Κυριακή, 27 Μαΐου 2012

Συνέδριο: War and Political Transformation


DEPARTMENT OF BALKAN, SLAVIC & ORIENTAL STUDIES, UNIVERSITY OF MACEDONIA • PROGRAM ON ORDER, CONFLICT & VIOLENCE, YALE UNIVERSITY • CIVIL WARS STUDY GROUP

War and Political Transformation
Scrambling for Power in the Balkans 1940’s.

Thessaloniki, May 31st - June 3rd, 2012

University of Macedonia (Hall 14)

Conference Programme (PDF) 

Τετάρτη, 23 Μαΐου 2012

Η Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση

(δημοσιεύτηκε στον τόμο Εμφύλιος Πόλεμος: 60 χρόνια από τη λήξη του, στα Ιστορικά της Ελευθεροτυπίας, στις 29 Αυγούστου 2009)

Του Γιάννη Σκαλιδάκη

Το ιστορικό πλαίσιο

Από τη Γαλλική και την Αμερικάνικη Επανάσταση τον 18ο αιώνα μέχρι τους εθνικούς και λαϊκούς αγώνες για αποαποικιοποίηση του «Τρίτου Κόσμου» μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η παγκόσμια ιστορία ήταν ένα μωσαϊκό πολέμων και επαναστάσεων που ξεσπούσαν κατά κύματα για τη βίαιη διάλυση κοινωνικών συστημάτων, για τη δημιουργία εθνικών κρατών και τη διάλυση αυτοκρατοριών, την επιβολή των νόμων της ελεύθερης αγοράς, και μετέπειτα την επιβολή της ιμπεριαλιστικής κυριαρχίας και την αντίσταση σε αυτή τη διαδικασία φτάνοντας στις σοσιαλιστικές επαναστάσεις.

Όλη αυτή η ιστορική μακροπερίοδος γέννησε νέες μορφές κοινωνικής και πολιτικής οργάνωσης, νέες μορφές στρατών και διοίκησης. Γέννησε κόμματα και διεθνείς ενώσεις, και επηρέασε όλους τους τομείς της ανθρώπινης ύπαρξης δημιουργώντας δίκαιο, ιδεολογία, τέχνη. Μια σημαντική πτυχή ήταν η αλλαγή στις μορφές διακυβέρνησης – το εθνικό κράτος πήρε τη θέση των αυτοκρατοριών και οι συνταγματικές κυβερνήσεις, με ή χωρίς βασιλέα, τη θέση του απόλυτου μονάρχη και της αυλής του. Η ίδια η μορφή των κυβερνήσεων άλλαξε σε σχέση με τις κοινωνικές δυνάμεις που τις υποστήριζαν και τη ριζοσπαστικότητα των προγραμμάτων τους. Άλλαζαν παράλληλα οι όροι και οι ονομασίες, από την αστική Γαλλική Επανάσταση και την εργατική Κομμούνα μέχρι τη σοσιαλιστική και σοβιετική εξουσία και φτάνοντας στις μορφές της λαϊκής δημοκρατίας τόσο για τις χώρες της ανατολικής Ευρώπης όσο και πολλές περιπτώσεις χωρών του Τρίτου Κόσμου μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Σημαντική θέση ανάμεσα στις μορφές διακυβέρνησης κατέχουν και οι μορφές προσωρινής επαναστατικής διακυβέρνησης, μεταβατικές μορφές εξουσίας που ξεκινούν μέσα από την αντίσταση απέναντι σε έναν εξωτερικό κατακτητή ή μια εγχώρια εχθρική εξουσία, η οποία βρίσκεται σε πλεονεκτική θέση. Μορφές που οικοδομούν και κατοχυρώνουν, μέσα από μια επαναστατική διαδικασία αντίστασης, μια άλλη μορφή εξουσίας που συνήθως στοχεύει στο να επιβληθεί και νομιμοποιηθεί ως η επίσημη πηγή εξουσίας.

