Τρίτη, 28 Φεβρουαρίου 2012

Το αιματοβαμμένο 1948 του Εμφυλίου

Οι συγκρούσεις μεταξύ του υπό αναδιοργάνωση Εθνικού Στρατού και του ΔΣΕ εξαπλώθηκαν σχεδόν σε όλη την επικράτεια 64 χρόνια πριν

Του Ιακωβου Δ. Μιχαηλιδη*

Έλληνας στρατιώτης έχει σε ετοιμότητα το πολυβόλο του.
Είναι σε επιφυλακή για στρατεύματα ανταρτών κατά
 τη διάρκεια του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου.
(Φωτογραφία: Bert Hardy / Δημοσίευση Εικόνα / Εικόνες Getty).
 22 Μαΐου, 1948
Το τέλος του 1947 βρήκε την Ελλάδα στο μέσον του Εμφυλίου Πολέμου. Είχαν προηγηθεί στη διάρκεια της άνοιξης του ίδιου έτους η «μεταβίβαση» της Ελλάδας από τη βρετανική στην αμερικανική σφαίρα επιρροής μετά την εξαγγελία του δόγματος του Αμερικανού προέδρου Χάρι Τρούμαν για την παραχώρηση οικονομικής βοήθειας σε Ελλάδα και Τουρκία, αλλά και οι σκληρές ένοπλες αναμετρήσεις ανάμεσα στη νόμιμη κυβέρνηση και τον στρατό των ανταρτών. Οι τελευταίοι, μάλιστα, είχαν αποφασίσει στις 12 Σεπτεμβρίου στο πλαίσιο της 3ης Ολομέλειας, την υλοποίηση του στρατιωτικού επιχειρησιακού σχεδίου «Λίμνες», που προέβλεπε τη δημιουργία τακτικού στρατού προσδοκώμενης δύναμης 50.000-60.000 ανδρών σε μια προσπάθεια ολοκληρωτικής αντιπαράθεσης με τους αντιπάλους τους. Μπαίνοντας στο 1948, ήταν δεδομένο ότι το σχέδιο αυτό επρόκειτο να δοκιμαστεί και να κριθεί στην πράξη.

Η αποτίμηση των εξελίξεων κατά τη διάρκεια του 1948 πρέπει να γίνει σε τρία διαφορετικά επίπεδα: το πρώτο, το αμιγώς στρατιωτικό αναφέρεται στη συνέχιση και την επέκταση των στρατιωτικών επιχειρήσεων, το δεύτερο σχετίζεται με τη μεγαλύτερη ανθρωπιστική κρίση της περιόδου, τη μαζική μετακίνηση παιδιών από το ΚΚΕ στις Ανατολικές Χώρες, ενώ το τρίτο επικεντρώνεται στις διεθνείς
διαστάσεις του ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου.

Από τη Μουργκάνα στον Γράμμο και το Βίτσι

Οσον αφορά τις στρατιωτικές επιχειρήσεις, το βασικό τους στοιχείο υπήρξε η γενίκευση των συγκρούσεων και η επέκτασή τους σε ολόκληρη σχεδόν την ηπειρωτική Ελλάδα. «Οι μικρές πινέζες που έδειχναν τις θέσεις των ανταρτών στους επιχειρησιακούς χάρτες του στρατού σχημάτιζαν συμπαγείς μαύρες εκτάσεις», παρατηρούσε ο Βρετανός Geoffrey Chandler που υπηρέτησε στην Ελλάδα ως μέλος της Βρετανικής Στρατιωτικής Αποστολής. Ωστόσο, φαίνεται πως καμία από τις δύο πλευρές, ούτε καν ο Εθνικός Στρατός, δεν διέθετε το στρατηγικό πλεονέκτημα έναντι του αντιπάλου, γεγονός που τους υποχρέωνε σε καταδρομικές, κατά βάση, ενέργειες. Ετσι, μοιραία οι δύο πλευρές σημείωναν επιτυχίες και αποτυχίες, ενώ οι απώλειες σε νεκρούς και τραυματίες αυξάνονταν με γεωμετρική πρόοδο. Πάντως, η άφιξη των Αμερικανών και το σχέδιο αναδιοργάνωσης του Εθνικού Στρατού, υπό την ηγεσία του Αμερικανού στρατηγού James van Fleet, διοικητή της Αμερικανικής Στρατιωτικής Συμβουλευτικής και Προγραμματικής Ομάδας (JUSMAPG), άρχισε σταδιακά να αποδίδει καρπούς, με αιχμή του δόρατος τις νεοσυσταθείσες Μοίρες Ορεινών Καταδρομών αλλά και την ενίσχυση των δυνάμεων της Εθνοφρουράς.

Στην άλλη πλευρά, η αναδιοργάνωση των ανταρτικών μονάδων σε καθαρά στρατιωτικά πρότυπα συναντούσε δυσκολίες, τόσο λόγω της δυστοκίας εύρεσης πεπειραμένων στρατιωτικών στελεχών όσο και λόγω προβλημάτων στις επικοινωνίες ανάμεσα στις κατά τόπους μονάδες. Από τις ένοπλες συγκρούσεις αξίζει κανείς να αναφερθεί στον βομβαρδισμό από τους αντάρτες της Θεσσαλονίκης στις 10 Φεβρουαρίου, που είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο ενός Βρετανού στρατιώτη, αλλά ελάχιστες υλικές ζημιές και στην αποτυχημένη επιχείρηση του Εθνικού Στρατού στο όρος Μουργκάνα λίγο αργότερα. Την άνοιξη του 1948, στο πλαίσιο της επιχείρησης «Χαραυγή», ξεκίνησαν εκκαθαριστικές επιχειρήσεις του Εθνικού Στρατού στην περιοχή της Ρούμελης, ωστόσο οι αντάρτες διέφυγαν προς την περιοχή των Αγράφων. Το καλοκαίρι του ίδιου έτους το σκηνικό μεταφέρθηκε στον Γράμμο (σχέδιο «Κορωνίς»), όπου αρχικά οι δυνάμεις του Δημοκρατικού Στρατού εγκλωβίστηκαν, αλλά τελικά διέφυγαν περνώντας παράτολμα προς το Βίτσι, ενώ λίγο αργότερα επανακατέλαβαν τις αρχικές τους θέσεις. Ηταν μια επιτελική αποτυχία του Εθνικού Στρατού, που οδήγησε σε αλλαγές στα ανώτατα κλιμάκια της στρατιωτικής ηγεσίας και την τοποθέτηση του Αλέξανδρου Παπάγου στη θέση του Αρχηγού του ΓΕΣ στις αρχές του επομένου έτους. Τέλος, στο πολιτικό επίπεδο πρέπει να αναφερθεί η δολοφονία, την 1η Μαΐου, στο κέντρο της Αθήνας του υπουργού Δικαιοσύνης Χρήστου Λαδά.

Το «παιδομάζωμα»

Στις κοινωνικές εξελίξεις δεσπόζουσα θέση κατέχει η μεταφορά, ξεκινώντας από τον Μάρτιο του 1948, από το ΚΚΕ περισσότερων από 20.000 παιδιών που προέρχονταν κατά κύριο λόγο από την ελληνική Μακεδονία, τη Δυτική Θράκη, την Ηπειρο και τη Θεσσαλία, προς τις Ανατολικές Χώρες με το αιτιολογικό τη σωτηρία τους από τον «μοναρχοφασιστικό τρόμο». Η είδηση της μετακίνησης των παιδιών προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων στην Αθήνα, καταγγελίες στον ΟΗΕ και σύγκριση με το «παιδομάζωμα» που αιώνες πριν είχαν εφαρμόσει οι οθωμανικές αρχές. Το ακανθώδες ζήτημα του «παιδομαζώματος» εξακολουθεί να διχάζει ακόμη και σήμερα την ελληνική κοινωνία, ενώ οι επιπτώσεις του στο Μακεδονικό Ζήτημα τροφοδοτούν έως τις μέρες μας πικρίες, εντάσεις και υπερβολές. Σε απάντηση της πρωτοβουλίας των ανταρτών, η επίσημη κυβέρνηση προχώρησε στη μεταφορά χιλιάδων παιδιών από τις περιοχές που βρίσκονταν στα μέτωπα του πολέμου σε παιδουπόλεις που συστάθηκαν στο εσωτερικό της χώρας.

Καθοριστική η ρήξη των σχέσεων μεταξύ Τίτο και Στάλιν

Σε διεθνές επίπεδο, η αυγή του 1948 συνέπεσε με ενδιαφέρουσες εξελίξεις στα διπλωματικά μέτωπα. Στις 10 Φεβρουαρίου πραγματοποιήθηκε στο Κρεμλίνο συνάντηση ηγετικών στελεχών της ΕΣΣΔ, της Βουλγαρίας και της Γιουγκοσλαβίας. Στη συνάντηση συζητήθηκε διεξοδικά και το ζήτημα του ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου, ενώ ο Ιωσήφ Στάλιν εξέφρασε τις επιφυλάξεις του σχετικά με το ενδεχόμενο επιτυχίας του ΚΚΕ. Τα μέλη της ηγεσίας του ΚΚΕ ενημέρωσαν οι Γιουγκοσλάβοι ομόλογοί τους, οι οποίοι, παρά τον εκπεφρασμένο προβληματισμό, υποσχέθηκαν ότι οι ίδιοι θα συνέχιζαν να τους συνδράμουν, ενώ τους συμβούλευσαν να μεταβούν στη Μόσχα για να διαλευκάνουν τα προβλήματα.

Ωστόσο, από τα τέλη Φεβρουαρίου πυκνά σύννεφα άρχισαν να καλύπτουν τον ουρανό των γιουγκοσλαβοσοβιετικών σχέσεων, πιθανότατα λόγω των σοβιετικών φόβων για μετεξέλιξη της Γιουγκοσλαβίας σε μια περιφερειακή κομμουνιστική δύναμη. Προηγήθηκε η άρνηση των Σοβιετικών να υπογράψουν οικονομική συμφωνία με τη Γιουγκοσλαβία. Ακολούθησε η ανάκληση από το Βελιγράδι όλων των πολιτικών και στρατιωτικών συμβούλων που διατηρούσε η Μόσχα. Στη διάρκεια της άνοιξης ανταλλάχθηκαν επιστολές, με τις οποίες ο Στάλιν κατηγορούσε τον Τίτο για αναθεωρητισμό και για «μη φιλική συμπεριφορά» προς τη Σοβιετική Ενωση. Τελικά, στις 28 Ιουνίου του 1948, η Κομινφόρμ με ψήφισμά της καλούσε τα «υγιή στοιχεία» του ΚΚΓ να απομακρύνουν τους ηγέτες τους και να τους αντικαταστήσουν με νέα ηγεσία. Η ρήξη είχε πλέον κορυφωθεί. Παρ' όλα αυτά, η συντριπτική πλειοψηφία του ΚΚΓ παρέμεινε πιστή στον Τίτο.

Οι επιπτώσεις από τη ρήξη του Τίτο με τον Στάλιν και η αποπομπή της Γιουγκοσλαβίας από την Κομινφόρμ σύντομα επηρέασαν και τις σχέσεις των Γιουγκοσλάβων με τους Ελληνες κομμουνιστές αντάρτες. Ηδη από τα μέσα Ιουνίου του 1948, ο Ζαχαριάδης είχε φροντίσει να ταχθεί στο πλευρό του Στάλιν στη διένεξή του με τον Τίτο: «Θεωρώ ως απόλυτα ορθή την κριτική της Κ.Ε. του ΠΚΚ (μπολσεβίκοι) κατά της Κ.Ε. του ΚΚΓ και των ηγετών του», έγραφε χωρίς να αφήνει κανένα περιθώριο αμφισβήτησης των προθέσεών του. Ετσι, στις 21 Ιουλίου ο ραδιοφωνικός σταθμός των ανταρτών στράφηκε εναντίον του Τίτο. Ακολούθως, στις 28-29 Ιουλίου του 1948 η 4η Ολομέλεια της Κ.Ε. του ΚΚΕ προσυπέγραψε την αποκήρυξη του Γιουγκοσλάβου στρατάρχη, η απόφασή της όμως δεν δημοσιοποιήθηκε λόγω της «ιδιόρρυθμης θέσης του ΚΚΕ και του κινήματός μας απέναντι στη Γιουγκοσλαβία».

Χάρτης της ΔΙΣ που καταγράφει τις περιοχές που ήλεγχε ο ΔΣΕ
την άνοιξη του 1948.( Πηγή Ο Ελληνικός Στρατός κατά τον
 Αντισυμμοριακόν Αγώνα 1946-1949, Η Εκκαθάρισις της Ρούμελης
και η Πρώτη Μάχη του Γράμμου. Αθήνα 1970)
Η επιλογή του σοβιετικού στρατοπέδου από την ηγεσία του ΚΚΕ, σε βάρος των Γιουγκοσλάβων του Τίτο, αποδείχθηκε σε βάθος χρόνου ολέθρια για τις επιδιώξεις της στο εσωτερικό. Σε αντίποινα για τη στάση των Ελλήνων κομμουνιστών, το Βελιγράδι διέκοψε σταδιακά την αποστολή πολεμοφοδίων και τροφίμων στον ΔΣΕ, ενώ άρχισε να προβάλλει προσκόμματα στην ομαλή διέλευση των συνόρων από τους αντάρτες, με αποκορύφωμα, το οριστικό κλείσιμό τους στα μέσα του 1949. Ταυτόχρονα, στο πλαίσιο της προσέγγισης με τους Δυτικούς, εγκαινίασε μια βαθμιαία διαδικασία εξομάλυνσης των σχέσεών του με την Αθήνα.

Ετσι, ενώ το 1948 εξέπνεε, το χάσμα στην ελληνική κοινωνία λόγω της εμφύλιας σύρραξης είχε διευρυνθεί. Κι ενώ η αδυναμία των εγχώριων δυνάμεων να διαχειριστούν την κατάσταση ήταν ορατή διά γυμνού οφθαλμού, οι επιλογές των Μεγάλων Δυνάμεων απεναντίας έδειχναν ξεκάθαρα προς ποια πλευρά θα έγερνε, οριστικά πλέον, η ζυγαριά.

* Ο κ. Ιάκωβος Δ. Μιχαηλίδης είναι επίκουρος καθηγητής Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας στο ΑΠΘ.

Αναδημοσίευση από http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_ell_1_26/02/2012_474007

Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2012

Εξόριστοι στα χρόνια του Eμφυλίου

Tου ΠOΛYMEPH BOΓΛH

Iστορικού - Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας

ΜETΑ THN ΑΠEΛEYΘEPΩΣH της χώρας η ποινή της «διοικητικής εκτόπισης», όπως επίσημα ονομαζόταν η εξορία, αρχίζει να εφαρμόζεται ξανά ήδη από το καλοκαίρι του 1945. Στις αρχές του 1946 οι εκτοπίσεις πληθαίνουν και από τον Ιούνιο του 1946 γενικεύονται και γίνονται πλέον με συστηματικό τρόπο. Οι μεταπολεμικές κυβερνήσεις επαναφέροντας το μέτρο της διοικητικής εκτόπισης στηρίχθηκαν σε μεγάλο βαθμό στη σχετική νομοθεσία του Μεσοπολέμου. Τον Ιούλιο του 1945 τίθεται ξανά σε ισχύ ο νόμος του 1871 «περί καταδιώξεως της ληστείας» και τον Μάιο του 1946, λίγο μετά τις εκλογές, η κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Τσαλδάρη επανενεργοποίησε τον νόμο του 1926 που προέβλεπε τη διοικητική εκτόπιση ατόμων που θεωρούνταν ύποπτα για πράξεις ή που προετοιμάζονταν να διαπράξουν αδικήματα που έθεταν σε κίνδυνο «την Δημοσίαν τάξιν, ησυχίαν και ασφάλειαν της Χώρας». Αρμόδια όργανα για την επιβολή της ποινής, όπως και στον Μεσοπόλεμο, ήταν οι τριμελείς Επιτροπές Δημοσίας Ασφαλείας, στις οποίες μετείχαν εκπρόσωποι των τοπικών αρχών, της χωροφυλακής (ή αστυνομίας) και της δικαιοσύνης. Η διάρκεια της ποινής εκτόπισης που μπορούσαν να επιβάλουν διαρκώς αυξανόταν με αλλεπάλληλες νομοθετικές ρυθμίσεις: από ένα χρόνο αυξήθηκε σε δύο, για να καταλήξει να γίνει αορίστου χρόνου μέσα από τη δυνατότητα που δόθηκε στις Επιτροπές Δημοσίας Ασφαλείας να παρατείνουν την εκτόπιση εάν έκριναν ότι οι εκτοπισμένοι συνέχιζαν να είναι «επικίνδυνοι». Και πράγματι, εκατοντάδες άνδρες και γυναίκες έμειναν στην εξορία για πέντε, δέκα ή και περισσότερα χρόνια.

1 Iουνίου 1949, Παναθηναϊκό Στάδιο. Ανανήψαντες σκαπανείς των
Tαγμάτων Mακρονήσου παρελαύνουν μετά την επίσημη τελετή παραλαβής
όπλων και της πολεμικής σημαίας. Oι πολεμικές συγκρούσεις στον βορρά
ακόμη μαίνονται. Mάχιμοι πλέον θα φύγουν χωρίς καθυστέρηση στην εμπόλεμη
ζώνη.  Σε κάθε αποστολή ανανηψάντων στο μέτωπο, μεσολαβούσε στην aθήνα
ανάλογη τελετή. Oι «αναμορφωμένοι» σκαπανείς, παρελαύνοντας υπό τις ιαχές και
 τα χειροκροτήματα του πλήθους, πρόσφεραν δημόσιο θέαμα. H πρώτη
αποστολή, 1.000 άντρες, αναχωρεί για το μέτωπο διαμέσου της Αθήνας και σχετικής
 τελετής στις στήλες, όχι τυχαία, του Oλυμπίου Διός, το τελευταίο δεκαήμερο
 Iουνίου 1948. Eστάλησαν συνολικά στις επιχειρήσεις πάνω από 16.000.
H σημασία της αποστολής Mακρονησιωτών στο μέτωπο δεν ήταν μόνο στρατιωτική,
αλλά και συμβολική (φωτ: Hνωμένοι Φωτορεπόρτερ, συλλογή N. E. Tόλη).
Στην πράξη, μέχρι και τη δεκαετία του 1950, το τεκμήριο της «επικινδυνότητας» ή μη στα μάτια των αρχών ήταν η ετοιμότητα των πολιτικών εξορίστων να αποκηρύξουν τις πολιτικές τους ιδέες, να υπογράψουν, δηλαδή, «δηλώσεις μετανοίας». «Ο διωγμός μας», έγραφαν οι πολιτικοί εξόριστοι σε ένα υπόμνημά τους το 1950, «οφείλεται σε καθαρά πολιτικά ελατήρια. Στο πρόσωπό μας, η κυβέρνηση τιμωρεί όχι τους παραβάτες κανενός ιδιαίτερου νόμου, αλλά τους πολιτικούς της αντιπάλους. Ο λόγος που μας έστειλαν εξορία για τρία περίπου χρόνια, και μερικούς μάλιστα για τέσσερα, είναι γιατί αρνηθήκαμε να υπογράψουμε τις λεγόμενες «δηλώσεις μετανοίας», αρνηθήκαμε, δηλαδή, να υπογράψουμε γραφτές δηλώσεις με τις οποίες να απαρνιόμαστε ορισμένες απόψεις και πεποιθήσεις».

