;//
 Κοίταξε να δείς, αυτό, κάναμαν ε... τότε ηη... πιτροπή, γιατί μας χώρσαν, αυτό είν το κακό. Εθνικόφρονες και κομμουνισταί που λέγαν να πούμε κατάλαβες τι γίνεται; Καιιιι επειδή αυτοί κάναν διάφορες αυτές και τιμήσαν τα αυτά, χωρίς να πουν να πούμε έλα δω, σκοτωθήκαν μεν απ’ τ’ Δεξιά, σκοτωθήκαν κι απ’ τν’ Αριστερά. Ελα να κάνουμε μια μνημόσυνη δέηση, για τις ψυχές οι οποίες τέλοσπάντων αν πάς σε όλα τα βουνά μέχ το Γράμμο θα βρείς κόκκαλα ακόμα. Κόκκαλα απο, απο, α, απο Έλληνες, οχι απο τίποτε άλλο. Κι ένας, και τούτοι πάν και τιμάν την αυτήν του πολυτεχνείου που δεν σκοτώθκε ένας, έστω ένας. Τέλωσπάντων, αν σκοτώθκι ένας, και πάν όλ’ ικεί, λες κι είν’, σαν τα μελίσσια π’ πάν στ’ φωλιά, και δεν έρχονται δώ στο νεκροταφείο κατάλαβες, που είναι κάργα παληκάρια, να κάν’ μια μνημόσυν’ δέηση υπέρ των πεσόντων, ούτε μεν ούτε δε, υπέρ των πεσόντων να πούμε. Οι οποίοι έπεσαν, είτε καλώε, είτε κακώς, να κάνει μια μνημόσυν’ δέηση για τις ψυχές αυτών. Αλλά ξες τι λέν; Αυτά να μη τα παναλάβετε, γιατί, γιατί, είναι μεταξύ αδερφιών και δε γίνεται να κάνουμε αυτό, είναι η γιορτή του μίσους, αυτά που κάνετε λέει. Εκείνα που κάνετε, δεν ήταν γιορτή του μίσους.
 //Για ποιά γιορτή λέτε;//
οταν κάναμαν εμείς ιδώ και κάναμαν μνημόσυνες δεήσεις και τα ρέστα κάτω στο μαυσωλείο, εκεί αυτοί ητανε κατά εμάς.
// Οι αριστεροί;//
Οι αριστεροί... Είναι μεταξύ αδερφιών λέει. Είναι αυτό, αλλά δεν λεν τη πραγματική αλήθεια, ποτέ δεν λεν τη πραγματική αλήθεια. Διοτι και οι μεν φταίξαν και οι δε φταίξαν.... Αλλά εκείνα τα παιδάκια που πέσαν, τι φταίξαν; Είτε τους μεν, είτε τους δε. Γιορτή του μίσους, γιατί να το πει γιορτή του μίσους; Επειδή ηταν αδέρφια απο τη μια μεριά κι αδέρφια απο τ’ν άλλη; Εγώ έτχα να κούω να πούμε, αδερφέ έ’ μη πολεμάς, είσι φασίστας είσι τέτοιους, οι άλλ’ ίλεγαν τα δικά τους...
//Εδώ στον Αγιο Νικόλαο;//
 είνι ονόματα, οι πεσόντες οι οποίοι έχουν πέσ’ και τους τάφους δεν τους βγάλαμαν. Αυτό το γιορτάζαμε κάθε πρώτ’ Κυριακή της καινούργιας χρονιάς. Κατάλαβες; Κάναμε μια μνημόσυνη δέηση πρώτα,ερχόταν εεε ο στρατός, διμοιρία στρατου, διάβαζε τα ονόματα κι έλεγε: Σδράγος Κωνσταντίνος παράδειγμα, έπεσε την τάδε του μηνός πρρρρ, έριχναν και πέντε ριπές. Πάνε κοπήκαν όλα αυτά. Τώρα κάνουν ένα τρισάγιο, αλλά με αυτά και τέτοια όχι. Καταθέτουν στεφάνια οι σύλλογ’ , οι σύλλογ’ να πούμε, εθνικής αντιστάσεως και ο δήμαρχος οι Αντιστασιακοί ξερω γώ, καταθέτουν στεφάνια.