Ο Μάρκος Βαφειάδης υπήρξε ο πρώτος πρόεδρος
και υπουργός Στρατιωτικών της Προσωρινής
 Δημοκρατικής Κυβέρνησης.
Ο σχηματισμός μιας νέας δομής εξουσίας είναι από μόνος του μια πράξη επανάστασης. Μια νέα πηγή εξουσίας ακυρώνει την προγενέστερη αυτής και επιβάλλεται σε έναν ορισμένο χώρο και τους ανθρώπους του. Ας προσπαθήσουμε να δώσουμε εδώ κάποια κοινά χαρακτηριστικά αυτής της εξουσίας. Για την εγκαθίδρυση μιας πολιτικής μορφής εξουσίας χρειάζεται φυσικά ένας ικανός χώρος με τον αντίστοιχο πληθυσμό, όπου ασκείται ήδη de facto η επαναστατική εξουσία, συνήθως από έναν επαναστατικό στρατό που αντλεί τις δυνάμεις του από αυτόν το χώρο και τον πληθυσμό. Αυτή η επαναστατική βάση είναι σχεδόν πάντα η ύπαιθρος, όπου δεν φτάνει και δεν μπορεί να σταθεί η εξουσία του αντιπάλου, εξωτερικού ή εσωτερικού, ή ενίοτε και συνδυασμού τους. Οι μεταβατικές μορφές εξουσίας προκύπτουν από την εξέγερση απέναντι σε έναν τέτοιο εχθρό, συνεπώς προϋποθέτουν μια επαναστατική κατάσταση, η οποία με τη σειρά της έχει δημιουργήσει επαναστατικό δίκαιο, στρατιωτικές δομές και στοιχειώδεις μορφές αυτοοργάνωσης των απελευθερωμένων περιοχών. Η ίδια αυτή διαδικασία παράγει ιδεολογία, επιδρά στην κοινωνική συνείδηση και δημιουργεί συλλογική ταυτότητα, επηρεάζει τις μορφές της κοινωνικής ζωής, την τέχνη. Ως ενοποιητικό στοιχείο προβάλει το όραμα της εθνικής ή και της κοινωνικής απελευθέρωσης. Η συγκρότηση μιας μορφής πολιτικής εξουσίας συνήθως έρχεται ως επιστέγασμα μιας τέτοιας διαδικασίας. Αφομοιώνει και δημιουργεί θεσμούς εξουσίας, τοπικά συμβούλια, συγκροτημένο στρατό και πολιτοφυλακή, κεντρικό κυβερνητικό όργανο, αντιπροσωπευτικές συνελεύσεις που κατοχυρώνουν την εξουσία με διακηρύξεις συνταγματικού τύπου, νόμους και αποφάσεις. Σε ορισμένες περιπτώσεις η μεταβατική αυτή μορφή πολιτικής εξουσίας, ανάλογα με την έκβαση του αγώνα, μετεξελίσσεται σε επίσημη κρατική εξουσία. Η πραγματικότητα εντέλει θέτει κάθε φορά τα όρια στην επαναστατική δράση και στην εκπορευόμενη από αυτήν ιδεολογία.
Τέτοιες μορφές προσωρινών ή μεταβατικών επαναστατικών κυβερνήσεων συναντάμε κυρίως στον 20ο αιώνα. Χαρακτηριστικά αλλά και διαφορετικά παραδείγματα αποτελούν τόσο η αντιπροσωπευτική επιτροπή με εκτελεστικά καθήκοντα της Ένωσης για την Υπεράσπιση των Δικαιωμάτων της Ανατολίας και της Ρουμελίας (LDRAR) με επικεφαλής τον Μουσταφά Κεμάλ και η μετέπειτα κυβέρνηση της Άγκυρας το 1920 όσο και επαναστατική κυβέρνηση στο Γκουαντούν της Κίνας από το ενιαίο μέτωπο του Κουομιτάνγκ με τη συμμετοχή του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας το 1923 και αργότερα το 1927, οι επαναστατικές βάσεις του Κόμματος στην ύπαιθρο. Σε αυτές αναδείχτηκε και ο Μάο Τσετουνγκ, που θα θεωρητικοποιούσε το λαϊκό πόλεμο.