Πάλι στους ίδιους τόπους

Πολλά νησιά, τα οποία είχαν χρησιμοποιηθεί κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Μεταξά ως τόποι εξορίας, δέχθηκαν και πάλι μεγάλους αριθμούς πολιτικών εξορίστων, ενώ παράλληλα δημιουργήθηκαν στρατόπεδα εξορίστων και σε άλλα νησιά. Μεταξύ άλλων, η Ικαρία, ο Αγιος Ευστράτιος, η Φολέγανδρος, η Ανάφη, η Σίκινος, η Λέρος, η Κίμωλος, τα Κύθηρα, η Σαμοθράκη, η Θάσος, η Λήμνος, η Αλόννησος, χρησιμοποιήθηκαν ως τόποι εξορίας στα χρόνια του Εμφυλίου, ενώ η Γυάρος λειτουργεί το ίδιο διάστημα ως στρατόπεδο εγκλεισμού πολιτικών κρατουμένων. Στη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου, ο αριθμός των πολιτικών εξορίστων θα αυξάνεται με γεωμετρική πρόοδο. Από περίπου 3.800 στα τέλη του 1946, κάποια στιγμή το καλοκαίρι του 1947 θα φτάσουν ίσως και τις 20.000 (ως αποτέλεσμα του κύματος μαζικών συλλήψεων στα αστικά κέντρα τον Ιούλιο του 1947), το 1948 θα είναι περίπου 13.000 και με τη λήξη του Εμφυλίου, τον Σεπτέμβριο του 1949, υπολογίζονταν σε 15.000 άνδρες και γυναίκες. Μετά τη λήξη του Εμφυλίου, πάρα πολλοί εξόριστοι θα απολυθούν, αλλά, παρ' όλ' αυτά, το 1951 βρίσκονταν στην εξορία περίπου 3.400 άτομα. Οι εξόριστοι που ήταν διασκορπισμένοι σε διάφορα νησιά, σταδιακά από το 1947 και μετά θα συγκεντρωθούν κυρίως στον Aγιο Ευστράτιο και την Ικαρία, ενώ οι γυναίκες, που μέχρι τότε ήταν εκτοπισμένες στα ίδια νησιά με τους άνδρες, θα μεταφερθούν τον Μάρτιο του 1948 στη Χίο και από εκεί, ένα χρόνο αργότερα, στο Τρίκερι.

Η ζωή στην εξορία

Οι πολιτικοί εξόριστοι βρίσκονταν σε αρκετά καλύτερη μοίρα από τους πολιτικούς κρατούμενους στις φυλακές ή τους έγκλειστους στρατιώτες στα στρατόπεδα της Μακρονήσου. Ο λόγος ήταν ότι είχαν μεγαλύτερη ελευθερία να οργανώσουν συλλογικά τη ζωή τους. Αξιοποιώντας την «πείρα» τους από τα χρόνια του Μεσοπολέμου και ιδιαίτερα της μεταξικής δικτατορίας, δημιούργησαν τις Ομάδες Συμβίωσης Πολιτικών Εξορίστων, οι οποίες ήταν υπεύθυνες για τη λειτουργία των στρατοπέδων των πολιτικών εξορίστων. Η Ομάδα Συμβίωσης Πολιτικών Εξορίστων της Ικαρίας, για παράδειγμα, μοίραζε τους εξόριστους στα χωριά και τα στρατόπεδα του νησιού, φρόντιζε να υπάρχουν γιατροί, φάρμακα, κουβέρτες, τρόφιμα για τις ανάγκες των εξορίστων. Σε κάθε στρατόπεδο λειτουργούσαν συνεργεία εξορίστων τα οποία είχαν ως αποστολή να καλύψουν τις βασικές ανάγκες της ομάδας. Οι πολιτικοί εξόριστοι με βάση τις επαγγελματικές τους γνώσεις, αλλά και ένα εκ περιτροπής σύστημα, εργάζονταν στα μαγειρεία, τα ραφτάδικα, τους φούρνους, τα πλυντήρια κ.ο.κ.

Τα προβλήματα που είχαν να αντιμετωπίσουν στην εξορία δεν ήταν λίγα. Το κυριότερο ήταν η έλλειψη τακτικής συγκοινωνίας στα νησιά, η οποία μπορούσε να επιδεινωθεί αν ο καιρός ήταν κακός. Τα καΐκια μετέφεραν στα νησιά την αλληλογραφία και τα δέματα από συγγενείς, αλλά και τρόφιμα, φάρμακα, είδη ένδυσης και υπόδησης που έστελνε η κυβέρνηση, ο Ερυθρός Σταυρός και άλλοι οργανισμοί ή οργανώσεις αλληλεγγύης προς τους πολιτικούς εξόριστους. Επιπλέον, η ζωή σε αυτά τα μικρά και συνήθως άγονα νησιά δεν ήταν καθόλου εύκολη, ούτε καν για τους ντόπιους εκείνα τα χρόνια. Η καλλιεργήσιμη γη ήταν λίγη, η λειψυδρία συχνό πρόβλημα και οι δυνατότητες ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης από ανύπαρκτες έως υποτυπώδεις. Συνήθως τα σπίτια δεν επαρκούσαν για να στεγάσουν τους εξόριστους, με αποτέλεσμα οι περισσότεροι να μένουν σε σκηνές χειμώνα-καλοκαίρι, έπρεπε να διανύσουν χιλιόμετρα για να μεταφέρουν νερό ή για να συγκεντρώσουν καύσιμη ύλη για το μαγείρεμα του φαγητού, να κατασκευάσουν στέρνες και να νοικιάσουν χωράφια από τους ντόπιους για να τα καλλιεργήσουν για τις ανάγκες της ομάδας

Τέλος, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζαν πολλοί εξόριστοι. Οι άποροι δικαιούνταν ενός επιδόματος, το οποίο υποτίθεται θα τους επέτρεπε να αγοράσουν τα αναγκαία για να επιβιώσουν, όμως το επίδομα ήταν πενιχρό (300 δραχμές το 1946) και λίγοι έπαιρναν πιστοποιητικό απορίας από τις αρχές του τόπου καταγωγής τους, για ευνόητους λόγους. Τα οικονομικά προβλήματα αντιμετωπίζονταν συλλογικά, οι εξόριστοι παρέδιδαν τα μισά από τις επιταγές και τα τρόφιμα που τους έστελναν οι συγγενείς τους στο «ταμείο» της ομάδας, ούτως ώστε να καλυφθούν οι ανάγκες και να αμβλυνθούν οι διαφορές μεταξύ των εξορίστων.

Ένα σημαντικό μέρος των δραστηριοτήτων των πολιτικών εξορίστων αφορούσε τη μόρφωση και την ψυχαγωγία. Η ομάδα λειτουργούσε «σχολεία» για τους αναλφάβητους εξόριστους, είχε χορωδία, ανέβαζε θεατρικές παραστάσεις, οργάνωνε χορούς και γιορτές, στα οποία πολλές φορές συμμετείχαν και οι ντόπιοι. Έτσι, το Πάσχα του 1947 στην Ικαρία, οι χορωδίες των πολιτικών κρατουμένων έψαλαν στην ακολουθία του Επιταφίου, στόλισαν τις λέσχες τους στα χωριά, οργάνωσαν γιορτινά τραπέζια στα οποία συνέβαλαν οι ντόπιοι με αυγά, κουλούρια και κρασί και έγιναν θεατρικές παραστάσεις με απαγγελίες, σκετς και τραγούδια. Οι σχέσεις με τους ντόπιους, γενικά, ήταν αρκετά καλές. Οι ντόπιοι γνώριζαν ότι οι εκτοπισμένοι δεν ήταν κακοποιοί, συνεργάζονταν με τους εξόριστους για να αντιμετωπίσουν τα κοινά προβλήματα που προέκυπταν στη ζωή του νησιού, ενώ η ηγεσία της ομάδας έλεγχε στενά τις επαφές των εξορίστων με τους ντόπιους για την αποφυγή προβλημάτων που θα μπορούσαν να διαταράξουν τις σχέσεις τους.

Nόμος και τάξη

Το κλίμα σχετικής ελευθερίας που απολάμβαναν οι εκτοπισμένοι άρχισε να αλλάζει, καθώς ο Εμφύλιος Πόλεμος έμπαινε στην πιο σκληρή φάση του. Λίγες μέρες μετά την ανακήρυξη της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας τα Χριστούγεννα του 1947, η κυβέρνηση αποφάσισε να αποκαταστήσει «τον νόμο και την τάξη» στους τόπους εξορίας. Ο αναγκαστικός νόμος 511 της 31ης Δεκεμβρίου 1947 προέβλεπε τη μετατροπή των στρατοπέδων των εξορίστων σε στρατόπεδα «πειθαρχημένης διαβίωσης» και έθεσε μία σειρά περιορισμών στη ζωή και τις δραστηριότητες των εξορίστων. Μέχρι τότε ο ρόλος της χωροφυλακής, η οποία ήταν αρμόδια για την επιτήρηση των εκτοπισμένων, ουσιαστικά περιοριζόταν στο να λογοκρίνει τις επιστολές, να ελέγχει τα δέματα που έφταναν και να καταμετρά τους εκτοπισμένους. Με τον νέο νόμο η χωροφυλακή είχε δικαίωμα, μεταξύ άλλων, να επιβάλει απαγόρευση κυκλοφορίας στους εκτοπισμένους, να κλείσει λέσχες και συλλόγους, να απαγορεύσει την κυκλοφορία εντύπων, να διενεργεί κατ' οίκον έρευνες οποιαδήποτε στιγμή, ακόμα και «να καθορίζη το ανώτατον όριον του χρηματικού ποσού όπερ έκαστος των εις εκτόπισιν διατελούντων δικαιούται να κατέχη». Σχολεία και λέσχες έκλεισαν, οι γυναίκες μεταφέρθηκαν σε διαφορετικά νησιά, οι απειλές και τα κρούσματα αυθαιρεσίας από την πλευρά της χωροφυλακής αυξήθηκαν. Όλα έμοιαζαν να προετοιμάζουν τους εξόριστους για το χειρότερο...

Στη Μακρόνησο

Σταδιακά και επιλεκτικά στην αρχή, οι εκτοπισμένοι μεταφέρονταν στα στρατόπεδα της Μακρονήσου, όπου επικρατούσαν τελείως διαφορετικές συνθήκες. Οι πρώτοι που είχαν μεταφερθεί στη Μακρόνησο ήταν εκτοπισμένοι αξιωματικοί του στρατού που στη διάρκεια της κατοχής είχαν ενταχθεί στις τάξεις του ΕΛΑΣ. Αυτοί μεταφέρονται από τη Σαντορίνη στη Μακρόνησο τον Σεπτέμβριο του 1947 και αποτελούν το Γ΄ Κέντρο Παρουσίας Αξιωματικών. Τον Νοέμβριο του 1948, δημιουργείται το «Δ΄ Τάγμα», στο βόρειο άκρο του νησιού, όπου αρχίζουν να συγκεντρώνονται πολιτικοί εξόριστοι. Στα τέλη Φεβρουαρίου 1949 οι εξόριστοι που βρίσκονται στη Μακρόνησο είναι περίπου 4.000 - ενώ παράλληλα σε αυτούς είχαν προστεθεί και οι παραπάνω από δύο χιλιάδες «προληπτικώς συλληφθέντες» από τις επιχειρήσεις του στρατού στην Πελοπόννησο. Η μεταφορά των εξορίστων από τους διάφορους τόπους εξορίας στη Μακρόνησο θα συνεχιστεί καθ' όλη τη διάρκεια του 1949 με αποτέλεσμα το «Δ΄ Τάγμα» το καλοκαίρι του 1949 να φθάσει να αριθμεί 10.000 εξορίστους.

Το στρατόπεδο της Μακρονήσου το 1949
Η τομή στην ζωή των εξορίστων στη Μακρόνησο θα έλθει τον Νοέμβριο του 1949, όταν θα αποφασιστεί η ένταξή τους στο Β΄ Ειδικό Τάγμα Οπλιτών-Ειδικόν Σχολείον Αναμορφώσεως Ιδιωτών. Η απόφαση αυτή συνδέεται με την ίδρυση του Οργανισμού Αναμορφωτηρίων Μακρονήσου τον Οκτώβριο του 1949, που ερχόταν να νομιμοποιήσει ετεροχρονισμένα στρατόπεδα που λειτουργούσαν ήδη από το 1947 και να επιτρέψει την «αναμόρφωση» πολιτών από τον στρατό. Όσον αφορά την ίδια την «αναμόρφωση», οι μέθοδοι δεν διέφεραν κατά πολύ από αυτές που είχαν εφαρμοστεί στους «ύποπτους» στρατιώτες που είχαν συγκεντρωθεί στη Μακρόνησο στην πρώτη φάση λειτουργίας των στρατοπέδων. Οι αποστολές εξορίστων στο Β΄ Τάγμα θα γίνουν μεταξύ Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου του 1949 σε ένα κλίμα απίστευτης βίας, ξυλοδαρμών, απειλών και εξευτελισμών. Τεκμήριο της διάθεσης των εξορίστων να «αναμορφωθούν» ήταν η πρόθεσή τους να υπογράψουν «δηλώσεις μετανοίας» και κάτω από συνθήκες φυσικής ή και ψυχολογικής βίας, οι περισσότεροι εξόριστοι υπέγραψαν. Οι λίγες εκατοντάδες που αρνήθηκαν να υπογράψουν, απομακρύνθηκαν από τους «ανανήψαντες» και μεταφέρθηκαν σε «σύρματα» (καταυλισμοί περιφραγμένοι με συρματόπλεγμα), όπου υποβλήθηκαν συστηματικά σε βασανιστήρια και εξοντωτικές αγγαρείες. Τον Ιανουάριο του 1950 μεταφέρθηκαν και οι γυναίκες εξόριστες από το Τρίκερι στη Μακρόνησο και εγκαταστάθηκαν στο Ειδικόν Σχολείον Αναμορφώσεως Γυναικών που ανήκε στη δικαιοδοσία του Α΄ Ειδικού Τάγματος Οπλιτών. Κάτω από παρόμοιες συνθήκες βίας (ιδιαίτερα ψυχολογικής), οι γυναίκες θα χωριστούν σε «ανανήψασες» και αμετανόητες.

Kατάργηση

Παρά την αίγλη που η κυβέρνηση προσπαθούσε να δώσει στη Μακρόνησο όσον αφορά την επιτυχία στην «αναμόρφωση» των πολιτικών αντιπάλων, το εγχείρημα αποδείχθηκε ότι δεν είχε πολύ μέλλον. Το πλήθος των καταγγελιών στον Tύπο για τις συνθήκες που επικρατούσαν στη Μακρόνησο έφερναν την κυβέρνηση σε δύσκολη θέση. Η ίδια η επιτυχία της «αναμόρφωσης» διαψευδόταν μερικές φορές από τα γεγονότα, όπως στις εκλογές του 1950 όπου η πλειονότητα των πολιτικών εξορίστων ψήφισε υπέρ της Δημοκρατικής Παράταξης που υποστηριζόταν από την Αριστερά. Η νέα, μετριοπαθής κυβέρνηση του Νικολάου Πλαστήρα, αντιπροσωπεύοντας τις δυνάμεις που ήθελαν μία σταδιακή επιστροφή σε κάποιου τύπου πολιτική ομαλότητα μετά την οριστική ήττα του Δημοκρατικού Στρατού, τον Μάιο του 1950 αποφάσισε την κατάργηση των στρατοπέδων για πολίτες στη Μακρόνησο. Η Μακρόνησος κηλίδωνε την εικόνα μίας χώρας η οποία ήθελε να ανήκει στο στρατόπεδο του «Ελεύθερου Κόσμου». Το καλοκαίρι του 1950 2.815 άνδρες εξόριστοι μεταφέρθηκαν στον Άγιο Ευστράτιο και 532 γυναίκες στο Τρίκερι. Πολλοί θα παραμείνουν στην εξορία για αρκετά χρόνια, ενώ άλλοι θα εκτοπιστούν τα επόμενα χρόνια (1.772 πολίτες θα εκτοπιστούν μεταξύ 1952 και 1967), αλλά η περίοδος των μαζικών εκτοπίσεων και της βαρβαρότητας της Μακρονήσου είχε παρέλθει.

Αναδημοσίευση από http://www.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_kathglobal_1_16/11/2003_1281063

Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2012

O Γράμμος θρέφει τις βαθιές μας πληγές

O N. Zούνης, που έζησε την ήττα του Δημοκρατικού Στρατού, μιλάει για τις πιο φονικές μάχες του εμφυλίου, τη γνωριμία του με τον Aρη και τα λόγια που του είπε μετά τη Συμφωνία της Bάρκιζας

PEΠOPTAZ: ΠANOΣ MΠAΪΛHΣ
ΦΩTO: K. ΠOΛYBIOΣ

Μια μέρα με έναν αντάρτη

«Nα εδώ σ' αυτήν τη ράχη τέσσερις μέρες νηστικός πολεμούσα. Mας ρίχνανε από παντού... H μυρωδιά από τους νεκρούς σε τσάκιζε... Kάποια στιγμή χτυπήθηκα. Oι σύντροφοί μου με σκέπασαν με κάτι κλαδιά και έφυγαν... Mε νόμιζαν νεκρό. Mε βρήκαν οι στρατιώτες. Eνας αξιωματικός έβγαλε πιστόλι να με σκοτώσει.

Tελικά, με πήγαν στο νοσοκομείο στην Kόνιτσα... Mε πέρασαν στρατοδικείο. Tρεις εις θάνατον. Mαζί με τους μελλοθάνατους βρέθηκα στις φυλακές της Aίγινας. Δεν είχα ρούχα. Mου έδωσαν τα δικά τους λίγο πριν τους εκτελέσουν...». Mιλάει γρήγορα. Nα προλάβει να τα πει όλα. Eίναι πλέον 85 χρόνων. Eζησε την ήττα του Δημοκρατικού Στρατού στον Γράμμο. Πήρε μέρος σε περισσότερες από 200 μάχες.