 //Ο Σεβασμιότατος συμμετέχει;//
 Ο Σεβασμιότατος δεν... εκείνος ο άλλος (Σεβαστιανός) ηταν, δεν υπολόγιζε κανέναν να πούμε κατάλαβες; Ε, τούτος είναι λίγο πιο πράος, πιο αυτό ας πούμε. Κοιτάν να τα σβήσουν αυτά και να ζήσ’ το Πολυτεχνείο φίλε. Κατάλαβες; Και τα διαστρεβλώνουν ντίπ για ντιπ. Εντελώς όλα τα διαστρεβλώνουν. Δε λέν ποτέ την αλήθεια. Τι να πούν ρε φίλε; Κι εσύ φταίς κι εγω φταίω. Άστα αυτά. Ελα μαζί να κάνουμε μια αυτή, έπεσαν, τόσα κορμιά εδώ, τόσα παληκάρια έπεσαν κι απο τους μεν κι απο τους δε. Γιατί να μη κάνουμε μια μνημόσυν’ δέηση υπέρ αναπαύσεως των ψυχών;
Όπως παλιά, γιατί; Είναι γιορτή του μίσους, ας είναι η γιορτή του μίσους, να πεις την αλήθεια να πούμε. Αυτά είναι π’λες. . . Κατάλαβες, εμείς τα ζήσαμαν και δεν μπορεί ο άλλος να μ’ πεί εμένα κουταμάρες και βλακείες να πούμε. Αλλά ποιούς να τα πεις να πούμε; . . . Αυτά είναι π’ λές φίλε, γιατί την Ιστορία την διαστραβλώνουν να πούμε. Ντάξ’ έγινε ο,τι έγινε, έγινε, πάει έληξε. Πές την πραγματική αλήθεια όμως. Δε σε πιάν’ κανένας απ’ το λαιμό να πεις, οχι άτιμοι εκείνοι, εκείνοι άλλο. Και τς μεν τους βάλαν αλλοι και εμείς υπερασπιζόμασταν τα αυτά της πατρίδας μας. Αλλά αυτοί που πολεμούσαν ενάντια εμάς, άλλοι τους βάλανε. Και ηταν στα σύνορα τ’ αλβανικά, μόλις τους ζορίζαμε, τσουπ, μέσα Αλβανία. Δεν είχαν αυτό για να, να τους πετάξεις πέρα στη θάλασσα που λεει ο λόγος, έμπαιναν μες στην Αλβανία. Μέχρι που έγινε η κατάληψ’ του Γράμμου, 24 ή 26 Αυγούστου, δε θυμάμαι ακριβώς και σταμάτησαν τααα.. . . Δυστυχώς, αυτή είναι η αλήθεια. Εμείς ήμασταν 7 μερόνυχτα εδώ κλεισμέν’. Το πυροβολικό βαρούσε ανελέητα, μες΄στα σπίτια, οπ’ παει να πούμε . . .
//Εσείς όταν αντικρύζετε το μνημείο, πώς νιώθετε;//
Τι να το κάνω; Τι πως νιώθω; Μια θλίψη, η οποία δεν περιγράφεται. Κι οταν δεν είσαι παθών, για να σ’ πω και τ’ αυτό, δε σου κάνει και τόσο αυτό. Κατάλαβες; Ενώ οταν τα ξέρς όλα τα πράματα ή έχασες έναν άνθρωπο δικό σου, τότε σε πιάν’ ρίγος. Κατάλαβες; Σε πιάν’ ρίγος, πραγματικό ρίγος, οχι ρίγος αυτό. Διοτι τά ζησες με τα μάτια σου. Κατάλαβες; Δε μπορεί τώρα εσύ να μου πείς ω ρε φίλε δεν ηταν έτσ’ ή δεν έκαν’ έτσ’. Κάποια στιγμή εγώ τα ζησα . . . Αλλά πολλές φορές δεν τα βάζουν, τα βάζουν κι εκεί που τους συμφέρ’ τα λένε, εκεί που δεν τους συμφέρ’ . . . τα κόβουν να πούμε. Στις τηλεοράσεις δηλαδή κατάλαβες; Τα κόβουν όλα . . .