Η Αντίσταση και οι μορφές προσωρινής εξουσίας

Τέτοιες μορφές εξουσίας εμφανίστηκαν όμως κυρίως κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, μέσα από την ένοπλη Αντίσταση των λαών απέναντι στον φασιστικό Άξονα και τη Νέα Τάξη, που ήθελε να εγκαθιδρύσει. Οι αντιστασιακές δυνάμεις απελευθέρωσαν περιοχές μέσα στο σώμα της κατεχόμενης Ευρώπης, περιοχές που έπρεπε να οργανωθούν και να διοικηθούν, τόσο με γνώμονα τις ανάγκες της συνέχισης του αγώνα ενάντια στον κατακτητή όσο και, ορισμένες φορές, με το βλέμμα σε μια δικαιότερη μεταπολεμική κοινωνική οργάνωση.

Οι μορφές διακυβέρνησης των απελευθερωμένων περιοχών ποίκιλλαν στο επίπεδο της πολιτικής οργάνωσης, από τον απόλυτο έλεγχο μέσω στρατιωτικών σωμάτων ή τη λειτουργία τοπικών επιτροπών μέχρι και τη δημιουργία με επίσημο τρόπο κυβερνήσεων και αντιπροσωπευτικών σωμάτων που φιλοδοξούσαν να εκφράσουν τη θέληση ολόκληρου του έθνους και του λαού. Στη Δυτική Ευρώπη, τόσο το εύρος της ένοπλης Αντίστασης όσο και οι απελευθερωμένες ζώνες ήταν μικρότερης έκτασης. Στη Γαλλία, προς το τέλος της Κατοχής, το οροπέδιο του Βερκόρ στις Άλπεις απελευθερώθηκε για δύο μήνες (9 Ιουνίου – 21 Ιουλίου 1944). Αμέσως οργανώθηκε μια νέα διοίκηση και στις 3 Ιουλίου ανακηρύχτηκε Δημοκρατία με δική του σημαία. Κατάργησε το καθεστώς του Βισί και προχώρησε στην τιμωρία προδοτών και δοσιλόγων. Μια παρόμοια διαδικασία έλαβε χώρα στη Βουργουνδία, τον Αύγουστο του 1944[1]. Διοίκηση απελευθερωμένων περιοχών είχαμε και στην Ιταλία την ίδια περίοδο, ενώ και στην Πολωνία υπήρξε ένα «παράνομο κράτος» με τους δικούς του τομείς εκπαίδευσης, δικαιοσύνης, πρόνοιας και προπαγάνδας. Ο σκοπός του ήταν η διαφύλαξη της πολωνικής κοινωνίας από τις πιέσεις της γερμανικής κατοχής με την παράλληλη προετοιμασία για τη στιγμή της εκδίωξης των κατακτητών.[2]

Στη Σοβιετική Ένωση, ο αντάρτικος αγώνας πήρε μεγάλες διαστάσεις. Σε διάφορες περιοχές, όπως γύρω από το Σμόλενσκ, οι αντάρτες επανεγκατέστησαν τους θεσμούς της σοβιετικής τοπικής διοίκησης, όρισαν νέους αξιωματούχους, επανίδρυσαν την Κομσομόλ και τις συλλογικές φάρμες, τις οποίες καλλιεργούσαν.[3]