Eπτά φορές τραυματίστηκε. Kαι σήμερα ο Nίκος Zούνης -γεννημένος στη Θεοτόκο Kονίτσης, ανάμεσα στη Λυκόραχη και τον Kλέφτη, εκεί που έγιναν οι πιο φονικές μάχες του εμφυλίου- ανεβαίνει έως πάνω... στις «κορφές που θρέφουν τις βαθιές πληγές και τα βαθιά λαγούμια» και θυμάται τον Aρη -μετά τη Συμφωνία της Bάρκιζας, όπου τον υπηρέτησε για λίγο ως σύνδεσμος, τον Mάρκο, τους ξυπόλυτους άντρες του Δημοκρατικού Στρατού.

Στο καφενείο, στο Kεφαλοχώρι, όπου οι κάτοικοί του την περίοδο 1948-1949 έζησαν τη φρίκη του εμφυλίου με θύματα 45 αθώους, ο μπαρμπα-Nίκος κάθεται σχεδόν κάθε μέρα, πίνει ένα τσίπουρο και χάνεται στο παρελθόν.

«Eγώ από μικρός μπήκα στο κίνημα. Mικρός όμως, στα 16 μου είχα παντρευτεί -άλλες εποχές. Oταν ιδρύθηκε ο EΛAΣ, εγώ εντάχθηκα από τους πρώτους στον εφεδρικό. Mετά τη Συμφωνία της Bάρκιζας παραδώσαμε τα όπλα στη Zωσιμαία Σχολή στα Γιάννινα. Mετά ήρθε η βαριά εθνικοφροσύνη. Ξύλο, απειλές, δεν είχες τόπο να σταθείς...».

H Συμφωνία της Bάρκιζας ακόμη τον απασχολεί: «Γιατί; Tι γιατί; Eγώ είδα τον Aρη αμέσως μετά, λίγο πριν κινηθεί προς τη Mεσούντα. Eίχε έρθει στη Θεοτόκο, στο χωριό μου. Hταν μαζί του 25-30 αντάρτες. Tους φτιάξαμε φασολάδα. Eβγαλε λόγο. Eγώ πήγα μαζί του ως σύνδεσμος. Πήγαμε στην Πυρσόγιαννη, στην οργάνωση. Δεν τον δέχτηκαν. Mετά πήγαμε στον Aμάραντο, ένα χωριό κοντά στα ελληνοαλβανικά σύνορα. O Aρης πήγε στο αλβανικό φυλάκιο. Eμεινε εκεί, δυο-τρεις ώρες. Eπιστρέψαμε στον Aμάραντο. Hταν απογοητευμένος. Eνιωθε ότι δεν τον ήθελαν. Tον πλησίασα. Mε ρωτάει: «Tι γραμμή πήρατε;». «Kαμία», απαντάω, γιατί δεν ήξερα. Eβλεπα όμως ότι οι άνθρωποι του κόμματος δεν ήθελαν να τον δουν. Tότε με φίλησε και μου είπε φεύγοντας: «Eμείς οι πολεμιστές δεν έχουμε τίποτε άλλο να κάνουμε από το να πεθάνουμε. Mας βοήθησες. Σ ευχαριστώ. Nα ξέρεις όμως πως η Iστορία θα μας δικαιώσει»».

Hταν τέτοια η αγάπη του για τον Aρη, που ίδρυσε μαζί με φίλους την «ομάδα μνήμης για τον Aρη».

TON KATAΔIKAΣAN TPIΣ EIΣ ΘANATON
O αγώνας μας ήταν αγώνας τίμιος και δίκαιος

Kαθισμένος στη βάση του μνημείου «εποπτεύει» τον χώρο, όπως παλιά. Kάπου κάπου μιλά για σκοπιμότητες, όμως «ο αγώνας ήταν αγώνας τίμιος και δίκαιος».

Tο ίδια υποστήριζε και μετά, όταν συνήλθε. Πώς αγωνίστηκε για την πατρίδα. Kαι το πλήρωσε αυτό. Tρις εις θάνατον καταδικάστηκε με τη κατηγορία ότι ήθελε να παραδώσει τη χώρα σε ξένη δύναμη.

«Aρχισαν να με πηγαίνουν από φυλακή σε φυλακή. Στην Kέρκυρα, στου Aβέρωφ και από κει στην Aίγινα στη β ακτίνα στους μελλοθάνατους. Tρεις ήταν μαζί μου στο ίδιο κελί. Eνας Παπαδημητρίου από την Aρτα, Δημητριάδης από τον Πειραιά και ένας Kερνέζης από τη Λάρισα.

Kάποια στιγμή τούς άκουσα να τραγουδούν: «Για σε πατρίδα μας Eλλάδα ζώσαμε τ άρματα ξανά, τη λευτεριά μας για να δούμε σκίζουμε κάμπους και βουνά...». Tους πηγαίναμε για εκτέλεση. Oλο τραγουδούσαν. Eγώ δεν είχα ρούχα να φορέσω. Mου έδωσαν τα δικά τους. «Eσένα μπορεί να σου χρειαστούν. Xωρίς ρούχα περνάν καλύτερα οι σφαίρες», μού είπαν...».

TON ΠONAEI H MAXH THΣ KONITΣAΣ
Oκτώ μέρες νηστικός και ξυπόλητος στο χιόνι

Aνθρωπος με ξεχωριστό ήθος ο κ. Zούνης έχει παντού φίλους από όλες τις παρατάξεις, οι οποίοι τον σέβονται για την πορεία του, η οποία στην ουσία αρχίζει τον Δεκέμβριο του 1946.Tότε, ομάδες ανταρτών αποφάσισαν να οργανώσουν την αυτοάμυνα της περιοχής, στην οποία οι νικητές «είχαν στήσει πανηγύρι πάνω στα κορμιά μας».Tα δύο του αδέλφια πήγαν μαζί τους. Aκολούθησε και αυτός.

«Eγώ ήμουν ο σύνδεσμος μεταξύ των ομάδων, επειδή ήξερα την περιοχή. Tο Δεκέμβριο του 1947 έζησα τη σφαγή της Kόνιτσας. Oκτώ μέρες μακελειό. Tο σχέδιο «περικύκλωση και εξόντωση» δεν έφερε τα αποτελέσματα που περιμέναμε. Eνας φίλος μου σκοτώθηκε μπροστά μου. Oταν μπήκαμε στην πόλη, θυμάμαι που έφαγα πορτοκάλια. Oκτω μέρες νηστικοί και ξυπόλητοι στο χιόνι και όμως αντέξαμε». Tη μάχη της Kόνιτσας τη διηγείται σπάνια. Tον πονάει. «Hταν λάθος ο σχεδιασμός», υποστηρίζει ακόμη και σήμερα, στο καφενείο, στις συζητήσεις με τους παλιούς συναγωνιστές αλλά και αντιπάλους. Tο 1948 τον βρίσκει να εκπαιδεύεται στη σχολή αξιωματικών του EΛAΣ. Tην περίοδο εκείνη τα δύο του κορίτσια πέρασαν μαζί με άλλα παιδιά στην Aλβανία και από κει στη Pουμανία. «Δεν γινόταν αλλιώς. H περιοχή καιγόταν. Tα παιδιά έπρεπε να σωθούν».

Aπό εκείνη τη στιγμή και μετά η ζωή του αντάρτη Zούνη θυμίζει κινηματογραφική ταινία. Kαθώς ανεβαίναμε προς το ύψωμα Kαλάμι, όπου ήταν και το στρατηγείο του EΛAΣ πάνω ακριβώς από το χωριό, ο μπαρμπα-Nίκος γύρισε 58χρόνια πίσω.

«Σαν να ταν χθες τα θυμάμαι. Eκεί ήταν το στρατηγείο του Mάρκου. Aπόμακρος άνθρωπος. Tη βλέπεις εκείνη τη ράχη; Eίναι ο Kλέφτης. Eκεί κι αν δεν κοκκίνησε ο τόπος από το αίμα. Nα εκεί, στο βάθος δεξιά μας ήταν το «αμπρί» του Zαχαριάδη...».

Tο βουνό είχε μετατραπεί σε οχυρό. Oι αντάρτες συχνά έμεναν χωρίς ψωμί και νερό. Kαι πάντα χωρίς άρβυλα. «Oι άλλοι τα είχαν όλα. Eμείς τίποτε. Kάποια στιγμή μάς χτυπούσαν με εμπρηστικές βόμβες». Φέρνει το χέρι στο πρόσωπο, λες και φλεγόταν ο τόπος, όπως τότε. Mπαίνει σε ένα αμπρί, που διασώθηκε στη ράχη.

Θυμήθηκε τη μάχη στη Xελώνα. «Eίχα τέσσερις μέρες να φάω. Mα δεν με ενδιέφερε. Aυτό που με τρέλανε, ήταν ότι είχα δύο μέρες να πιω νερό. Aύγουστο μήνα. Nα ξεμυτίσεις δεν μπορούσες .Oι σφαίρες έπεφταν κατά χιλιάδες. Nα σκεφτείς μόλις ξεφύγαμε, βλέπαμε τα δέντρα και πυροβολούσαμε.

Kάποια στιγμή τα πτώματα είχαν απλωθεί παντού. H μυρωδιά δεν αντεχόταν. Mέσα στις σφαίρες βγαίναμε και τα απομακρύναμε όπως όπως. Aχ αυτός ο πόλεμος...».

7 TPAYMATIΣMOI
Eνας γιατρός και ένας αξιωματικός με έσωσαν

Eπτά φορές τραυματίστηκε κατά τη διάρκεια του δεύτερου γύρου ο κ. Zούνης. Στα πόδια, στα χέρια, στην κοιλιά οι πληγές φαίνονται. Στην Πυρσόγιαννη, στο Kαμινίκ, στη Φλώρινα, στα Γιάννινα.

«H τελευταία ήταν και φαρμακερή. Hμασταν έξω από τα Γιάννινα σε μια νυχτερινή μάχη. Tραυματίστηκα στην κοιλιά. Oι δικοί μου με έσυραν λίγο. Kοντά σε έναν παραπόταμο του Aώου, αφού δεν είχα τις αισθήσεις μου με άφησαν. Mε σκέπασαν με κλαδιά και έφυγαν. Oι στρατιώτες ακολουθώντας το αίμα βρήκαν. Παραμέρισαν τα κλαδιά. Aνοιξα τα μάτια. Mου έδωσαν στυλό να τους γράψω για τους αντάρτες. Δεν καταλάβαινα. Eνας αξιωματικός έβγαλε το πιστόλι να με σκοτώσει. Δεν μπορούσα να αντιδράσω. «Kοίταξε τον μπάσταρδο χαίρεται να τον σκοτώσουμε», είπε. Eκείνη τη στιγμή για καλή μου τύχη ένας αξιωματικός με γνώρισε. Hθελε να παντρευτεί την αδελφή της γυναίκας μου.

Kάτι στρατιώτες μάρτυρες του Iεχωβά τραυματιοφορείς ανέλαβαν να με μεταφέρουν. Aν και φαινόμουν ξεγραμμένος δεν με παράτησαν». Aσυναίσθητα φέρνει το χέρι στη κοιλιά. Γελάει. Tο αεράκι στην κορυφή του Γράμμου τον δροσίζει.

«Aπό τα πολλά έφτασα στο νοσοκομείο στην Kόνιτσα. Eνας αρχίατρος, κάθε φορά που με έβλεπε να ανακτώ τις δυνάμεις μου, φώναζε δυνατά: αυτός ο σκύλος δεν πέθανε ακόμη. Aλλά μόλις αυτός έφευγε, ερχόταν στο αυτί μου ένας γιατρός και μου έλεγε: «Aντάρτη μη φοβάσαι, θα ζήσεις. Mην ακούς τι λένε. Eγώ θα σε κάνω καλά». Eφευγε. Πονούσα. «O πόνος είναι ζωή», μου έλεγε. Mου έκαναν ένεση μορφίνης και τότε, ω τότε, άνοιγε ο παράδεισος. Eβλεπα θάλασσες, ποτάμια με καθαρά νερά, χρυσές πέρδικες.Aισθανόμουν βασιλιάς των πάντων. Eίχαν και οι παραισθήσεις τους τα καλά τους».

AΠEIΛEΣ
«Eξόριστος» από το χωριό του έως το '63

O κ. Nίκος Zούνης δεν εκτελέστηκε. H πατρίδα τον έστειλε να υπηρετήσει φαντάρος στη Mακρόνησο. Tελικά βρέθηκε κρατούμενος στην απομόνωση. Ξύλο, βασανιστήρια, εξευτελισμοί. Aφέθηκε ελεύθερος το 1951. Πήγε στην Aθήνα, όπου άρχισε να εργάζεται ως ελαιοχρωματιστής. Στο χωριό τού επετράπη να πάει το 1963. Tον κύκλωσαν οι χωροφύλακες. Aν πας στην Aλβανία, του είπαν, θα σε σκοτώσουμε... Tα κτήματά του τα είχαν καταπατήσει. Eκανε αγώνα να τα πάρει πίσω. Στην Aθήνα έμαθε καλά την τέχνη του ελαιοχρωματιστή. Mάλιστα έφτασε να βάψει τον Πύργο των Aθηνών. Aπό το 1985, που πήρε τη σύνταξή του, ζει στο χωριό του, τη Θεοτόκο Mαστοροχωρίων. Eκει στον Γράμμο, όπου έζησε «ανάμεσα σε φωτιά και αίματα...»

Αναδημοσίευση από http://www.ethnos.gr/article.asp?catid=22768&subid=2&pubid=52570

Τετάρτη, 22 Φεβρουαρίου 2012

Ο ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΣ ΣΤΡΑΤΟΣ ΕΛΛΑΔΑΣ (ΔΣΕ)

Του Πολυμέρη Βόγλη

Ο Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας (ΔΣΕ) είναι η ονομασία του στρατού των ανταρτών που πολέμησε κατά της κυβέρνησης κατά τη διάρκεια του ελληνικού εμφυλίου πολέμου (1946-1949). Ως συμβατική ημερομηνία έναρξης του εμφυλίου πολέμου θεωρείται η 31η Μαρτίου 1946, ημέρα των βουλευτικών εκλογών, όταν μια ομάδα ανταρτών επιτέθηκε στο σταθμό Χωροφυλακής στο χωριό Λιτόχωρο Πιερίας. Τους μήνες που ακολούθησαν οι επιθέσεις των ανταρτών κατά της Χωροφυλακής πολλαπλασιάστηκαν, ενώ οι δυνάμεις των ανταρτών αυξήθηκαν. Στις 28 Οκτωβρίου 1946 δημιουργήθηκε το Γενικό Αρχηγείο των ανταρτών, ενώ τον Δεκέμβριο της ίδιας χρονιάς οι δυνάμεις των ανταρτών έλαβαν την ονομασία Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας. Ο Ελληνικός Στρατός ενεπλάκη ενεργά στις επιχειρήσεις κατά των ανταρτών και το 1947 ο εμφύλιος πόλεμος γενικεύτηκε σε όλη την Ελλάδα. Στις 24 Δεκεμβρίου 1947 οι αντάρτες σχημάτισαν την Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση (ΠΔΚ) αμφισβητώντας άμεσα την εξουσία της κυβέρνησης στα εδάφη που έλεγχε ο ΔΣΕ. Ο Δημοκρατικός Στρατός δεν μπόρεσε να αντιπαρατεθεί στην αριθμητική υπεροχή και την υπεροπλία του Ελληνικού Στρατού. Μετά από σκληρές μάχες στα βουνά Βίτσι και το Γράμμο οι δυνάμεις του ΔΣΕ στις 29 Αυγούστου 1949 υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν το ελληνικό έδαφος.

Ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος για δεκαετίες αποτέλεσε ένα θέμα-ταμπού, το οποίο περιβλήθηκε με σιωπή. Ούτε καν οι όροι «εμφύλιος πόλεμος» ή «Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας» δεν αναφέρονταν, καθώς είχαν αντικατασταθεί από τους όρους «συμμοριτοπόλεμος» και «συμμορίτες» που είχε επινοήσει η κυβερνητική προπαγάνδα κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου. Μόνο μετά τη Μεταπολίτευση και με αργούς ρυθμούς έγινε εφικτό να συζητηθεί δημόσια ο εμφύλιος πόλεμος και να αποτελέσει αντικείμενο επιστημονικής έρευνας. Το 1989, σαράντα χρόνια μετά τη λήξη του, το ελληνικό κράτος αναγνώρισε για πρώτη φορά με νόμο το γεγονός του εμφυλίου πολέμου και της ύπαρξης του ΔΣΕ. Σήμερα, οι συνθήκες για τη μελέτη του εμφυλίου πολέμου και του ΔΣΕ είναι ώριμες και ευνοϊκές. Οι μαρτυρίες μαχητών και μαχητριών του ΔΣΕ που έχουν έκδοθεί τις τελευταίες δεκαετίες αποτελούν ένα πρώτης τάξης υλικό για τη μελέτη της καθημερινότητας του πολέμου και της μνήμης του. Το 1998, η Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού του Γενικού Επιτελείου Στρατού δημοσίευσε σε 16 τόμους μέρος του αρχειακού υλικού που διαθέτει σχετικά με τον εμφύλιο πόλεμο. Τα Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας με αίσθηση ευθύνης απέναντι στην ελληνική κοινωνία, η οποία οφείλει να γνωρίζει το παρελθόν όσο επώδυνο και εάν αυτό είναι, αλλά και με την αποστολή που έχουν για τη συνδρομή της ιστορικής έρευνας αποφάσισαν να ψηφιοποιήσουν και να καταστήσουν προσβάσιμα στο διαδίκτυο ένα σεβαστό όγκο αρχειακών τεκμηρίων, εκδόσεων, εντύπων, εφημερίδων, φωτογραφιών που σχετίζονται με τη δράση του ΔΣΕ στον ελληνικό εμφύλιο.

Ενότητες

Η Συμφωνία της Βάρκιζας και η Λευκή Τρομοκρατία
Οι πρώτες ομάδες ανταρτών
Η δημιουργία του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας
Η οργάνωση του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας
Η Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση
Οι μηχανισμοί ενημέρωσης και προπαγάνδας
Οι γυναίκες στο ΔΣΕ
H στρατιωτική δράση του ΔΣΕ
Οι κοινωνικές επιπτώσεις του εμφυλίου πολέμου.