 //Επειδή η έρευνα αφορά τα μνημεία...//
Κοίταξε τώρα τα μνημεία είναι κατα τύπον να πούμε, δεν τα τηρούν όλοι. Δεν ξέρουν την ιστορία αυτών των πραγμάτων διοτι τη διαστραβλώνουν σου χω πει εκατό χιλιάδες φορές. Όπως λεν τώρα οι κυβερνήσεις. Οχι εσύ φταις λεει ο Καραμανλής, οχι εσυ φταις ο Παπανδρέου. Ελα δω ρε, κι εσύ έκανες κι εγώ έκανα. Ελα δω να μη τα ξανακάνουμε. Να βρούμε μια χρυσή τομή να μη τα ξανακάνουμε. Ετσι να πούμε και με τον πόλεμο. Ηρθαν οι αριστεροί πήραν τ’ μάνα μ’ τον πατέρα μ’ και τους κλείσαν εκεί μεσα στην Αναγνωστοπούλειο το ’44. Τους κλείσαν εκεί μεσα στην Αναγνωστοπούλειο σχολή κι εμένα μ’ άφησαν μαζί με τον αδερφό μου να πούμε μι 25 γίδια γιατί είχαμαν γίδια τότι που ηταν η κατοχή, δυο αδέρφια, ο ένας 9 κι ο άλλος 11 χρονών. Τους είχαν κλεισμένους μέσα γιατί ηταν μπουραντάρδες, φασίστες. Θα μ’ πείς οτι κι οι δικοί μας δεν πήραν; Πήραν κι οι δικοί μας, τους πιο επικίνδυνους να πούμε τους μαζέψαν. Αλλά λεν Γιάρο, τα χω πει εκατό χιλιάδες φορές, ήρθε η επανάσταση, εγώ τραβούσα ίσια το δρόμο μου, δε μου χει πει κανένας τίποτα, με την επανάσταση [---]. Άλλους πείραξε, καλά τς έκανε γιατί στραβοπάτησαν. Οταν στραβοπατήσεις, καλά τς έκανε.
 //Για τους συνταγματάρχες λέτε//
ΝΑΙ ΔΕΝ ΠΑ ΝΑ ΗΤΑΝ ΟΠΟΙΟΣ ΗΘΕΛΕ. Ναι για την επανάσταση τοτε που έγινε να πούμε το 1967. Εμένα, οχι εμένα, όλους εδω, δεν πείραξε κανέναν. Πήγαινες στη δουλειά σου σα κύριος, κυκλοφορούσες τα βράδια σα κύριος, αλλά τράβαγες ίσα το δρόμο σ’. Δε σε πείραζε κανένας. Και πήγαινες στις υπηρεσίες, κάθονταν προσοχή και σ’ εξυπηρετούσαν όλοι στις υπηρεσίες. Τώρα γιατί δε σ’ εξυπηρετάν και σ’ λέει έλα αύριο, γιατί χρειάζεται κείνο το χαρτί. Γιατί στραβώσαν απ’ αυτνούς τς μεγάλους, όχι απο μας τς μικρούς, τα πράγματα. Έτσι είναι φίλε. Τι τα συζητάς, άστα ρε. Να μην έρθ’ κανας άλλος πάλι εμφύλιος πόλεμος, γιατί εμείς που τα ζήσαμαν, τραβήξαμαν τα ελέη του Χριστού και της Παναγίας.

Αναδημοσίευση από http://www.hist-arch.uoi.gr/pdfs_docs/meta/konitsa_monum.pdf