Στην Αλβανία, τη Γιουγκοσλαβία και την Ελλάδα, ο ένοπλος απελευθερωτικός αγώνας πήρε τις μεγαλύτερες διαστάσεις του από την άποψη της οργάνωσης και της εμβέλειάς του. Ως αποτέλεσμα αυτού ήταν και η ύπαρξη μεγάλων και ενιαίων απελευθερωμένων περιοχών, που έκανε επιτακτική την ανάγκη διοίκησής των. Και στις τρεις χώρες, η πολιτική οργάνωση των απελευθερωμένων περιοχών έφτασε σε ανώτερο στάδιο, στη δημιουργία μιας de facto κυβέρνησης από τις δυνάμεις των εθνικοαπελευθερωτικών μετώπων με κύρια δύναμη τα κομμουνιστικά κόμματα. Δημιουργήθηκε με τον τρόπο αυτό μια μεταβατική μορφή εξουσίας σε μια σημαντική ζώνη της κάθε χώρας σε αντίθεση με την εξουσία της δοσίλογης κυβέρνησης αλλά και σε ανταγωνιστική σχέση με τις αντίστοιχες εξόριστες βασιλικές κυβερνήσεις, που είχαν την υποστήριξη κυρίως των Βρετανών.

Οι συνεχιζόμενοι αγώνες των λαών για την εκπλήρωση ενός καλύτερου μέλλοντος, που προοιωνιζόταν η ήττα του φασισμού στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ήρθαν σε αντίθεση με τις δυνάμεις που ήθελαν να σταματήσουν την ιστορική εξέλιξη συντηρώντας το άδικο και αναχρονιστικό καθεστώς της αποικιοκρατίας. Οι αγώνες αυτοί με τη σειρά τους συνέχισαν να δημιουργούν νέες μορφές εξουσίας και διακυβέρνησης απελευθερωμένων περιοχών φτάνοντας ενίοτε και στην κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας, με λαμπρότερο παράδειγμα το Βιετνάμ και την Προσωρινή Κυβέρνηση των Βιετ-Μινχ που εγκαθιδρύθηκε στο Ανόι από το βιετναμέζικο κίνημα με επικεφαλής τον Χο Τσι Μινχ στις 28 Αυγούστου 1945 για να θριαμβεύσει στη Σαϊγκόν τριάντα χρόνια αργότερα.

Μέσα σε αυτό το ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο, στις ιδιαίτερες ιστορικές συνθήκες φυσικά, τοποθετούμε και τη μεταγενέστερη δημιουργία της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης, που σχημάτισε το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας, ως μορφή διακυβέρνησης των περιοχών της χώρας που έλεγχε ο Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας. Η Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση δημιουργήθηκε μέσα στην όλο ένταση αρχή του Ψυχρού Πολέμου. Είχε όμως αυτή η μορφή διακυβέρνησης στην Ελλάδα ένα πολύ κοντινό πρότυπο, την Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης, την «κυβέρνηση του βουνού» στην Ελεύθερη Ελλάδα της κατοχικής περιόδου.

Η Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης – ένα πρότυπο;

Όταν αναφερόμαστε στην «κυβέρνηση του βουνού», το μυαλό των περισσότερων πάει στην Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης (ΠΕΕΑ) που δημιουργήθηκε στις 10 Μαρτίου 1944 στα βουνά της Ευρυτανίας από τις δυνάμεις του ΕΑΜ αλλά και άλλες πολιτικές δυνάμεις για να διοικήσει τη μεγάλη απελευθερωμένη από τον ΕΛΑΣ περιοχή της ορεινής «Ελεύθερης Ελλάδας». Μετά τον ανασχηματισμό της τον Απρίλιο του 1944, η ΠΕΕΑ περιλάμβανε προσωπικότητες όπως ο πρόεδρος της Αλέξανδρος Σβώλος, οι καθηγητές Άγγελος Αγγελόπουλος και ο Πέτρος Κόκκαλης, ο γενικός γραμματέας του ΚΚΕ Γιώργος Σιάντος, ο Ηλίας Τσιριμώκος της Ένωσης Λαϊκής Δημοκρατίας και ο Κώστας Γαβριηλίδης του Αγροτικού Κόμματος Ελλάδας, οι στρατιωτικοί Ευριπίδης Μπακιρτζής και Εμμανουήλ Μάντακας, κ.ά.