Η Συμφωνία της Βάρκιζας και η Λευκή Τρομοκρατία

Μετά από τριάμισι χρόνια Κατοχής τα γερμανικά στρατεύματα αποχώρησαν από την Ελλάδα τον Οκτώβριο του 1944. Το τέλος της Κατοχής δεν έφερε την ειρήνη στη χώρα. Οι συγκρούσεις μεταξύ της μεγαλύτερης οργάνωσης του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ αφενός με άλλες αντιστασιακές οργανώσεις και αφετέρου με τους ένοπλους συνεργάτες των Ναζί είχαν δημιουργήσει μια κατάσταση πόλωσης και βίας, η οποία είχε επιδεινωθεί από την οικονομική κατάρρευση και τη δυστυχία που είχαν προκαλέσει οι κατακτητές. Η επιστροφή της εξόριστης ελληνικής κυβέρνησης από το Κάιρο στην Αθήνα μόνο προσωρινά κατεύνασε τα πνεύματα. Η διαφωνία των υπουργών του ΕΑΜ με την κυβέρνηση του Γεωργίου Παπανδρέου σχετικά με τη συγκρότηση του μελλοντικού στρατού, οδήγησε στην παραίτηση τους. Η οριστική ρήξη ανάμεσα στο ΕΑΜ και την κυβέρνηση ήλθε στις 3 Δεκεμβρίου 1944, όταν η αστυνομία πυροβόλησε κατά του πλήθους που είχε συγκεντρωθεί μετά από κάλεσμα του ΕΑΜ. Το ΕΑΜ κινητοποίησε τον εφεδρικό ΕΛΑΣ και τις μονάδες που βρίσκονταν κοντά στην Αθήνα με αποτέλεσμα η στρατιωτική σύγκρουση να γενικευτεί και να περάσει στην ιστορία με την ονομασία Δεκεμβριανά. Η κυβέρνηση είχε την πολύτιμη στρατιωτική βοήθεια της Μ. Βρετανίας και τελικά μετά από σκληρές μάχες 33 ημερών στην πρωτεύουσα, οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ υποχρεώθηκαν να αποσυρθούν στις 5 Ιανουαρίου 1945. Στα Δεκεμβριανά ο ΕΛΑΣ έχασε 2.000-3.000 άνδρες, ενώ άλλοι περίπου 7.500 πιάστηκαν αιχμάλωτοι. Από την κυβερνητική πλευρά σκοτώθηκαν 3.500 άνδρες, και οι Βρετανοί έχασαν 300 άνδρες. Η μάχη της Αθήνας σημαδεύτηκε από πολλές αγριότητες καθώς και από τη σύλληψη 8.000 ομήρων από τον ΕΛΑΣ, οι οποίοι μεταφέρθηκαν σε στρατόπεδα μακριά από την Αθήνα.

Στις 12 Φεβρουαρίου 1945 υπογράφτηκε η τελευταία πράξη των Δεκεμβριανών, η συμφωνία της Βάρκιζας. Η συμφωνία είχε ως στόχο να καθορίσει το πλαίσιο του πολιτικού βίου μετά τα δεδομένα που είχε διαμορφώσει η ήττα του ΕΑΜ. Επικεφαλής της αντιπροσωπείας του ΕΑΜ ήταν ο Γ. Σιάντος και επικεφαλής της κυβέρνησης Πλαστήρα ήταν ο υπουργός Εξωτερικών Ι. Σοφιανόπουλος. Η Συμφωνία της Βάρκιζας όριζε ότι ο ΕΛΑΣ θα διαλυόταν και οι άνδρες του θα παρέδιδαν τον οπλισμό τους. Η κυβέρνηση από την άλλη πλευρά δεσμευόταν να εξασφαλίσει τα συνταγματικά δικαιώματα και τις ατομικές ελευθερίες, να εκκαθαρίσει τον κρατικό μηχανισμό από όργανα της μεταξικής δικτατορίας και συνεργάτες των Γερμανών και να προχωρήσει στη διενέργεια δημοψηφίσματος για το πολιτειακό και σε εκλογές. Τέλος, προβλεπόταν η αμνηστία των πολιτικών αδικημάτων που είχαν διαπραχθεί κατά τα Δεκεμβριανά, εκτός από τα κοινά αδικήματα «τα οποία δεν ήσαν απαραιτήτως αναγκαία δια την επιτυχίαν του πολιτικού αδικήματος». Η εξαίρεση των κοινών αδικημάτων από την αμνηστία θα είναι αυτή που θα επιτρέψει τη μαζική δίωξη μελών του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ τους μήνες που θα ακολουθήσουν. Το ΕΑΜ, από την πλευρά του, μόνο εν μέρει τήρησε τη Συμφωνία της Βάρκιζας. Με εντολή του Κομμουνιστικού Κόμματος ένα μεγάλο μέρος του οπλισμού του ΕΛΑΣ αποκρύφτηκε, το οποίο όμως δεν χρησιμοποιήθηκε παρά μόνο ένα χρόνο αργότερα (και αφού η Εθνοφυλακή είχε ανακαλύψει πολλές από τις κρυψώνες).

Η περίοδος που ξεκινά από τη Συμφωνία της Βάρκιζας και μέχρι τις εκλογές του Μαρτίου 1946, χαρακτηρίζεται από ένα μεγάλο μέρος των ιστορικών ως περίοδος της «λευκής τρομοκρατίας», λόγω των συστηματικών διώξεων οπαδών του ΕΑΜ. Στόχος τους ήταν η αποδυνάμωση του ΕΑΜ μέσα από την εξουδετέρωση των κοινωνικών του ερεισμάτων και τη διάλυση των οργανώσεών του. Για να το επιτύχουν αυτό έπρεπε πρώτα να συγκροτήσουν ένα νομιμόφρονα κρατικό μηχανισμό, το οποίο σήμαινε  την απομάκρυνση όλων των φιλοεαμικών στοιχείων και τη στρατολόγηση αντικομμουνιστών. Παράλληλα η κυβέρνηση επεδίωξε να τρομοκρατήσει τους οπαδούς του ΕΑΜ. Στην ύπαιθρο, ιδιαίτερα, η Εθνοφυλακή  αρχικά και η Χωροφυλακή στη συνέχεια, σε συνεργασία δεξιές παραστρατιωτικές ομάδες, εξαπέλυσε μια εκστρατεία βίας κατά των αριστερών στα χωριά. Σύμφωνα με το ΕΑΜ, περίπου 1.500 αριστεροί δολοφονήθηκαν, 6.500 τραυματίστηκαν ή βασανίστηκαν, και 700 γραφεία και τυπογραφεία του ΕΑΜ καταστράφηκαν.  Στο ίδιο πλαίσιο οργανώθηκε μια τεράστια επιχείρηση συλλήψεων και φυλακίσεων. Με βάση το άρθρο της Συμφωνίας της Βάρκιζας, το οποίο εξαιρούσε από την αμνηστία τα κοινά ποινικά αδικήματα, εκδόθηκαν 80,000 εντάλματα σύλληψης, συνελήφθησαν 50,000 άτομα και φυλακίστηκαν πάνω από 10,000 αριστεροί.

Αυτά συμβαίνουν σε μια περίοδο που το ΚΚΕ και το ΕΑΜ τηρούν τη Συμφωνία της Βάρκιζας, δηλαδή προσπαθούν να αναπτύξουν πολιτική δράση στα πλαίσια της νομιμότητας. Παρά το γεγονός ότι κατά τον αφοπλισμό του ΕΛΑΣ ένα μεγάλο μέρος του οπλισμού δεν παραδόθηκε,  ο κόσμος του ΕΑΜ απέχει από οποιαδήποτε χρήση βίας. Το ΕΑΜ και το ΚΚΕ σταδιακά πετυχαίνουν να ανασυγκροτήσουν τις οργανώσεις τους στις μεγάλες πόλεις (και ειδικά στα εργατικά σωματεία), αλλά στην επαρχία όπου η τρομοκρατία είναι ανεξέλεγκτη αυτό είναι αδύνατο. Ένας σημαντικός αριθμός διωκόμενων αριστερών καταφεύγει στα βουνά και κάποιοι περνούν στη Γιουγκοσλαβία, οι οποίοι συγκεντρώνονται στο στρατόπεδο του Μπούλκες. Παρά ταύτα η γραμμή του ΚΚΕ δεν αλλάζει ούτε μετά την άφιξη στην Ελλάδα του γενικού γραμματέα του ΚΚΕ Νίκου Ζαχαριάδη, ο οποίος στα χρόνια της κατοχής ήταν έγκλειστος στο Νταχάου. Αντίθετα επιβεβαιώνεται με την αποκήρυξη του Άρη Βελουχιώτη, ο οποίος προσπαθεί να συγκροτήσει ένοπλες ομάδες παρά την αντίθεση του κόμματος. Ενώ η πολιτική της νομιμότητας αποτελεί σαφή επιλογή για την ηγεσία του ΚΚΕ, πυκνώνουν οι πιέσεις από τη βάση του κόμματος για μία πιο δυναμική στάση. Αυτή η πίεση προέρχεται κυρίως από τις αγροτικές περιοχές και τα χωριά όπου οι αριστεροί υπόκεινται σε συστηματικές διώξεις ενώ ταυτόχρονα ο αποκλεισμός τους από τη διανομή της ξένης βοήθειας τους οδηγεί στην εξαθλίωση. Απηχώντας αυτές τις πιέσεις το ΚΚΕ ήδη από τον Ιούνιο του 1945, αλλά και στο 7ο συνέδριο του ΚΚΕ τον Οκτώβριο του 1945, θα κάνει λόγο για «μαζική λαϊκή αυτοάμυνα» ενάντια στην τρομοκρατία των δεξιών παραστρατιωτικών ομάδων. Η πόλωση δεν υποχωρούσε, αντίθετα οξυνόταν.

Μαχητές του ΔΣΕ (Αρχείο ΑΣΚΙ)
Το μεγάλο θέμα που εκκρεμούσε ήταν η διεξαγωγή εκλογών (και μετά από αυτές το δημοψήφισμα για την επιστροφή του βασιλιά). Από αυτή την άποψη το θέμα της κυβέρνησης που θα διοργάνωνε τις εκλογές ήταν κρίσιμο. Η παραίτηση της κυβέρνησης του ναυάρχου Πέτρου Βούλγαρη και (μετά από τη πάρα πολύ σύντομη θητεία της κυβέρνησης του Παναγιώτη Κανελλόπουλου) ο σχηματισμός στις 22 Νοεμβρίου 1945 κυβέρνησης από τον μετριοπαθή ηγέτη των Φιλελευθέρων Θεμιστοκλή Σοφούλη ήταν ένα θετικό βήμα, όπως επίσης και ο νόμος για την αποσυμφόρηση των φυλακών τον Δεκέμβριο του 1945, ο οποίος οδήγησε στην αποφυλάκιση πολλών πολιτικών κρατουμένων. Η νέα κυβέρνηση όμως δεν περιελάμβανε μέλη του ΕΑΜ, ενώ η «λευκή τρομοκρατία» γνώρισε νέα έξαρση τον Ιανουάριο του 1946 με επίκεντρο την Καλαμάτα. Εξαιτίας του κλίματος τρομοκρατίας και πόλωσης, το ΚΚΕ θα ζητήσει αναβολή των εκλογών και σχηματισμό νέας κυβέρνησης με συμμετοχή του ΕΑΜ, τα οποία θα απορρίψουν κυβέρνηση και Βρετανοί. Σε αυτές συνθήκες γίνεται η 2η Ολομέλεια του ΚΚΕ στις 12-15 Φεβρουαρίου 1946 και αποφασίζεται η αποχή από τις εκλογές της 31 Μαρτίου. Αυτή η απόφαση έχει αποτελέσει αντικείμενο εκτεταμένων συζητήσεων σχετικά με το εάν το ΚΚΕ αποφάσισε να ξεκινήσει τον ένοπλο αγώνα. Αυτό που μπορεί να ειπωθεί με ασφάλεια είναι ότι το ΚΚΕ για πρώτη φορά ενέταξε στη γραμμή του τη χρήση στρατιωτικών μέσων και προσανατολίστηκε σε μια διπλή τακτική: νόμιμη-πολιτική και παράνομη-ένοπλη.

Οι πρώτες ομάδες ανταρτών

Στις εκλογές της 31ης  Μαρτίου 1946 η Ηνωμένη Παράταξις Εθνικοφρόνων (που είχε ως βάση της το Λαϊκό Κόμμα) έλαβε το 55% των ψήφων, ενώ ο κεντρώος χώρος (το Κόμμα Φιλελευθέρων και η Εθνική Πολιτική Ένωσις) μόλις το 34%  - οι φιλοβασιλικές δυνάμεις εξέλεξαν 236 βουλευτές σε σύνολο 354. Η νέα κυβέρνηση ήταν αμιγώς δεξιά και φιλοβασιλική και είχε ως πρωθυπουργό τον Κωνσταντίνο Τσαλδάρη. Το ΚΚΕ μαζί με κάποια μικρότερα κόμματα απείχαν και έχει υπολογιστεί ότι η «πολιτική αποχή» (δηλαδή ψηφοφόροι που δεν ψήφισαν ακολουθώντας την πολιτική γραμμή της αποχής) ήταν 25%,  ποσοστό το οποίο δείχνει ότι η επιρροή του ΚΚΕ, αν και είχε μειωθεί, παρέμενε σημαντική. Επιπλέον το βράδυ πριν τις εκλογές μία ομάδα 33 ενόπλων προσέβαλε το σταθμό της χωροφυλακής στο Λιτόχωρο του Ολύμπου και σκότωσε 12 χωροφύλακες και άνδρες της Εθνοφρουράς. Αυτή η ενέργεια αν και δεν ήταν μοναδική συμβατικά θεωρείται ως και η αρχή του εμφυλίου πολέμου. Συμβατικά, διότι η κατάσταση το 1946 παρέμενε αρκετά συγκεγχυμένη. Ο εμφύλιος πόλεμος στην πραγματικότητα αποτελεί το τέλος μίας διαδικασίας πόλωσης και σύγκρουσης που διαρκεί αρκετούς μήνες.

Σε αυτή την πόλωση καθοριστικό ρόλο παίζει και η απόφαση της νέας κυβέρνησης να ακολουθήσει μία αδιάλλακτη πολιτική απέναντι στο ΚΚΕ. Σημείο καμπής ήταν το Γ΄ Ψήφισμα της 18ης Ιουνίου 1946, το οποίο προέβλεπε την θανατική ποινή για όσους συγκροτούσαν ένοπλες ομάδες και μεταξύ άλλων έθετε περιορισμούς στην οργάνωση συγκεντρώσεων, περιέστειλε το δικαίωμα της απεργίας και έδινε εκτεταμένες εξουσίες στην αστυνομία. Το Γ΄ Ψήφισμα συνδυάστηκε με την κήρυξη στρατιωτικού νόμου και την ίδρυση στρατοδικείων σε όλη την κεντρική και βόρεια Ελλάδα. Μέχρι το τέλος του 1946, είχαν καταδικαστεί από έκτακτα στρατοδικεία και είχαν εκτελεστεί 116 άτομα. Παράλληλα, η επιστροφή στην προπολεμική πολιτειακή τάξη ολοκληρώθηκε τον Σεπτέμβριο του 1946 με το δημοψήφισμα για την επιστροφή του βασιλιά Γεώργιου. Σε ένα κλίμα πόλωσης και βίας, η επάνοδος του Γεωργίου ψηφίστηκε με ποσοστό 68%.

Από την άλλη πλευρά, η δράση των ανταρτών άρχισε να γίνεται όλο και πιο αισθητή στο κυβερνητικό στρατόπεδο. Αξιωματικοί του ΕΛΑΣ που είχαν καταφύγει στη Γιουγκοσλαβία επέστρεψαν στη χώρα, οι Σλαβομακεδόνες προσχωρούσαν σε αντάρτικες ομάδες στη Δ. Μακεδονία, και το δίκτυο υποστήριξης των ανταρτοομάδων επεκτάθηκε στη Θεσσαλία. Το φθινόπωρο του 1946 οι αντάρτες φθάνουν τις 7.000-8.000 και σημειώνουν κάποιες σημαντικές επιτυχίες έναντι της χωροφυλακής και του στρατού στη Δεσκάτη, τη Σιάτιστα, τη Νάουσα, και το Σκρα. Στις 28 Οκτωβρίου 1946 ιδρύεται το Γενικό Αρχηγείο των ανταρτών και ο Μάρκος Βαφειάδης αναλαμβάνει την ηγεσία των ενόπλων σωμάτων. Τον Δεκέμβριο της ίδιας χρονιάς, τα αντάρτικα σώματα μετονομάζονται σε Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας (ΔΣΕ). Οι αντάρτες έφταναν τις 10.000 και είχαν καταφέρει να ελέγχουν τους ορεινούς όγκους στην Κεντρική και Βόρεια Έλλαδα και μετά από λίγους μήνες επεκτάθηκαν και στην Πελοπόννησο.

Η οργάνωση του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας

Ο Δημοκρατικός Στρατός στα πρώτα βήματά του στηρίχτηκε στην εμπειρία του ΕΛΑΣ από την Κατοχή. Μικρές ομάδες ανταρτών (που μπορούσαν να φτάσουν 60-70 άνδρες), διάσπαρτες και χαλαρά συνδεδεμένες, με έντονη πρόσδεση στις τοπικές κοινωνίες από τις οποίες οι αντάρτες προέρχονταν και το έδαφος που γνώριζαν, και καθοριστικό το ρόλο του αρχηγού ως προς τη φυσιογνωμία και τη δράση της ομάδας. Τα χαρακτηριστικά της δράσης από την άνοιξη του 1946, όπου εμφανίζονται οι πρώτες ομάδες ανταρτών, μέχρι την άνοιξη του 1947, όταν ξεκινούν οι εκκαθαριστικές επιχειρήσεις του ΕΕΣ, ήταν η ταχύτητα, η διαρκής κίνηση, ο αιφνιδιασμός και η ενέδρα ή το σαμποτάζ. Ο αντίπαλος του ΔΣΕ σε εκείνη τη φάση ήταν κυρίως η Χωροφυλακή και οι παραστρατιωτικές ομάδες και δευτερευόντως ο στρατός και στόχος ήταν η «απελευθέρωση» ορεινών περιοχών, δηλαδή να περάσουν από τον έλεγχο της κυβέρνησης και την τρομοκρατία των παραστρατιωτικών στον έλεγχο των ανταρτών.

Το 1947 τα χαρακτηριστικά του πολέμου άλλαξαν. Η ανάληψη της ευθύνης για την αντιμετώπιση του ΔΣΕ από το στρατό και από την άλλη πλευρά η πρόθεση του Κομμουνιστικού Κόμματος να εγκαθιδρύσει σταθερή κυριαρχία σε εκτεταμένη περιοχή οδήγησαν στο μετασχηματισμό του ΔΣΕ από αντάρτικες ομάδες σε «λαϊκό επαναστατικό» στρατό.

ΔΙΑΡΘΡΩΣΗ: O Δημοκρατικός Στρατός ήταν γεωγραφικά οργανωμένος σε Αρχηγεία Περιοχών τα οποία υπάγονταν στο Γενικό Αρχηγείο. Υπήρχαν έξι αρχηγεία, Δ. Μακεδονίας, Κεντρικής Μακεδονίας (το οποία συγχωνεύτηκαν), Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, Ρούμελης, Ηπείρου και Πελοποννήσου. Τα Αρχηγεία Περιοχών είχαν την ευθύνη για τις δυνάμεις που ήταν διεσπαρμένες στους ορεινούς όγκους μιας περιοχής, τα λεγόμενα Περιφερειακά Αρχηγεία. Στις 27 Αυγούστου 1948 στην κατεύθυνση μετατροπής του Δημοκρατικού Στρατού σε τακτικό στρατό με διάταγμα του υπουργού Στρατιωτικών της ΠΔΚ τα Αρχηγεία καταργήθηκαν και δημιουργήθηκαν Μεραρχίες. Τότε επίσης το Γενικό Αρχηγείο για να αντεπεξέλθει σε δυσκολίες επικοινωνίας και συντονισμού δημιούργησε δύο Κλιμάκια του Γενικού Αρχηγείου, το ένα υπεύθυνο για τη Νότια Ελλάδα (ΚΓΑΝΕ) και το άλλο για την Ανατολική Μακεδονία και Θράκη (ΚΓΑΜΘ). Στις 26 Αυγούστου 1948 σε συνεδρίαση του Πολιτικού Γραφείου αποφασίστηκε δίπλα στο Γενικό Αρχηγείο να δημιουργηθεί το Ανώτατο Πολεμικό Συμβούλιο, το οποίο ασκούσε τον κομματικό έλεγχο στις επιχειρήσεις που διηύθυνε το Γενικό Αρχηγείο. Επικεφαλής του Ανώτατου Πολεμικού Συμβουλίου μπήκε ο Νίκος Ζαχαριάδης. Έτσι η διάρθρωση του ΔΣΕ εκείνη την εποχή διαμορφώθηκε ως εξής:

Ανώτατο Πολεμικό Συμβούλιο: Νίκος Ζαχαριάδης
Γενικό Αρχηγείο: Μάρκος Βαφειάδης
ΚΓΑΝΕ: Κώστας Καραγιώργης
I Μεραρχία Θεσσαλίας: Χαρίλαος Φλωράκης (Γιώτης)
II Μεραρχία Ρούμελης: Γιάννης Αλεξάνδρου (Διαμαντής)
III Μεραρχία Πελοποννήσου: Στέφανος Γκιουζέλης
VI Μεραρχία Κεντρικής Μακεδονίας: Γιώργος Ερυθριάδης (Πετρής)
VII Μεραρχία Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης: Θανάσης Γκένιος (Λασάνης)
VIII Μεραρχία Ηπείρου: Κώστας Κολιγιάννης
IX Μεραρχία Δυτικής Μακεδονίας: Δημήτρης Παλαιολόγος
X Μεραρχίας Δυτικής Μακεδονίας: Αλέκος Ρόσιος (Υψηλάντης)
XI Μεραρχία Δυτικής Μακεδονίας: Νίκος Θεοχαρόπουλος (Σκοτίδας)

Στην κατεύθυνση μετεξέλιξης του ΔΣΕ σε τακτικό στρατό και της ανάδειξης καταρτισμένων στελεχών λειτούργησαν μια σειρά από σχολές στις ελεγχόμενες από αυτόν περιοχές. Καταρχάς δημιουργήθηκαν σχολές αξιωματικών και υπαξιωματικών. Στη Σχολή Αξιωματικών  του Γενικού Αρχηγείου, φοίτησαν μαχητές και μαχήτριες που είχαν διακριθεί στις μονάδες τους. Υπολογίζεται ότι από αυτή τη σχολή αποφοίτησαν 2.750 ανθυπολοχαγοί, οι πρώτοι από τους οποίους συμμετείχαν στις μάχες του 1947. Επίσης λειτουργούσαν σχολές σαμποτέρ, ασυρματιστών, μηχανικού και πολιτικών επιτρόπων. Ιδιαίτερη μνεία θα πρέπει να γίνει στην υγειονομική υπηρεσία του ΔΣΕ, η οποία επιτελούσε έναν πραγματικό άθλο. Οι συνθήκες που επικρατούσαν στα βουνά αλλά και οι υποδομές και τα μέσα που είχε στη διάθεσή του ο Δημοκρατικός Στρατός στις περισσότερες περιοχές καθιστούσαν αδύνατη τη σωστή περίθαλψη και ανάρρωση των τραυματιών. Φάρμακα και εργαλεία σπάνιζαν, οι εκπαιδευμένοι νοσοκόμοι ήταν λίγοι, και τα αναρρωτήρια ή τα χειρουργεία ήταν συνήθως πρόχειρα κατασκευασμένες σκηνές.

Ο Δημοκρατικός Στρατός ως προς την οργάνωσή του χαρακτηρίζεται από δύο καινοτομίες, το θεσμό του Πολιτικού Επιτρόπου και τις «δημοκρατικές συνελεύσεις». Τα τμήματα του ΔΣΕ είχαν μια δυάδα επικεφαλής: το Στρατιωτικό Διοικητή και τον Πολιτικό Επίτροπο. Ο θεσμός του Πολιτικού Επιτρόπου εισάγεται τον Δεκέμβριο του 1947 ή τον Ιανουάριο του 1948 και λειτουργούσαν σε όλες τις βαθμίδες της ιεραρχίας από λόχο μέχρι Γενικό Αρχηγείο. Ο Πολιτικός Επίτροπος ήταν ο εκπρόσωπος του ΚΚΕ στις μονάδες του ΔΣΕ. Ήταν υπεύθυνος για την πολιτική καθοδήγηση και τη «διαφώτιση» των ανταρτών, τη διατήρηση του ηθικού, τη διασφάλιση της πειθαρχίας, την επαγρύπνηση απέναντι στους εχθρούς, την ανάλυση των πολιτικών αποφάσεων της κομματικής ηγεσίας αλλά και για την αντιμετώπιση των καθημερινών προβλημάτων των μαχητών που συνδέονταν με την επιμελητεία και τον εφοδιασμό. Ο Πολιτικός Επίτροπος είχε την ευθύνη να συγκαλεί σε τακτική βάση συζητήσεις («δημοκρατικές συνελεύσεις») στις οποίες συμμετείχαν οι μαχητές της μονάδας. Στις δημοκρατικές συνελεύσεις, οι οποίες συνήθως συγκαλούνταν συνήθως μετά από κάποια μάχη (αλλά και κατά τη διάρκεια πορειών), συζητιούνταν ο τρόπος διεξαγωγής της μάχης, η συμπεριφορά των μαχητών, τα προβλήματα καθημερινότητας, γινόταν κριτική και αυτοκριτική για λάθη ή παραλείψεις, κοκ.

Μαχητές του ΔΣΕ (Αρχείο ΑΣΚΙ)
Ένας από τους σημαντικότερους περιορισμούς που αντιμετώπιζε ο ΔΣΕ αφορούσε τον εξοπλισμό του. Τα όπλα ήταν κυρίως γερμανικής, ιταλικής και αγγλικής κατασκευής, προέρχονταν δηλαδή από αυτά που είχαν πέσει στα χέρια του ΕΛΑΣ κατά τη διάρκεια της Κατοχής και τα είχαν αποκρύψει μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας, καθώς και όπλα που συγκέντρωσαν από τις επιθέσεις κατά της Χωροφυλακής, των ΜΑΥ, των παραστρατιωτικών, κ.ά. Δεν φαίνεται να υπήρχε ελλείψεις σε τουφέκια και πιστόλια αλλά τα υπόλοιπα, όπως αυτόματα όπλα, οπλοπολυβόλα, όλμοι, μπαζούκας, χειροβομβίδες ήταν σαφώς πιο λίγα ενώ οι πιο πολλές νάρκες ήταν αυτοσχέδιες.  Ο ΔΣΕ έλαβε αξιόλογη βοήθεια, ιδιαίτερα σε βαρέα όπλα και πυρομαχικά, από το εξωτερικό, ειδικά τη Γιουγκοσλαβία. Ακόμη και όταν υπήρχε επαρκής αριθμός όπλων το επόμενο πρόβλημα που θα έπρεπε να επιλυθεί ήταν η μεταφορά τους. Η σοβαρή έλλειψη μεταφορικών ζώων και ζωοτροφών, ο έλεγχος των οδικών αρτηριών από το στρατό, οι δύσβατες περιοχές στις οποίες έπρεπε να κινούνται οι αντάρτες σήμαινε ότι ο ανεφοδιασμός ολόκληρων περιοχών στο νότο, όπως της Στερεάς Ελλάδας ή της Πελοποννήσου, συχνά ήταν σχεδόν αδύνατος.

Η Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση

Η 3η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ έγινε στις 11-12 Σεπτεμβρίου 1947. Η Ολομέλεια είναι καθοριστική γιατί επισημοποίησε την απόφαση του κόμματος να εγκαταλείψει την προσπάθεια για πολιτική λύση στον εμφύλιο πόλεμο και να προσανατολίσει τις δυνάμεις του κόμματος στη στρατιωτική επικράτηση. Σε αυτήν την κατεύθυνση δύο αλληλένδετες αποφάσεις της Ολομέλειας ήταν σημαντικές. Η μία ήταν πολιτική και αφορούσε τη δημιουργία «ελεύθερης δημοκρατικής περιοχής με δική της κυβέρνηση».  Για την επίτευξη αυτού του στόχου αποφασίστηκε επίσης η έγκριση του σχεδίου «Λίμνες». Το σχέδιο «Λίμνες» ήταν στρατιωτικό και αφορούσε την αύξηση των δυνάμεων του ΔΣΕ. Πιο συγκεκριμένα με βάση το σχέδιο «Λίμνες» η ΔΣΕ θα έπρεπε να μετατραπεί σε τακτικό στρατό, να αυξήσει τις δυνάμεις του φτάνοντας τις 60.000 μαχητές με την αντίστοιχη προμήθεια στρατιωτικού υλικού έτσι ώστε να μπορέσει να εδραιώσει την κυριαρχία του στην Κεντρική και Δυτική Μακεδονία.

Τον Δεκέμβριο του 1947 ο ΔΣΕ θα επιδιώξει να νομιμοποιήσει την κυριαρχία του στις περιοχές που ελέγχει και να αμφισβητήσει ευθέως τη νομιμότητα της ελληνικής κυβέρνησης. Στις 24 Δεκεμβρίου 1947, ο ραδιοφωνικός σταθμός της Ελεύθερης Ελλάδας ανακοίνωσε το σχηματισμό της «Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης». Στην ιδρυτική πράξη της ως στόχος της προσδιοριζόταν να «συνεχίσει και να εντείνει με όλα τα μέσα και με όλες τις δυνάμεις του λαού τον αγώνα για την απελευθέρωση της Ελλάδας από το ζυγό των ξένων ιμπεριαλιστών και των οργάνων τους, για την αποκατάσταση της εθνικής ανεξαρτησίας, για την επικράτηση και τη νίκη της Δημοκρατίας στην Ελλάδα και για την κατοχύρωση των δημοκρατικών δικαιωμάτων και ελευθεριών του ελληνικού λαού».

Η σύνθεση της ΠΔΚ ήταν ως εξής: πρόεδρος της κυβέρνησης και υπουργός στρατιωτικών ο Μάρκος Βαφειάδης, αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και υπουργός εσωτερικών ο Γιάννης Ιωαννίδης, υπουργός εξωτερικών ο Πέτρος Ρούσσος, υπουργός δικαιοσύνης ο Μιλτιάδης Πορφυρογέννης, υπουργός υγιεινής και πρόνοιας (προσωρινά και υπουργός παιδείας) ο Πέτρος Κόκκαλης, υπουργός οικονομικών ο Βασίλης Μπαρτζιώτας, υπουργός γεωργίας ο Δημήτρης Βλαντάς και υπουργός εθνικής οικονομίας (προσωρινά και επισιτισμού) ο Λεωνίδας Στρίγγος. Οι αποφάσεις της κυβέρνησης δημοσιεύονταν στην Εφημερίδα της Προσωρινής Κυβέρνησης.

Οι μηχανισμοί ενημέρωσης και προπαγάνδας

Η διαφώτιση στηριζόταν σε ένα δραστήριο εκδοτικό μηχανισμό, ο οποίος είναι εντυπωσιακός αν ληφθούν υπόψη τα μέσα και οι συνθήκες που επικρατούσαν. Στα 1948-1949 εκδίδονται κάπου 10 έντυπα και εφημερίδες: Εξόρμηση, Δημοκρατικός Στρατός, Δελτίο Ειδήσεων, Καθημερινά Νέα, Προς τη Νίκη, Μαχήτρια, Αγωνίστρια, Παρτιζάνα, Νέος Μαχητής, Αγροτικός Αγώνας, Εφημερίδα της Κυβέρνησης. Ιδιαίτερη κατηγορία αποτελούν οι εφημερίδες που εκδίδονταν από τα κατά τόπους Αρχηγεία, όπως η Ελεύθερη Ήπειρος από το Αρχηγείο Ηπείρου, η Επίθεση του Αρχηγείο Κεντρικής Μακεδονίας, ο Μαχητής από το Αρχηγείο Θεσσαλίας, κ.ά., όπως και τα έντυπα που εκδίδονται στη σλαβομακεδονική γλώσσα, όπως το Νεποκόρεν και το Μπίλντεν. Τέλος, υπάρχουν δεκάδες φυλλάδια και βιβλία, τα οποία κυκλοφορούν στα βουνό: εκδόσεις του Γενικού Αρχηγείου και της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης, κομματικό υλικό, στρατιωτικά εγχειρίδια, προπαγανδιστικό υλικό, μυθιστορήματα, σχολικά εγχειρίδια και μεταφράσεις. Στα χρόνια του Εμφυλίου η εκδοτική παραγωγή αυξήθηκε αισθητά: από 39  βιβλία και τεύχη περιοδικών το 1947, έφτασαν να εκδίδονται 161 την επόμενη χρονιά, ενώ το 1949 κυκλοφόρησαν 220 βιβλία και περιοδικά. Τα περισσότερα από αυτά εκτυπώνονταν είτε στο Γράμμο, το Βίτσι και τις άλλες ελεγχόμενες από τον ΔΣΕ περιοχές είτε στο Μπούλκες. Στο μηχανισμό πληροφόρησης και προπαγάνδας σχετικά νωρίς προστέθηκε και ο ραδιοφωνικός σταθμός «Ελεύθερη Ελλάδα», ο οποίος άρχισε να εκπέμπει τον Ιούλιο του 1947 από το Βελιγράδι. Η εντυπωσιακή εκδοτική παραγωγή δείχνει τη σημασία που απέδιδε το Κομμουνιστικό Κόμμα στη ιδεολογική και πολιτική διαμόρφωση των μαχητών του Δημοκρατικού Στρατού, την επιμόρφωση των στελεχών και τη διαρκή κινητοποίηση και εγρήγορση των δυνάμεών του.

Ο Ραδιοσταθμός «Ελεύθερη Ελλάδα»

Ο ραδιοσταθμός «Ελεύθερη Ελλάδα» προέκυψε από την ανάγκη αφενός να αντιμετωπιστεί η αποκλειστική κυριαρχία της κυβέρνησης στα μέσα μαζικής επικοινωνίας και αφετέρου να δημιουργηθεί ένα μέσο που θα επέτρεπε στο Δημοκρατικό Στρατό να διαδώσει τις θέσεις και την ιδεολογία του. Με δεδομένο μάλιστα ότι από το 1947 είχε απαγορευτεί η κυκλοφορία αριστερών εφημερίδων και περιοδικών, ο ραδιοσταθμός μετατράπηκε σε ένα βασικό μέσο ενημέρωσης και προπαγάνδας του Δημοκρατικού Στρατού. Ο ραδιοφωνικός σταθμός «Ελεύθερη Ελλάδα» εγκαταστάθηκε στο Βελιγράδι. Οι πρώτες δοκιμαστικές ραδιοφωνικές εκπομπές έγιναν στις αρχές Ιουλίου 1947 και οι τακτικές εκπομπές ξεκίνησαν στις 16 Ιουλίου 1947. Το πρόγραμμα του ραδιοσταθμού αποτελείτο κυρίως από ειδήσεις για τον εμφύλιο πόλεμο και τις επιχειρήσεις του Δημοκρατικού Στρατού αλλά και ειδήσεις από τη διεθνή επικαιρότητα. Ο ραδιοσταθμός αντιμετώπιζε πολλά προβλήματα, όπως τεχνικές δυσχέρειες, έλλειψη πείρας, καθυστερήσεις στις μεταδόσεις, ενώ εκ των πραγμάτων εκείνη την εποχή ένα πολύ μικρό μέρος του πληθυσμού της χώρας διέθετε συσκευή ραδιοφώνου. Παρόλα αυτά το πρόγραμμα του ραδιοφωνικού σταθμού εμπλουτίστηκε και βελτιώθηκε με  καθημερινές ειδήσεις για τις μάχες, τις ημερήσιες διαταγές, κομματικές ανακοινώσεις και αποφάσεις της ΠΔΚ, την «αποσύνθεση» του Ελληνικού Στρατού και την τρομοκρατία σε βάρος του λαού, τη ζωή στην «ελεύθερη Ελλάδα», τη βοήθεια του λαού προς το ΔΣΕ, κοκ.