Πριν το σχηματισμό της ΠΕΕΑ, οι απελευθερωμένες περιοχές είχαν ήδη οργανωθεί με θεσμούς λαϊκής αυτοδιοίκησης και δικαιοσύνης, θεσμούς που είχαν εγκριθεί από το καλοκαίρι του 1943 όχι μόνο από τον ΕΛΑΣ αλλά και από το Κοινό Γενικό Στρατηγείο Ανταρτών, όπου συμμετείχαν και οι αντιστασιακές ομάδες του ΕΔΕΣ και της ΕΚΚΑ και αντιπρόσωποι της Βρετανικής Στρατιωτικής Αποστολής στην Ελλάδα. Η μεγάλη ενιαία απελευθερωμένη περιοχή καθιστούσε επιτακτική την οργάνωση και διοίκησή της σε συνδυασμό με τις ανάγκες του διαρκώς ογκούμενου και αξιόμαχου ΕΛΑΣ. Επίσης οι πολιτικές εξελίξεις έτρεχαν, με φόντο την επικείμενη απελευθέρωση της χώρας, και οι αντιστασιακές δυνάμεις έβλεπαν μια μεγάλη πολιτική κινητικότητα τόσο στην εξόριστη βασιλική κυβέρνηση στο Κάιρο όσο και στην τρίτη και πιο πολιτική δοσίλογη κυβέρνηση του Ιωάννη Ράλλη.

Οι εξελίξεις αυτές οδήγησαν την ηγεσία του ΕΑΜ και του ΚΚΕ στην ίδρυση της Πολιτικής Επιτροπής Εθνικής Απελευθέρωσης, ενός τρίτου πόλου στην πολιτική ζωή της χώρας με το κύρος και τη δύναμη της Αντίστασης τόσο με την ένοπλη μορφή της στην ύπαιθρο όσο και με τους μαχητικούς διεκδικητικούς αγώνες της στις πόλεις. Με την ίδρυση της, η ΠΕΕΑ δημιούργησε ένα εντυπωσιακό μηχανισμό με Γραμματείες (υπουργεία), με τοποθέτηση διοικητικών επιτροπών και διοικητών στις επαρχίες και τη σύγκληση ενός ευρύτατου αντιπροσωπευτικού σώματος, του Εθνικού Συμβουλίου που θα νομιμοποιούσε την ίδια και τις αποφάσεις της. Το Εθνικό Συμβούλιο συγκροτήθηκε μέσα από μια τεράστια εκλογική διαδικασία τόσο στις απελευθερωμένες όσο και στις κατεχόμενες περιοχές, στην όποια πήραν μέρος περισσότεροι από 1.500.000 άνθρωποι και για πρώτη φορά οι γυναίκες.

Η ΠΕΕΑ προχώρησε στο έργο της με Πράξεις (νόμους) και Αποφάσεις. Οργάνωσε τη Λαϊκή Αυτοδιοίκηση και Δικαιοσύνη, υπήγαγε στην εξουσία της τον ΕΛΑΣ και τακτοποίησε ζητήματα στρατολογίας και ιεραρχίας, ίδρυσε την Εθνική Πολιτοφυλακή, οργάνωσε ένα απαραίτητο φορολογικό σύστημα σε είδος, την «εθνική εισφορά στην παραγωγή» αλλά εξέδωσε και χαρτονόμισμα, «ομολογίες» με αντίκρισμα σε στάρι.

Προχώρησε σε αποφάσεις έχοντας στραμμένο το βλέμμα στο μέλλον και στη μεταπολεμική οργάνωση του κράτους καταρτίζοντας νόμο για τους συνεταιρισμούς, τη σύσταση και τη λειτουργία τους, εκπονώντας το «Σχέδιο για μια Λαϊκή Παιδεία», φροντίζοντας για τα «Κατώτατα όρια αποδοχών μισθωτών και εξίσωση αποδοχών ανδρών και γυναικών» αλλά και για την «προστασία, διοίκηση και διαχείριση δασών και δασικών βοσκοτόπων».