Οι θεσμοί της λαϊκής εξουσίας

Οι καταστατικές αρχές της λαϊκής εξουσίας δημοσιοποιήθηκαν στις 10 Αυγούστου 1947 σε διάγγελμα του Γενικού Αρχηγείου του ΔΣΕ. Μαζί με το διάγγελμα της 10ης Αυγούστου δημοσιοποιούνται και οι διατάξεις για την αυτοδιοίκηση και τη δικαιοσύνη. Με καταστατική αρχή η Πράξη 1 προέβλεπε τη δημιουργία λαϊκών συμβουλίων σε κάθε χωριό και πόλη. Κυρίαρχο σώμα ήταν η γενική συνέλευση των κατοίκων, η οποία εξέλεγε και το λαϊκό συμβούλιο, το οποίο ήταν υπεύθυνο για όλα τα οικονομικά και φορολογικά ζητήματα, την εκπαίδευση και την υγεία των κατοίκων. Τα μέλη των λαϊκών συμβουλίων (7 τακτικά και 5 αναπληρωματικά) εκλέγονταν μετά από μυστική, καθολική ψηφοφορία στην οποία συμμετείχαν άνδρες και γυναίκες άνω των 18 ετών ή και «κάτω των 18 χρονών, εφόσον πήραν οργανωμένο μέρος στον ένοπλο εθνικολαϊκό αγώνα». Όσον αφορά στη λαϊκή δικαιοσύνη, σύμφωνα με την Πράξη 2 σε κάθε πόλη και χωριό θα λειτουργούσε λαϊκό δικαστήριο. Οι λαϊκοί δικαστές εκλέγονταν κάθε χρόνο μετά από καθολική, μυστική ψηφοφορία στην οποία συμμετείχαν όλοι οι κάτοικοι, άνδρες και γυναίκες άνω των 18 ετών –λαϊκός δικαστής μπορούσε να εκλεγεί οποιοσδήποτε κάτοικος, εξαιρουμένων όσων είχαν καταδικαστεί για «αντεθνική πράξη». Τη διαδικασία εκλογής και συγκρότησης επέβλεπε ο λαϊκός επίτροπος, δηλαδή το αρμόδιο κομματικό στέλεχος. Καθήκοντα αστυνόμευσης στις περιοχές του ΔΣΕ ανέλαβε η Λαϊκή Πολιτοφυλακή. Ήταν ένοπλο σώμα με στρατιωτική ιεραρχία και πειθαρχία στο οποίο κατατάσσονταν εθελοντικά άνδρες και γυναίκες. Η Λαϊκή Πολιτοφυλακή φρόντιζε για τη διατήρηση της τάξης και της ασφάλειας, την εφαρμογή της νομοθεσίας και των αποφάσεων λαϊκών συμβουλίων και δικαστηρίων, να συμμετέχει όταν χρειαζόταν στον πόλεμο και να «παρακολουθεί άγρυπνα και να καταδιώκει κάθε φασιστική ενέργεια». Επίσης μια από τις πρώτες ενέργειες των λαϊκών συμβουλίων ήταν να προχωρήσουν στη διανομή της γης σε ακτήμονες και μικροκαλλιεργητές. Σύμφωνα με την Πράξη 3 του Γενικού Αρχηγείου, το λαϊκό συμβούλιο κάθε χωριού καθόριζε τον ελάχιστο κλήρο που ήταν αναγκαίος για την διαβίωση μιας οικογένειας και προβλεπόταν ότι κανένας αγρότης δεν μπορεί να κατέχει γη μεγαλύτερη από το οκταπλάσιο του ελάχιστου κλήρου –σε τέτοια περίπτωση η παραπάνω έκταση θα διανεμόταν στους ακτήμονες ή φτωχούς αγρότες του χωριού. Ο ελάχιστος κλήρος, ο οποίος ήταν 30 στρέμματα ανά οικογένεια, δεν μπορούσε να πωληθεί, παρά μόνο μετά από την έγκριση του λαϊκού συμβουλίου. Τα λαϊκά συμβούλια προχώρησαν στη διανομή των δημόσιων ή εκκλησιαστικών γαιών.

Η συμμετοχή των γυναικών

Μαχήτριες του ΔΣΕ
Η συμμετοχή των γυναικών στο Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας ήταν πολύ υψηλή, ιδιαίτερα εάν συγκριθεί με αυτή των γυναικών στο αντάρτικο κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Οι περισσότερες γυναίκες ήταν νεαρές κοπέλες αγροτικής προέλευσης, επιστρατευμένες από το ΔΣΕ. Οι γυναίκες από 12-15% το 1948 έφτασαν να αποτελούν το 25-30% των μάχιμων δυνάμεων του ΔΣΕ το 1949, όταν οι εφεδρείες του είχαν αρχίσει πλέον να εξαντλούνται. Με αντίστοιχα υψηλό αριθμό αυξήθηκαν και οι γυναίκες αξιωματικοί, οι οποίες διοικούσαν μάχιμες μονάδες. Η μεγάλη συμμετοχή των γυναικών στο ΔΣΕ οδήγησε και στην έκδοση γυναικείων εφημερίδων, όπως η Μαχήτρια, η Αγωνίστρια και η Παρτιζάνα.
Στους κόλπους του ΚΚΕ και του ΔΣΕ ιδρύεται στις 25 Οκτωβρίου 1948 η Πανελλαδική Δημοκρατική Οργάνωση Γυναικών ( η πρώτη αμιγώς γυναικεία οργάνωση του κόμματος) με πρόεδρο στην αρχή τη Χρύσα Χατζηβασιλείου και στη συνέχεια τη Ρούλα Κουκούλου. Η ΠΔΕΓ συμμετείχε στο 2ο Συνέδριο της Παγκόσμιας Δημοκρατικής Ομοσπονδίας Γυναικών (Βουδαπέστη, Δεκέμβριος 1948), ενώ τον Μάρτιο του 1949 οργάνωσε την Α΄ Πανελλαδική Συνδιάσκεψη στην «ελεύθερη Ελλάδα», στην οποία συμμετείχαν και γυναίκες εκπρόσωποι από τις σοσιαλιστικές χώρες.

Οι Σλαβομακεδόνες

Στις περιοχές της Μακεδονίας όπου δρούσε ο ΔΣΕ ζούσαν Σλαβομακεδόνες, οι οποίοι ήταν συγκεντρωμένοι στους νομούς Καστοριάς, Φλώρινας και Πέλλας. Ένα μέρος των Σλαβομακεδόνων είχε ταχθεί με τον ΕΛΑΣ στη διάρκεια της Κατοχής και συγκρότησαν δικό τους στρατιωτικό τμήμα (ΣΝΟΦ). Οι Σλαβομακεδόνες κινητοποιήθηκαν ξανά στα χρόνια του Εμφυλίου στο πλευρό του ΔΣΕ, συγκροτώντας τα δικά τους στρατιωτικά τμήματα (ΝΟΦ). Γενικότερα οι Σλαβομακεδόνες διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στο Δημοκρατικό Στρατό και έφτασαν να αποτελούν ένα σεβαστό ποσοστό των δυνάμεων του. Στις περιοχές που έλεγχε ο Δημοκρατικός Στρατός λειτούργησαν σχολεία στη σλαβομακεδονική γλώσσα, τα σλαβομακεδονικά χωριά εφοδίαζαν τους μαχητές με τρόφιμα και εργάζονταν στην κατασκευή οχυρωματικών έργων, εκδίδονταν έντυπα στη σλαβομακεδονική γλώσσα, επιμορφώθηκαν Σλαβομακεδόνες δασκάλοι, κοκ. Η αυξημένη συμμετοχή των Σλαβομακεδόνων στο ΔΣΕ, ιδιαίτερα στην ύστερη φάση του Εμφυλίου, σε συνδυασμό με την περιπλοκή που δημιούργησε η ρήξη Τίτο-Στάλιν οδήγησε το ΚΚΕ να αλλάξει τη θέση σχετικά με το ζήτημα της σλαβομακεδονικής μειονότητας. Στην 5η Ολομέλειά της ΚΕ του ΚΚΕ (30-31 Ιανουαρίου 1949) θα εγκαταλειφθεί η παλαιότερη θέση για πλήρη σεβασμό των δικαιωμάτων της μειονότητας και θα υιοθετηθεί η θέση ότι  «σαν αποτέλεσμα της νίκης του ΔΣΕ και της λαϊκής επανάστασης, ο μακεδονικός λαός θα βρει την πλήρη εθνική αποκατάστασή του, έτσι όπως το θέλει ο ίδιος». Αποτέλεσμα της ισχυροποίησης των Σλαβομακεδόνων στο εσωτερικό του ΔΣΕ αλλά και της προσπάθειας εξισορρόπησης της αυτονομιστικής προπαγάνδας της Γιουγκοσλαβίας ήταν η δημιουργία ξεχωριστής σλαβομακεδονικής οργάνωσης, της Κομμουνιστικής Οργάνωσης της Μακεδονίας του Αιγαίου (ΚΟΕΜ).

Οι σχέσεις του ΔΣΕ με τις βαλκανικές χώρες

Με τη λήξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και την προέλαση του σοβιετικού στρατού στα Βαλκάνια εγκαθιδρύονται σοσιαλιστικά καθεστώτα τη Ρουμανία, τη Βουλγαρία, την Γιουγκοσλαβία και την Αλβανία. Ο Δημοκρατικός Στρατός εξαρτάται από την υλική βοήθεια αυτών των χωρών για την ανάπτυξη του, και ιδιαίτερα τη Γιουγκοσλαβία η οποία διαδραματίζει πρωταγωνιστικό ρόλο στην περιοχή. Η στάση, όμως, των βαλκανικών σοσιαλιστικών χωρών εξαρτιόταν από τη στάση που κρατούσε η Σοβιετική Ένωση απέναντι στον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο. Στη διάρκεια του τριετούς εμφυλίου πολέμου ο ΔΣΕ έλαβε σημαντική βοήθεια από τις όμορες σοσιαλιστικές χώρες και γι’ αυτό το λόγο άλλωστε και η επικράτεια που έλεγχε ήταν τόσο κοντά στα σύνορα. Ο Δημοκρατικός Στρατός έλαβε από τις όμορες σοσιαλιστικές χώρες όπλα και πολεμοφόδια, τρόφιμα, είδη ένδυσης και υπόδησης, φάρμακα, ραδιοτηλεγραφικό υλικό και πολλά άλλα. Οι τραυματίες μεταφέρονταν σε νοσοκομεία που λειτουργούσαν στο έδαφος εκείνων των χωρών. Σε ξένο έδαφος είχε εγκατασταθεί ο ραδιοσταθμός του ΔΣΕ «Ελεύθερη Ελλάδα» (στο Βελιγράδι), όπως επίσης και κάποια από τα τυπογραφεία του ΔΣΕ. Επίσης άρθρα από βιβλία και περιοδικά που εκδίδονταν στις βαλκανικές χώρες, μεταφράζονταν και κυκλοφορούσαν μεταξύ των μαχητών του ΔΣΕ. Οι σχέσεις του ΔΣΕ με τη Γιουγκοσλαβία θα δοκιμαστούν μετά τη ρήξη Τίτο-Στάλιν, συνέπεια της οποίας ήταν ότι ο Τίτο διέκοψε τη βοήθειά του προς το ΔΣΕ και λίγο πριν τη λήξη του Εμφυλίου «έκλεισε» τα σύνορα της Γιουγκοσλαβίας στους Έλληνες μαχητές.

Η αμερικανική επέμβαση στον Εμφύλιο

Ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος ξέσπασε την εποχή που είχε αρχίσει να διαμορφώνεται στο διεθνές περιβάλλον ο Ψυχρός Πόλεμος. Η Μ. Βρετανία και οι Ηνωμένες Πολιτείες είδαν τον εμφύλιο πόλεμο μέσα από το πρίσμα του Ψυχρού Πολέμου, δηλαδή, ότι η ΕΣΣΔ υποκινούσε και υποστήριζε τον ΔΣΕ με στόχο την αποσταθεροποίηση της κυβέρνησης με απώτερο ενδεχομένως σκοπό την εγκαθίδρυση μιας φιλοσοβιετικής κυβέρνησης στην Ελλάδα. Μολονότι οι Βρετανοί έκαναν αυτή τη διαπίστωση, από την άλλη δεν ήταν σε θέση να αναλάβουν την οικονομική στήριξη της ελληνικής κυβέρνησης στον επερχόμενο εμφύλιο πόλεμο. Η Μ. Βρετανία ήταν οικονομικά εξουθενωμένη από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και ενημέρωσε την ελληνική και την αμερικανική κυβέρνηση ότι θα σταματούσε την οικονομική βοήθεια προς την Ελλάδα τον Μάρτιο του 1947. Η αμερικανική επέμβαση στον ελληνικό εμφύλιο εντάσσεται στο συνολικότερο πλαίσιο της αντιπαράθεσης των Ηνωμένων Πολιτειών και της Σοβιετικής Ένωσης. Η επέκταση της σοβιετικής επιρροής στην Ανατολική Ευρώπη και τα Βαλκάνια αποτελούσε πλέον τετελεσμένο γεγονός, ενώ η ύπαρξη των πετρελαιοπηγών της Μέσης Ανατολής αναβάθμιζε τη στρατηγική αξία της ευρύτερης περιοχής. Στο στρατηγικό σχεδιασμό των ΗΠΑ ως παγκόσμιας δύναμης η Ελλάδα, η Τουρκία και το Ιράν μπορούσαν να αποτελέσουν μια «ζώνη ανάσχεσης» της σοβιετικής επιθετικότητας. Στις 12 Μαρτίου 1947 ο πρόεδρος των ΗΠΑ Χάρυ Τρούμαν απευθύνθηκε δημόσια στο Κογκρέσσο ζητώντας την έγκριση οικονομικής βοήθειας ύψους 300 εκατομμυρίων δολλαρίων προς την Ελλάδα και 100 εκατομμυρίων δολλαρίων προς την Τουρκία. Η αμερικανική επέμβαση στον ελληνικό εμφύλιο ήταν καθοριστική για την έκβασή του. Μέχρι το τέλος του πολέμου η στρατιωτική μόνο βοήθεια θα φτάσει τα 353 εκατομμύρια δολλάρια, η οποία θα επιτρέψει την αύξηση των δυνάμεων του στρατού και θα καλύψει τις ανάγκες του σε εξοπλισμό, εκπαίδευση, έργα κλπ. Επιπλέον η αμερικανική βοήθεια ήταν τεράστιας σημασίας για τις ανάγκες του προϋπολογισμού  και την ανακούφιση του πληθυσμού, ιδιαίτερα των προσφύγων.

Η στρατιωτική δράση του ΔΣΕ το 1947

Στις αρχές του 1947 ο Δημοκρατικός Στρατός έλεγχε το μεγαλύτερο μέρος των ορεινών όγκων της Κεντρικής και Βόρειας Ελλάδας. Ο μεγαλύτερος όγκος των δυνάμεων του ΔΣΕ δρούσε στη Δυτική και Κεντρική Μακεδονία (7.500), καθώς επίσης τη Θεσσαλία και τη Στερεά Ελλάδα (2.500-3.000). Την άνοιξη του 1947 ο Ελληνικός Στρατός διεξήγαγε μεγάλης κλίμακας στρατιωτικές επιχειρήσεις σε βάρος του Δημοκρατικού Στρατού με την κωδική ονομασία «Τέρμινους». Η επιχείρηση «Τέρμινους» αποτελείτο από μια σειρά μικρότερων επιχειρήσεων που στόχο είχαν να εκκαθαρίσουν σε πρώτη φάση τους ορεινούς όγκους της Στερεάς Ελλάδας, της Θεσσαλίας και της Δυτικής Μακεδονίας (τα όρη Άγραφα, Κόζιακα, Χάσια, Αντιχάσια, Πήλιο, Όλυμπο, Πιέρια, Γράμμο, Βόιον) και σε επόμενη φάση ο Ελληνικός Στρατός να στραφεί κατά των ανταρτών στην Κεντρική και Ανατολική Μακεδονία.

Η μεγάλη εαρινή επίθεση του Ελληνικού Στρατού έφερε σε το Δημοκρατικό Στρατό σε πολύ δύσκολη θέση. Οι μαχητές του ΔΣΕ ήταν αριθμητικά υποδεέστεροι και λιγότερο καλά εξοπλισμένοι. Αυτό σήμαινε ότι εάν έδιναν μάχες εκ παρατάξεως θα έχαναν, οπότε η μοναδική τακτική που μπορούσαν να ακολουθήσουν ήταν οι υποχωρήσεις και οι διαρκείς ελιγμοί ώστε να μην εγκλωβιστούν από τις μονάδες του Εθνικού Στρατού. Ο Δημοκρατικός Στρατός υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει τα Τζουμέρκα και τον Κόζιακα αφήνοντας επίσης στα χέρια του Εθνικού Στρατού το οροπέδιο της Νευρούπολης, που ήταν στρατηγικής σημασίας για το ΔΣΕ (Απρίλιος-Μάιος 1947). Ο ΔΣΕ άλλαξε τακτική στην επόμενη μεγάλη επιχείρηση του στρατού («Ιέραξ») που στόχευε στην εκκαθάριση της περιοχής Γρεβενών και των όρων Χασίων και Αντιχασίων. Εκεί ο ΔΣΕ επιχείρησε να υπερασπιστεί τις θέσεις που κατείχε και να κάνει επιθετικές διεισδύσεις με συνέπεια να υποστεί σημαντικές απώλειες (Μάιος 1947). Στις υπόλοιπες επιχειρήσεις «Πελαργός» (Όσσα, Μαυροβούνι, Πήλιο) και Κύκνος (Όλυμπος και Πιέρια)  του Ιουνίου 1947, οι αντάρτες διέφυγαν και διατήρησαν τις δυνάμεις τους ώστε να ανακαταλάβουν την περιοχή όταν θα απομακρυνόταν ο Εθνικός Στρατός από την περιοχή.

Τον Ιούλιο του 1947 η μεγάλη επίθεση του Εθνικού Στρατού κατά των δυνάμεων του ΔΣΕ στο Γράμμο (επιχείρηση «Κόραξ») έφερε τις δυνάμεις του τελευταίου σε δύσκολη θέση. Μπροστά στον κίνδυνο να εγκλωβιστούν οι δυνάμεις του ΔΣΕ στα σύνορα, τάγματα από το Αρχηγείο Χασίων και το Αρχηγείο Ηπείρου πραγματοποίησαν ελιγμό, και βρέθηκαν πίσω από τις γραμμές του Εθνικού Στρατού. Μπροστά στον κίνδυνο να επιτεθούν οι μαχητές του ΔΣΕ κατά της Κόνιτσας ή των Ιωαννίνων, ο Εθνικός Στρατός εγκατέλειψε την πολιορκία των θέσεων του ΔΣΕ στο Γράμμο. Ο ΔΣΕ, χωρίς την πίεση του ΕΣ πλέον, επιχείρησε ανεπιτυχώς να καταλάβει την πόλη των Γρεβενών (25 Ιουλίου 1947). Οι άλλες δύο μεγάλες επιχειρήσεις του ΕΣ, η επιχείρηση «Βέλος» στα όρη Βίτσι και Σμόλικα (10 Αυγούστου-10 Σεπτεμβρίου 1947) και η επιχείρηση «Λαίλαψ» στη Στερεά Ελλάδα στην περιοχή από τα Άγραφα μέχρι το Καλλίδρομο (19 Σεπτεμβρίου – 12 Οκτωβρίου 1947), απέτυχαν να εγκλωβίσουν τις δυνάμεις του ΔΣΕ. Ο Δημοκρατικός Στρατός στο πρώτο έτος του γενικευμένου εμφυλίου πολέμου και με αντίπαλο τον από κάθε άποψη ισχυρότερο Εθνικό Στρατό έδειξε την ικανότητα και τη γνώση του να διεξάγει ανταρτοπόλεμο. Ο Δημοκρατικός Στρατός δεν διαλύθηκε, όπως ήταν ο στόχος του Εθνικού Στρατού, αλλά αντιμετώπισε τρεις αρνητικές εξελίξεις. Η πρώτη ήταν ο εδαφικός περιορισμός της επικράτειάς του –ο κύριος όγκος των δυνάμεών του συγκεντρώθηκε στη βορειοδυτική Ελλάδα. Η δεύτερη ήταν η ερήμωση του ορεινού χώρου –ο Δημοκρατικός Στρατός δεν ήταν σε θέση να υπερασπιστεί τα εδάφη του με συνέπεια αυτά να περάσουν στον έλεγχο του στρατού, ο οποίος εφάρμοσε το σχέδιο της συστηματικής εκκένωσης του πληθυσμού στερώντας έτσι από το ΔΣΕ πολύτιμες εφεδρείες για το μέλλον. Η τρίτη αρνητική εξέλιξη ήταν οι σημαντικές απώλειες που υφίσταται ο Δημοκρατικός Στρατός μαχόμενος ενάντια στον Εθνικό Στρατό.