Μετά από μια πολύ πυκνή περίοδο πολιτικών εξελίξεων που ξεκίνησαν με το Συνέδριο του Λιβάνου τον Απρίλιο του 1944, στο οποίο πήραν μέρος η ΠΕΕΑ, το ΕΑΜ και το ΚΚΕ, εκπρόσωποι τους πήραν μέρος στο τέλος του καλοκαιριού στην κυβέρνηση Εθνικής Ένωσης που είχε ήδη σχηματιστεί από τον Γεώργιο Παπανδρέου. Μετά την απελευθέρωση της χώρας και τον ερχομό της κυβέρνησης στην πρωτεύουσα, η ΠΕΕΑ και το Εθνικό Συμβούλιο αυτοδιαλύθηκαν επίσημα στις 5 Νοεμβρίου 1944. Οι μετέπειτα εξελίξεις, με κομβικό σημείο το Δεκέμβρη του 1944, οδήγησαν στον εμφύλιο πόλεμο και μεταξύ άλλων και την απόφαση του ΚΚΕ να δημιουργήσει, τρία χρόνια μετά, ένα άλλο κυβερνητικό σχήμα.

Η δημιουργία της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης

Ο Μιλτιάδης Πορφυρογένης ήταν υπουργός Δικαιοσύνης στην ΠΔΚ
Στις 27 Ιουνίου του 1947, από το βήμα του συνεδρίου του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος στο Στρασβούργο, ο αντιπρόσωπος του ΚΚΕ Μιλτιάδης Πορφυρογένης διακήρυξε την πρόθεση «δημιουργίας μιας λεύτερης δημοκρατικής Ελλάδας, με δική της κυβέρνηση και δική της κρατική υπόσταση». Η δήλωση αυτή, που προανήγγειλε τη δημιουργία ξεχωριστής κυβέρνησης, δημιούργησε αναταραχή στους πολιτικούς κύκλους της Ελλάδας. Σημειώθηκαν κάποιες προσπάθειες για συνεννόηση των δύο πλευρών και ο Θεμιστοκλής Σοφούλης φέρεται να ανέλαβε να συναντηθεί με τον πρωθυπουργό Δημήτριο Μάξιμο και με τους επικεφαλής του ΕΑΜ.[4] Εκείνη την ημέρα, στις 9 Ιουλίου 1947, η απάντηση της ελληνικής κυβέρνησης ήταν ένας διωγμός κατά της Αριστεράς με μαζικές συλλήψεις και εκτοπίσεις χιλιάδων και μεταξύ τους και αυτών που θα συναντούσαν τον Σοφούλη[5]. Από τη μεριά του ΚΚΕ, πήραν πλέον το δρόμο τους οι προετοιμασίες για τη δημιουργία μιας ξεχωριστής κυβέρνησης σε μια αυτόνομη περιοχή. Σχετικό διάγγελμα μεταδόθηκε στην πρώτη εκπομπή του ραδιοφωνικού σταθμού της Ελεύθερης Ελλάδας, στις 16 Ιουλίου 1947. Το διάγγελμα κατέληγε στην απόφαση δημιουργίας της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης: «Το συμφέρον της Ελλάδας και η εσχάτη προδοσία του φασισμού μας επιβάλλουν να πάρουμε επείγουσες και ριζικές αποφάσεις. Το έργο μας πρέπει να ολοκληρωθεί. Όλες οι προϋποθέσεις που χρειάζονται υπάρχουν. Και ολοκλήρωση θάναι ο σχηματισμός Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης στην περιοχή της Ελεύθερης Ελλάδας, όπου κυριαρχεί ο Δημοκρατικός Στρατός»[6].

Τον Αύγουστο δημοσιεύτηκαν πέντε «Πράξεις» του Γενικού Αρχηγείου του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας για τη Λαϊκή Δικαιοσύνη και Αυτοδιοίκηση, δημιουργώντας ένα θεσμικό πλαίσιο και μια κρατική υπόσταση στις περιοχές που έλεγχε. Οι Πράξεις αυτές αφορούσαν «την οργάνωση της Λαϊκής Εξουσίας», «την οργάνωση της Λαϊκής Δικαιοσύνης», «τον αναδασμό της γης», «τα δάση» και «την οργάνωση της Λαϊκής Εκπαίδευσης». Ήταν ένα αποφασιστικό βήμα πολιτικά προς τη προδιαγεγραμμένη δημιουργία της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης. Στο πρακτικό πεδίο, οι «Πράξεις» αυτές δεν ήταν παρά επαναφορά θεσμών που οι περιοχές αυτές είχαν καλά γνωρίσει και εφαρμόσει στο πρόσφατο παρελθόν της Κατοχής και δεν πρόσθεταν κάτι το νέο. Πολιτικά όμως ήταν η δημόσια διακήρυξη ότι στην Ελλάδα υπάρχει και λειτουργεί, εκτός της κυβέρνησης της Αθήνας, και μια δεύτερη εξουσία. Όπως η ΠΕΕΑ επί Κατοχής είχε αναλάβει τον έλεγχο των περιοχών, όπου ήδη εφαρμόζονταν οι διατάξεις του Γενικού Στρατηγείου του ΕΛΑΣ, έτσι και η Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση θα αναλάμβανε τη διακυβέρνηση των περιοχών που διοικούνταν με συγκεκριμένο τρόπο από τον Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας.

Όλες αυτές όμως οι σοβαρότατες αποφάσεις έπρεπε να εγκριθούν στο ανώτερο δυνατό κομματικό επίπεδο. Αυτό ήταν το έργο της 3ης Ολομέλειας της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ που συνήλθε στις 11-12 Σεπτεμβρίου 1947, με παρουσία έξι μελών της, στη Γιουγκοσλαβία. Οι αποφάσεις της εγκρίθηκαν ακολούθως και από τα υπόλοιπα μέλη της ΚΕ που βρίσκονταν στην Αθήνα. Διαμορφώθηκε μέσα από τις διαδικασίες της Ολομέλειας, ένα δεύτερο καθοδηγητικό κέντρο, καταστατικά νομιμοποιημένο, που θα είχε την ευθύνη για το κύριο μέτωπο: τον ένοπλο αγώνα του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας, τις ελεύθερες περιοχές και τις σχέσεις με το εξωτερικό. Κατά τη διάρκεια της Ολομέλειας εγκρίθηκε επίσης το επιχειρησιακό σχέδιο «Λίμνες» με μεγαλεπήβολο στόχο τη δημιουργία μιας μεγάλης ελεύθερης περιοχής με κέντρο τη Θεσσαλονίκη.

Η δημοσίευση της «Ανακοίνωσης της 3ης Ολομέλειας της Κεντρικής Επιτροπής», που απέδιδε συνοπτικά τις αποφάσεις που πάρθηκαν σε αυτήν, από το Ριζοσπάστη στις 8 Οκτωβρίου 1947, είχε ως αποτέλεσμα την απαγόρευση της νόμιμης κυκλοφορίας του λίγες μέρες αργότερα.

Στις 2 Δεκεμβρίου, το «Δεύτερο Κλιμάκιο» του Πολιτικού Γραφείου του ΚΚΕ είχε αποφασίσει «ως το τέλος του χρόνου να γίνει Π[ροσωρινή] Δ[ημοκρατική] Κυβέρνηση στις περιοχές της Λεύτερης Ελλάδας». Στις 10 Δεκεμβρίου η απόφαση αυτή ανακοινώθηκε στο κλιμάκιο του Πολιτικού Γραφείου στην Αθήνα και ζητιόταν η βολιδοσκόπηση των κομμάτων του ΕΑΜ και των συνεργαζόμενων με αυτά για τη συμμετοχή τους στην κυβέρνηση. Δεν γνωρίζουμε αρκετά για αυτήν την υπόθεση. Όμως και για όσους πιθανά δέχτηκαν να πάρουν μέρος σε αυτήν, στάθηκε αδύνατο να προωθηθούν προς το βουνό.