Αυτές οι αρνητικές εξελίξεις δεν κατέβαλαν την ηγεσία του ΔΣΕ και του ΚΚΕ. Στην 3η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ τίθενται ως στόχοι η αύξηση της δύναμης του ΔΣΕ, της σταδιακής μετατροπής του σε τακτικό στρατό και η επέκταση της εδαφικής επικράτειας του ΔΣΕ στη Μακεδονία. Για την υλοποίηση του τελευταίου στόχου αποφασίζεται ο σχηματισμός επαναστατικής κυβέρνησης. Η ανακοίνωση της δημιουργίας της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης στις 24 Δεκεμβρίου 1947 έχει ως συνέπεια στις 27 Δεκεμβρίου 1947  με το νόμο 509 να τεθεί εκτός νόμου το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας.

Παράλληλα συνεχίζονται οι επιθετικές ενέργειες του ΔΣΕ. Τα Αρχηγεία Ηπείρου, Χασίων και Δυτικής Μακεδονίας επιχειρούν την κατάληψη του Μετσόβου (18-24 Οκτωβρίου 1947) αλλά ο Εθνικός Στρατός καταφέρνει να μεταφέρει ταχύτατα μεγάλο όγκο δυνάμεων στην πολιορκημένη πόλη. Στα τέλη Νοεμβρίου δυνάμεις του Αρχηγείου  Ηπείρου διεισδύουν στη δυτική Ήπειρο και καταλαμβάνουν τον ορεινό όγκο της Μουργκάνας στα ελληνοαλβανικά σύνορα. Η τελευταία σημαντική επιχείρηση του ΔΣΕ το 1947 ήταν η επίθεση στην Κόνιτσα (25 Δεκεμβρίου 1947 – 4 Ιανουαρίου 1948), η οποία σχεδιαζόταν να αποτελέσει και την έδρα της ΠΔΚ. Τμήματα του ΔΣΕ μπήκαν στην πόλη αλλά απωθήθηκαν από τις ενισχύσεις του ΕΣ που είχαν αρχίσει να καταφθάνουν. Η μάχη της Κόνιτσας προϊδέασε για την αδυναμία του ΔΣΕ να καταλάβει πόλεις παρά το υψηλό κόστος σε ανθρώπινες ζωές που κατέβαλε (250 νεκροί).    

H στρατιωτική δράση του ΔΣΕ το 1948

Μαχητές του ΔΣΕ
Στις αρχές του 1948 ο Δημοκρατικός Στρατός είχε μεταφέρει το κέντρο βάρους των δυνάμεων του στη βορειοδυτική Ελλάδα ώστε να υπερασπιστεί την εδαφική επικράτεια που είχε δημιουργήσει στην περιοχή των συνόρων με την Αλβανία και τη Γιουγκοσλαβία. Η μεταφορά δυνάμεων από τη Νότια Ελλάδα σε εκείνη την περιοχή δεν ήταν καθόλου εύκολη υπόθεση καθώς έπρεπε να περάσουν από περιοχές που έλεγχε ο Εθνικός Στρατός. Οι κίνδυνοι που περιέκλειε το εγχείρημα φάνηκαν τον Φεβρουάριο του 1948 οργανώθηκε η μεταφορά 1.300 άοπλων από τη Στερεά Ελλάδα προς τη Βόρεια Πίνδο. Δεν ακολούθησε το δρομολόγιο προς βορρά μέσω Κόζιακα για να μη γίνει αντιληπτός από τον Εθνικό Στρατό. Η «φάλαγγα αόπλων Ρούμελης», όπως ονομάστηκε, ξεκίνησε από την Ευρυτανία και πορεύτηκε προς Μαυροβούνι, στη συνέχεια Όλυμπο, Πιέρια, Χάσια και τέλος έφτασε στα έμπεδα του Δημοκρατικού Στρατού. Η πολυήμερη πεζοπορία στα βουνά, οι αντίξοες καιρικές συνθήκες, οι επιθέσεις από κυβερνητικές δυνάμεις στην κυριολεξία αποδεκάτισαν τη «φάλαγγα αόπλων Ρούμελης» και τελικά μόνο λίγες εκατοντάδες έφτασαν στον προορισμό τους.

Ο ΔΣΕ δεν φαινόταν να μπορεί να πετύχει το στόχο της αύξησης των δυνάμεων του ώστε να φτάσει τις 60.000 μαχητές. Στις αρχές του 1948 οι δυνάμεις του παρέμεναν αριθμητικά καθηλωμένες και το μοναδικό ενθαρρυντικό στοιχείο ήταν η εδραίωση της παρουσίας του στην Πελοπόννησο. Εκείνη την εποχή ο ΔΣΕ διέθετε περίπου 6.000 μαχητές στη Δυτική Μακεδονία, 3.900 στην Κεντρική Μακεδονία, 2.500 στην Ήπειρο, 2.500 στη Θεσσαλία, 2.500 στη Στερεά Ελλάδα, 3.000 στην Πελοπόννησο και λίγες χιλιάδες μαχητές στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη. Στόχος του ΔΣΕ το 1948 ήταν, πέρα από την υπεράσπιση της επικράτειάς του στα βορειοδυτικά σύνορα, η προσπάθεια ανακατάληψης των περιοχών στη Θεσσαλία και τη Στερεά Ελλάδα, οι οποίες είχαν περάσει στα χέρια του Εθνικού Στρατού. Ο ΔΣΕ στη Στερεά Ελλάδα κατάφερε να επανεγκαταστήσει τις δυνάμεις του στους ορεινούς όγκους της Στερεάς Ελλάδας (Παρνασσό, Γκιώνα, Ελικώνα) και απειλούσε με ανακατάληψη τα Τζουμέρκα και τον Κοζιακα που θα άνοιγαν το δρόμο επικοινωνίας μεταξύ Βόρειας και Νότιας Ελλάδας για το Δημοκρατικό Στρατό.

Οι εαρινές επιχειρήσεις του Εθνικού Στρατού το 1948 είχαν στόχο να αποτρέψουν την επέκταση του πεδίου δράσης του ΔΣΕ στην Κεντρική και Νότια Ελλάδα. Η Πελοπόννησος δεν συμπεριλήφθηκε στα επιχειρησιακά σχέδια του στρατού με αποτέλεσμα να δώσει την ευκαιρία στο ΔΣΕ να αυξήσει τις δυνάμεις του και να γίνει πιο επιθετικός. Οι επιχειρήσεις του Εθνικού Στρατού στη Στερεά Ελλάδα με την κωδική ονομασία «Χαραυγή» (15 Απριλίου – 3 Μαΐου 1948) δεν στέφθηκαν με επιτυχία. Αντίθετα, ο Δημοκρατικός Στρατός όχι μόνο διέσωσε τις δυνάμεις του αλλά δυνάμεις του Αρχηγείου Ρούμελης, υπό την αρχηγία του καπετάν Διαμαντή κατέφυγαν στα Άγραφα, όπου μαζί με δυνάμεις του Αρχηγείου Θεσσαλίας ανακατέλαβαν το οροπέδιο Νευρούπολης, το οποίο είχαν εγκαταλείψει πριν ένα χρόνο. Το τίμημα αυτού του ελιγμού ήταν ότι άφησαν λίγες δυνάμεις στη Στερεά Ελλάδα, η οποία εκκαθαρίστηκε από τον Εθνικό Στρατό.

Οι σημαντικότερες μάχες του 1948 σημειώθηκαν στους ορεινούς όγκους της Πίνδου. Ο Εθνικός Στρατός εξαπέλυσε την επιχείρηση «Κορωνίς» (20 Ιουνίου – 20 Αυγούστου 1948) με σκοπό την εκκαθάριση της Βόρειας Πίνδου από τις δυνάμεις του ΔΣΕ. Η περιοχή του Γράμμου αποτελούσε την καρδιά της επικράτειας του Δημοκρατικού Στρατού και περιλάμβανε περίπου 150 χωριά και μια έκταση 2.500 τετραγωνικών χιλιομέτρων.  Στην περιοχή του Γράμμου ήταν εγκατεστημένο κλιμάκιο της ΠΔΚ (Αετομηλίτσα) και του Στρατηγείου του ΔΣΕ (Λυκορράχη) και είχαν συγκεντρωθεί 10.000-11.000 μαχητές. Ήταν η πρώτη φορά που ο ΔΣΕ έδωσε τακτικές μάχες απέναντι στον Εθνικό Στρατό, ο οποίος για την κατάληψη του Γράμμου είχε συγκεντρώσει 6 μεραρχίες πεζικού. Ο Δημοκρατικός Στρατός για την υπεράσπιση των θέσεων του παρέταξε τις δυνάμεις βόρεια και νότια του Γράμμου. Βόρεια του Γράμμου υπό τη διοίκηση του Αρχηγείου Δυτικής Μακεδονίας (Διοικητής: Βασίλης Γκανάτσιος ή «Χείμαρρος», Πολιτικός Επίτροπος: Δημήτρης Βλαντάς, Επιτελάρχης: Βασίλης Βενετσανόπουλος) αναλαμβάνει την υπεράσπιση των υψωμάτων Προφήτης Ηλίας, Πύργος Κοτύλης, Τάλλιαρος. Νότια του Γράμμου διάφορες μονάδες του Δημοκρατικού Στρατού (η 670 Μονάδα υπό τη διοίκηση του Γιώργου Βοντίτσιου ή «Γούσια, η 102η Ταξιαρχία υπό τον Γιώργο Γιαννούλη, η 103η Ταξιαρχία υπό τον Αλέκο Ρόσιο ή «Υψηλάντη» ανέλαβαν την υπεράσπιση της κοιλάδας του Σαρανταπόρου, των υψωμάτων Ταμπούρι, Γύφτισσα. Ο Δημοκρατικός Στρατός ήταν προετοιμασμένος για την επίθεση του Εθνικού Στρατού και τους προηγούμενους μήνες είχε κάνει εκτεταμένα οχυρωματικά έργα, είχε κατασκευάσει πολυβολεία, παρατηρητήρια, καταφύγια, αποθήκες με ελάχιστα τεχνικά μέσα και βασικά με την ανθρώπινη εργασία σε ένα ιδιαίτερα αφιλόξενο περιβάλλον όπου το υψόμετρο έφτανε και 2.500 μέτρα.

Η επίθεση του Εθνικού Στρατού στο Γράμμο εκδηλώθηκε στις 21 Ιουνίου 1948 από δύο κατευθύνσεις. Ανατολικά στην περιοχή του Νεστορίου η Ι Μεραρχία προσέκρουσε στην ισχυρή αμυντική διάταξη του ΔΣΕ με αποτέλεσμα πρακτικά να σταματήσει. Δυτικά η ΙΙ Μεραρχία μπόρεσε να προελάσει και να προσεγγίσει τις κορυφές Κάμενικ και Κλέφτη, τελικά ο Κλέφτης έπεσε στα χέρια του Εθνικού Στρατού στις 2 Αυγούστου 1948. Η ηγεσία του Εθνικού Στρατού αποφάσισε να ενισχύσει την επίθεση στα ανατολικά με επιπλέον δυνάμεις και στόχο την κατάληψη την κορυφή Ταμπούρι στο Γράμμο. Στο Ταμπούρι δόθηκαν ιδιαίτερα σκληρές μάχες, όπου από την πλευρά του Δημοκρατικού Στρατού πολέμησαν οι δυνάμεις της 16ης , 103ης, 105ης, και 138ης  Ταξιαρχίας αλλά τελικά αναγκάστηκαν να το εγκαταλείψουν την 1η Αυγούστου. Στο ανατολικό άκρο του μετώπου ο Εθνικός Στρατός κατάφερε στις 3 Αυγούστου να καταλάβει τα υψώματα Αμμούδα και Αλεβίτσα. Το επόμενο βήμα του Εθνικού Στρατού ήταν η επίθεση για την κατάληψη του κεντρικού Γράμμου. Ο ΔΣΕ βρέθηκε σε πολύ δύσκολη θέση. Είχε χάσει μεγάλο μέρος από το έδαφος που έλεγχε και η αμυντική θωράκιση λόγω της αραιής διάταξης και των κατώτερων αριθμητικά δυνάμεων είχε αποδειχθεί προβληματική. Οι μαχητές του ΔΣΕ μετά από τις σκληρές μάχες που είχαν προηγηθεί και στις οποίες είχαν διακριθεί για την ικανότητά τους τόσο στην άμυνα όσο και στις αντεπιθέσεις, είχαν αρχίσει να δείχνουν σημάδια κόπωσης μπροστά στην επικείμενη κατάρρευση. Μπροστά στον κίνδυνο να εγλωβιστούν οι μαχητές του ΔΣΕ από τον Εθνικό Στρατό αποφασίστηκε η εγκατάλειψη του Γράμμου. Στις 20-21 Αυγούστου οι δυνάμεις του ΔΣΕ κινήθηκαν από το Γράμμο στο Βίτσι μέσα από το αλβανικό έδαφος και από το πέρασμα ανάμεσα στα υψώματα Αμμούδα και Αλεβίτσα. Η ηγεσία του ΔΣΕ παρουσίασε τη μετακίνηση στο Βίτσι ως «ελιγμό» αλλά στην πραγματικότητα είχε υποχρεωθεί να εγκαταλείψει το Γράμμο μπροστά στην διαγραφόμενη ήττα του και αφήνοντας πίσω του περισσότερους από 3.000 νεκρούς μαχητές και μαχήτριες (σύμφωνα με τα στοιχεία του Εθνικού Στρατού).

Μετά την απώλεια του Γράμμου, οι δυνάμεις του ΔΣΕ συγκεντρώθηκαν στο Βίτσι. Την περιοχή του Βίτσι είχαν αναλάβει να υπερασπιστούν οι 3 ταξιαρχίες (Βαγενά, Λιάκου, Σοφιανού) δύναμης 1.750 μαχητών που δρούσαν στην περιοχή, ενισχύσεις 800-1.000 που ήλθαν από το Μπούλκες και οι 2.500-3.000 μαχητές που είχαν έλθει από το Γράμμο. Η μεγάλη μάχη δόθηκε στον ορεινό όγκο Μάλι-Μάδι (νότια του Βίτσι), τον οποίο κατείχε ο ΔΣΕ και πολιορκούσε ο Εθνικός Στρατός. Στις 10 Σεπτεμβρίου μια αντεπίθεση του ΔΣΕ προκάλεσε τη διάλυση μιας ταξιαρχίας με αποτέλεσμα να επικρατήσει σύγχυση στις δυνάμεις του Εθνικού Στρατού και να εγκαταλείψει την επιχείρηση κατάληψης του Βίτσι. Ο ΔΣΕ μετά την επιτυχία του στο Μάλι-Μάδι απέκτησε την πρωτοβουλία των κινήσεων και επιτέθηκε στην Καστοριά (20 Σεπτεμβρίου 1948), χωρίς να μπορέσει να την κυριεύσει.

Στα άλλα μέτωπα ο Δημοκρατικός Στρατός δεν έχει να επιδείξει επιτυχίες. Μετά από αλλεπάλληλες επιθέσεις του Εθνικού Στρατού, ο Δημοκρατικός Στρατός υποχρεώνεται τον Σεπτέμβριο του 1948 να εγκαταλείψει τον ορεινό όγκο της Μουργκάνας στα ελληνοαλβανικά σύνορα και να ανασυνταχθεί στα Ζαγόρια. Το 1948 ο εμφύλιος πόλεμος έχει επεκταθεί σε όλη τη χώρα. Σε όλα τα βουνά της Βόρειας Ελλάδας γίνονται σκληρές μάχες μεταξύ στρατιωτών και ανταρτών. Οι αντάρτες υποχρεώνονται σε σημαντικές απώλειες στην Κεντρική και Ανατολική Μακεδονία μετά από στρατιωτικές συγκρούσεις στο Βέρμιο, τα Κρούσια (Κιλκίς), Πάικο (Πέλλης), Μενοίκιο (Σέρρες), Καϊμακτσαλάν (Πέλλης), Κερδύλλια (Σέρρες). Αντίθετα, το 1948 είναι η χρονιά ανάπτυξης του ΔΣΕ στην Πελοπόννησο. Με βάση τους ορεινούς όγκους του Μαίναλου, του Πάρνωνα και του Ταΰγετου, ο ΔΣΕ επεκτείνεται και φτάνει τους 3.500 μαχητές και συγκροτείται η ΙΙΙ Μεραρχία υπό τη διοίκηση του Στέφανου Γκιουζέλη. Ο Δημοκρατικός Στρατός στην Πελοπόννησο αναπτύχθηκε με ελάχιστη βοήθεια από την ηγεσία που βρισκόταν στη Βόρεια Ελλάδα και οργάνωσε μια σειρά από επιθέσεις σε πόλεις όπως η Σπάρτη, το Αίγιο, η Αμαλιάδα, η Ζαχάρω, η Δημητσάνα, κ.α.

Καθώς μαίνονται οι μάχες συγκαλείται η 4η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ (28-29 Ιουλίου 1948). Σε αυτήν αποφασίζεται η συμπαράταξη του ΚΚΕ με τη Σοβιετική Ένωση στη ρήξη Τίτο-Στάλιν, απόφαση που οδηγήσει στη διακοπή της βοήθειας που λάμβανε ο ΔΣΕ από τη Γιουγκοσλαβία. Επίσης, εκδηλώνεται η διαφωνία του Μάρκου Βαφειάδη σχετικά με τη μετατροπή του ΔΣΕ σε τακτικό στρατό, που οδηγεί στην καθαίρεσή του από τη θέση του αρχηγού του ΔΣΕ, την καταδίκη των απόψεών του και τη διαγραφή του από το κόμμα λίγους μήνες αργότερα. Αντικαταστάτης του Μάρκου Βαφειάδη ορίστηκε ο Γιώργης Βοντίτσος (Γούσιας), ο οποίος μαζί με το Νίκο Ζαχαριάδη (πρόεδρο του Ανώτατου Πολεμικού Συμβουλίου), ανέλαβε τη διοίκηση του ΔΣΕ.

Η τελευταία μεγάλη μάχη του 1948 για το Δημοκρατικό Στρατό είναι η επίθεση κατά της πόλης της Καρδίτσας. Η επίθεση έγινε στις 11 Δεκεμβρίου 1948 από δυνάμεις της Ι και ΙΙ Μεραρχίας του ΔΣΕ που διοικούνταν αντίστοιχα από το Χαρίλαο Φλωράκη (Γιώτης) και τον Γιάννη Αλεξάνδρου (Διαμαντή) αντίστοιχα. Η πόλη καταλήφθηκε από το ΔΣΕ για δύο ημέρες και μετά αναγκάστηκαν να την εγκαταλείψουν γιατί κατέφθαναν ισχυρές δυνάμεις του στρατού.

Η στρατιωτική δράση του ΔΣΕ το 1949

Μαχητές του ΔΣΕ (Αρχείο ΑΣΚΙ)
Στις αρχές του 1949 ο Δημοκρατικός Στρατός διεξάγει τρεις εντυπωσιακές επιχειρήσεις με σκοπό να καταλάβει πόλεις. Η κατάληψη πόλεων αποτελούσε σημαντικό στόχο για το ΔΣΕ γιατί ήταν ο μοναδικός τρόπος να στρατολογήσει νέους μαχητές και να αποκτήσει πολύτιμα εφόδια (όπλα, πυρομαχικά, οχήματα, τρόφιμα, τηλεπικοινωνιακό εξοπλισμό, κλπ). Στις 11 Ιανουαρίου δυνάμεις της Χ Μεραρχίας του ΔΣΕ επιτέθηκαν και κατέλαβαν τη Νάουσα. Αποχώρησαν από την πόλη στις 14 Ιανουαρίου με πολλά λάφυρα (πολυβόλα, βλήματα, σφαίρες, μουλάρια, ασυρμάτους, κλπ) και αφού πρώτα προκάλεσαν εκτεταμένες καταστροφές σε κυβερνητικά κτίρια, εργοστάσια, δημόσια έργα, κ.α. Λίγες μέρες αργότερα εκδηλώνεται η επίθεση του ΔΣΕ κατά του Καρπενησίου. Δυνάμεις από τις δύο μεραρχίες του ΚΓΑΝΕ (την Ι και τη ΙΙ), ένα σύνολο περίπου 2.900 μαχητών, επιτέθηκαν στο Καρπενήσι στις 19 Ιανουαρίου 1949 και κυρίευσαν την πόλη στις 21 Ιανουαρίου. Το Καρπενήσι ήταν η πόλη που έμεινε στα χέρια του ΔΣΕ για το μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, σχεδόν 3 εβδομάδες, μέχρι την ανακατάληψή της από τον Εθνικό Στρατό στις 8 Φεβρουαρίου 1949. Μια άλλη σημαντική επιτυχία του ΔΣΕ τους πρώτους μήνες του 1949 ήταν η ανακατάληψη του Γράμμου. Τον Απρίλιο του 1949 δυνάμεις της VIII Μεραρχίας του ΔΣΕ προσέβαλαν τις θέσεις του Εθνικού Στρατού στην κοιλάδα του Σαρανταπόρου και μετά από σκληρές μάχες (στα υψώματα Κάμενικ και Πύργο Στράτσιανης) πέτυχαν να επανεγκατασταθούν στον κεντρικό όγκο του Γράμμου. Έτσι ο Δημοκρατικός Στρατός ανέκτησε τις θέσεις που είχε χάσει το καλοκαίρι του 1948 και αποκατέστησε την εδαφική ενότητα της περιοχής Γράαμου-Βίτσι.

Η επόμενη μεγάλη επιχείρηση του ΔΣΕ ήταν η επίθεση κατά της Φλώρινας. Οι δύο προηγούμενες επιθέσεις εξυπηρετούσαν τακτικούς στόχους, αλλά η επίθεση στη Φλώρινα συνδεόταν άμεσα με το μέλλον του ΔΣΕ. Οι στόχος του ΔΣΕ για το 1949 ήταν δύο: α) να υπερασπιστεί την επικράτειά του στην περιοχή Λίμνες Πρεσπών-Βίτσι και β) να ανακαταλάβει το Γράμμο. Η επίθεση στη Φλώρινα συνδεόταν με τον πρώτο στόχο καθώς τυχόν κατάληψή της θα εξασφάλιζε τον πεδινό χώρο που οδηγούσε στο Βίτσι ενώ θα μπορούσε να αποτελέσει και την έδρα της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης. Ο Δημοκρατικός Στρατός για την επιχείρηση κατά της Φλώρινας συγκέντρωσε δυνάμεις από τη Χ, ΧΙ και την ΙΧ Μεραρχία, ένα σύνολο περίπου 7.000 μαχητών. Η επίθεση έγινε στις 11 Φεβρουαρίου 1949 αλλά απέτυχε και προκάλεσε σοβαρές απώλειες στο Δημοκρατικό Στρατό (700 νεκρούς και 400 αιχμαλώτους).

Όμως η αντίστροφη μέτρηση για το Δημοκρατικό Στρατό είχε ήδη αρχίσει στη Νότια Ελλάδα. Το Δεκέμβριο του 1948 ο Εθνικός Στρατός εξαπέλυσε την επιχείρηση «Περιστερά» στην Πελοπόννησο. Πριν τις επιχειρήσεις κατά του Δημοκρατικού Στρατού ο στρατός οργάνωσε μια εκστρατεία 4.500 προληπτικών συλλήψεων, με σκοπό να εξουδετερώσει το δίκτυο που υποστήριζε τους αντάρτες. Οι επιχειρήσεις κατά του ΔΣΕ ξεκίνησαν από τη Βόρεια Πελοπόννησο και στη συνέχεια προχώρησαν στη Νότια Πελπόννησο και συμμετείχαν περίπου 25.000 άνδρες του Στρατού, της Χωροφυλακής, της Εθνοφρουράς, κ.α. Η ΙΙΙ Μεραρχία του ΔΣΕ, περίπου 3.000 μαχητές, αρχικά μπόρεσε να αντιμετωπίσει τις επιχειρήσεις και να διατηρήσει τις δυνάμεις της. Όμως η επίθεση αντιπερισπασμού στο Λεωνίδιο (21 Ιανουαρίου 1949) απέτυχε, ενώ την επόμενη ημέρα υπέστη σοβαρή ήττα στον Άγιο Βασίλειο Κυνουρίας. Τις εβδομάδες που ακολούθησαν ο ΔΣΕ διαλύθηκε σε μικρές ομάδες, οι οποίες σταδιακά εξοντώθηκαν από τον Εθνικό Στρατό. Όσοι μαχητές του ΔΣΕ επέζησαν καταδιώχθηκαν ανηλεώς από αποσπάσματα της Χωροφυλακής και της Εθνοφρουράς με αποτέλεσμα να βρουν τραγικό τέλος.

Μετά την Πελοπόννησο, ο Εθνικός Στρατός έστρεψε τις δυνάμεις του στη Στερεά Ελλάδα και τη Θεσσαλία και οργάνωσε την επιχείρηση «Κυνηγός» (1 Μαΐου-21 Ιουνίου 1949) ενώ παράλληλα το Γ΄ Σώμα Στρατού διενεργούσε εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στην Κεντρική και Ανατολική Μακεδονία. Οι καταπονημένες δυνάμεις του ΔΣΕ δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν τις αριθμητικά υπέρτερες δυνάμεις του στρατού, υποχωρούν, κατακερματίζονται και τελικά διαλύονται. Στις 21 Ιουνίου 1949 πέφτει νεκρός ο διοικητής της αποδεκατισμένης ΙΙ Μεραρχίας Γιάννης Αλεξάνδρου («Διαμαντής»).

Το καλοκαίρι του 1949 ο κύριος όγκος των δυνάμεων του ΔΣΕ, κάπου 13.000 άνδρες και γυναίκες, έχει συγκεντρωθεί στην περιοχή Γράμμου-Βίτσι. Εναντίον αυτών ο αρχιστράτηγος Αλέξανδρος Παπάγος θα οργανώσει μια πανστρατιά περίπου 100.000 ανδρών, υποστηριζόμενων από πυροβολικό, αεροπορία και τεθωρακισμένα. Η επιχείρηση «Πυρσός» τον Αύγουστο του 1949 εκδηλώθηκε σε δύο φάσεις. Ο Εθνικός Στρατός πρώτα επιτίθεται στο Βίτσι (10-16 Αυγούστου 1949), όπου ο Δημοκρατικός Στρατός αιφνιδιάζεται και αναγκάζεται να υποχωρήσει. Στη δεύτερη φάση της επιχείρησης «Πυρσός» (24-30 Αυγούστου 1949) ο Εθνικός Στρατός στράφηκε κατά των δυνάμεων του ΔΣΕ στο Γράμμο. Ο ΔΣΕ είχε πλέον περιοριστεί στην υπεράσπιση ενός θύλακα στα ελληνολβανικά σύνορα με δυνάμεις από τις VIII και IX Μεραρχίες (ένα σύνολο περίπου 7.000 μαχητών) υπό τις διαταγές του Γιώργη Βοντίτσιου (Γούσια) και του Βασίλη Μπαρτζώτα. Η επίθεση έγινε στις 25 Αυγούστου και με τη βοήθεια της αεροπορίας διέσπασε την αμυντική διάταξη του ΔΣΕ. Στις 29-30 Αυγούστου οι δυνάμεις του ΔΣΕ υποχώρησαν συντεταγμένα στο αλβανικό έδαφος. Ο εμφύλιος, τουλάχιστον στο πεδίο της μάχης, τελείωνε...

Οι κοινωνικές διαστάσεις του εμφυλίου πολέμου

Ο εμφύλιος πόλεμος ήταν από τις πιο αιματηρούς στη νεότερη ελληνική ιστορία. Οι απώλειες μπορούν να συγκριθούν μόνο με αυτές του ελληνικού στρατού στη μικρασιατική εκστρατεία. Στον εμφύλιο σκοτώθηκαν από την πλευρά του στρατού περίπου 14.000 άτομα (13.000 φαντάροι, και 830 αξιωματικοί), ενώ από την πλευρά οι απώλειες των ανταρτών υπολογίζονται στις 25.000. Από την άλλη όμως πλευρά ο εμφύλιος πόλεμος δεν αφορούσε μόνο τα πεδία των μαχών. Ο πόλεμος συμπαρέσυρε ολόκληρη την κοινωνία, μεταφέρθηκε σε κάθε πλευρά της κοινωνικής ζωής, και έθεσε σε κίνηση διαδικασίες οι οποίες μετασχημάτισαν την ελληνική κοινωνία και πολιτική για τις επόμενες δεκαετίες.

Ο κοινωνικός και πολιτικός αποκλεισμός της αριστεράς θα λάβει ολοκληρωτικές διαστάσεις στα χρόνια του εμφυλίου. Οι διώξεις που είχαν ξεκινήσει μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας θα ενταθούν στα πλαίσια των εκτάκτων μέτρων που εγκαινίασε το Γ΄ Ψήφισμα του 1946. Τα στρατοδικεία που εισήγαγε θα δικάσουν περίπου 37.000 άτομα κατά τη διάρκεια του εμφυλίου. Από αυτούς γύρω στις 8.000 θα καταδικαστούν σε θάνατο ενώ θα εκτελεστούν τουλάχιστον 3.500 άνδρες και γυναίκες. Ο αριθμός των πολιτικών κρατουμένων ήταν ο μεγαλύτερος στη νεότερη ιστορία της χώρας· μεταξύ 1947 και 1949 βρίσκονταν στη φυλακή ή την εξορία 40.000 έως 50.000 πολιτικοί κρατούμενοι. Για να αντιμετωπιστούν οι έκτακτες ανάγκες που δημιουργούσε ο εμφύλιος πόλεμος ιδρύθηκαν στρατόπεδα μαζικού εγκλεισμού όπως αυτά της Γυάρου και της Μακρονήσου. Το στρατόπεδα της Μακρονήσου είχαν ως σκοπό την «αναμόρφωση» (μέσω βασανιστηρίων και προπαγάνδας) αριστερών στρατιωτών ώστε να εξασφαλιστεί η πολιτική αξιοπιστία του στρατεύματος που πολεμούσε κατά του ΔΣΕ. Οι πολιτικές διώξεις αποτέλεσαν μέρος ενός ευρύτερου πλέγματος νόμων και πρακτικών στην κατεύθυνση οικοδόμησης ενός αντικομμουνιστικού κράτους και εξακολούθησαν να βρίσκονται σε ισχύ επί πολλά χρόνια μετά τη λήξη του εμφυλίου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν η καθιέρωση των πιστοποιητικών νομιμοφροσύνης και των συμβουλιών νομιμοφροσύνης στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ώστε να εξασφαλισθεί η πρόσληψη εθνικοφρόνων μόνο πολιτών.

Μία άλλη διάσταση του πολέμου αφορά  τους πληθυσμούς που μετακινούνται κατά τη διάρκεια του πολέμου. Γύρω στους 700.000 είναι οι λεγόμενοι «συμμοριόπληκτοι», οι οποίοι μετακινούνται με ευθύνη του στρατού από τα ορεινά χωριά στις πόλεις. Ο λόγος των μετακινήσεων ήταν σαφής. Οι κυβερνητικές δυνάμεις επεδίωκαν να αποκόψουν τους αντάρτες από τους ορεινούς πληθυσμούς, οι οποίοι αποτελούσαν πηγές στρατολόγησης, εφοδιασμού και πληροφόρησης για τους αντάρτες. Η εκκένωση των πληθυσμών ξεκίνησε μέσα στο 1946 και αφορούσε πληθυσμούς από χωριά της Μακεδονίας, Θράκης, Ηπείρου και Κεντρικής Ελλάδας. Οι μακροπρόθεσμες συνέπειες εμφανίστηκαν με το τέλος του εμφυλίου, όταν επιδιώχθηκε από το κράτος η επιστροφή των προσφύγων στα χωριά τους. Εξαιτίας της εγκατάλειψης και του πολέμου οι περιουσίες στα χωριά είχε καταστραφεί αλλά και η ίδια η κοινωνική συνοχή των χωριών είχε διαρραγεί.  Η κυβέρνηση δήλωνε ότι τον Οκτώβριο του 1949 166.000 άτομα είχαν επιστρέψει στα χωριά τους.  Πόσοι τελικά επέστρεψαν στα χωριά και πόσοι από αυτούς που επέστρεψαν έμειναν για μεγάλο χρονικό διάστημα είναι δύσκολο να τεκμηριωθεί. Αυτό που μπορεί να πει κανείς με κάποια ασφάλεια είναι ότι τα ορεινά χωριά που ερήμωσαν στα χρόνια του εμφυλίου δεν ανέκαμψαν ποτέ από τότε και οι κάτοικοί τους μετανάστευσαν είτε στα αστικά κέντρα είτε στο εξωτερικό.

Στα χρόνια του εμφυλίου το τεράστιο κοινωνικό πρόβλημα των προσφύγων επισκιάστηκε από τη συζήτηση για το λεγόμενο «παιδομάζωμα».  Το θέμα αφορούσε τη μεταφορά ανήλικων από τις περιοχές που ήλεγχε ο ΔΣΕ σε χώρες της Α. Ευρώπης. Η χρήση του όρου, βέβαια, «παιδομάζωμα» είχε καθαρά προπαγανδιστική αξία. Παρέπεμπε κατευθείαν στην εποχή της οθωμανικής αυτοκρατορίας και δημιουργούσε αντίστοιχους συνειρμούς περί αρπαγής παιδιών από τυράνους και μεταμόρφωσής τους σε εχθρούς του ελληνισμού. Ο ΔΣΕ δεν είχε αρνηθεί την πρακτική της μεταφοράς παιδιών στην Α. Ευρώπη αλλά έθετε το ζήτημα από μία εντελώς διαφορετική σκοπιά, αυτή της απομάκρυνσης των παιδιών από τις ζώνες των στρατιωτικών επιχειρήσεων με τη σύμφωνη γνώμη των γονέων τους. Το πρόβλημα πέρα από ανθρωπιστικό (ασφάλεια των παιδιών) ήταν και πολιτικό. Οι δύο αντίπαλοι εκκένωναν παιδιά από τις εμπόλεμες ζώνες (ο στρατός τα μετέφερε στις λεγόμενες «παιδουπόλεις της βασίλισσας Φρειδερίκης») όχι μόνο για να τα προστατεύσουν αλλά και για να εξασφαλίσουν τη νομιμοφροσύνη των γονέων τους. Επιπλέον πολλές αριστερές οικογένειες, οι οποίες είχαν καταφύγει σε φτωχές ή σε επικίνδυνες ζώνες, έβλεπαν την απομάκρυνση των παιδιών τους ως μία προσωρινή και αναγκαία λύση. Αν σκοτώνονταν γνώριζαν ότι κάποιοι θα αναλάμβαναν την προστασία των παιδιών τους και αν ζούσαν θα μπορούσαν να τα αναζητήσουν και να τα βρουν μετά από κάποιο διάστημα. Το πρόβλημα περιπλέχθηκε μετά την ήττα του ΔΣΕ και τη διακοπή των διαύλων επικοινωνίας μεταξύ Ελλάδας και ανατολικών χωρών. Συνολικά ο αριθμός των παιδιών που μεταφέρθηκαν στις ανατολικές χώρες ήταν γύρω στα 25.000, εκ των οποίων μόνο λίγες εκατοντάδες θα επιστρέψουν τα πρώτα μετεμφυλιακά χρόνια.

Δεν ήταν όμως μόνο τα παιδιά που βρέθηκαν σε ξένες και «εχθρικές» για την Ελλάδα χώρες. Με την ήττα του ΔΣΕ χιλιάδες αντάρτες πέρασαν τα σύνορα και μετατράπηκαν σε πολιτικούς πρόσφυγες. Πάρα πολλοί από αυτούς ήταν Σλαβομακεδόνες που βρήκαν καταφύγιο στη Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας (20.000 περίπου). Οι υπόλοιποι διασκορπίστηκαν στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, κυρίως στη Σοβιετική Ένωση (στην πόλη της Τασκένδης στο Ουζμπεκιστάν), στην Τσεχοσλοβακία και την Πολωνία. Οι πολιτικοί πρόσφυγες υπολογίζονται σε 56.000 (εκτός Γιουγκοσλαβίας), και εκπροσωπούσαν τα πιο πληβειακά στρώματα του κινήματος –οι περισσότεροι ήταν αγρότες, με χαμηλό μορφωτικό επίπεδο. Στην απογοήτευση της ήττας ήλθε να προστεθεί το πολιτισμικό σοκ της εγκατάστασης σε ξένες χώρες, όπου σταδιακά θα προσαρμοστούν και θα συγκροτήσουν τις κοινότητες των πολιτικών προσφύγων κάτω από το στενό έλεγχο του κόμματος. Χωρίς δικαίωμα επαναπατρισμού για πάρα πολλά χρόνια, θα μπορέσουν να επιστρέψουν στην Ελλάδα μόνο μετά τη μεταπολίτευση και κυρίως κατά τη δεκαετία του 1980.


Αναδημοσίευση από http://62.103.28.111/ds/ds_archive.asp