Τελικά η σύνθεση της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης περιλάμβανε μόνο στελέχη του ΚΚΕ. Η Απόφαση δημιουργίας της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης γνωστοποιήθηκε στο πανελλήνιο όταν στις 13 Δεκεμβρίου 1947, από το ραδιοσταθμό του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας εκφωνήθηκε άρθρο του Ν. Ζαχαριάδη, υπό τον τίτλο «Πού τραβάμε;». Στο άρθρο, μεταξύ άλλων, αναφερόταν ότι: «το δημοκρατικό κίνημα συμπληρώνει το έργο του και ο σχηματισμός Δημοκρατικής Κυβέρνησης στη Λεύτερη Ελλάδα δεν είναι παρά ζήτημα ημερών». Με βάση όλη την παραπάνω πορεία, στις 24 Δεκεμβρίου 1947 ανακοινώθηκε από το ραδιοφωνικό σταθμό «Ελεύθερη Ελλάδα» η ίδρυση της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης με αλλεπάλληλες εκπομπές.

Η σύνθεση της κυβέρνησης ήταν η ακόλουθη:
Πρόεδρος της Κυβέρνησης και υπουργός των Στρατιωτικών: Στρατηγός Μάρκος.
Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης και υπουργός των Εσωτερικών: Γιάννης Ιωαννίδης.
Υπουργός των Εξωτερικών: Πέτρος Ρούσσος.
Υπουργός της Δικαιοσύνης: Μιλτιάδης Πορφυρογένης.
Υπουργός Υγιεινής και Πρόνοιας και προσωρινά της Παιδείας: Πέτρος Κόκκαλης.
Υπουργός Οικονομικών: Βασίλης Μπαρτζιώτας.
Υπουργός της Γεωργίας: Δημήτρης Βλαντάς.
Υπουργός Εθνικής Οικονομίας και προσωρινά του Επισιτισμού: Λεωνίδας Στρίγκος.

Από αυτούς, μόνον ο Πέτρος Κόκκαλης είχε συμμετάσχει στην πρώτη κυβέρνηση του βουνού, στην ΠΕΕΑ, ενώ ο Μιλτιάδης Πορφυρογένης υπήρξε υπουργός Εργασίας στην κυβέρνηση Εθνικής Ένωσης του Γεωργίου Παπανδρέου εκ μέρους του ΚΚΕ. Το Κόμμα, όπως ήταν επόμενο, τέθηκε και τυπικά εκτός νόμου στις 27 Δεκεμβρίου και μαζί του το ΕΑΜ και άλλες αριστερές οργανώσεις.
Χαρακτηριστικό της πολιτικής της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης, και κατ’ επέκταση του ΚΚΕ και του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας, ήταν το διάγγελμα της προς τον ελληνικό λαό:
«Πρώτος και κύριος σκοπός της Προσωρινής Κυβέρνησης είναι να κινητοποιήσει όλες τις δυνάμεις του λαού για τη γρήγορη απελευθέρωση της χώρας από τους ξένους ιμπεριαλιστές και από τους ντόπιους γραικύλους, για την κατοχύρωση της εθνικής κυριαρχίας, για την υπεράσπιση της εδαφικής ακεραιότητας από κάθε ξένη ιμπεριαλιστική επιβουλή και για τη νίκη της Δημοκρατίας».

Και συνέχιζε:

«Η διακυβέρνηση των ελεύθερων περιοχών πάνω σε λαϊκοδημοκρατικές βάσεις και η παραπέρα ανάπτυξη των θεσμών των λαϊκών συμβουλίων και της λαϊκής δικαιοσύνης, που αποτελούν την πρώτη βάση για τη δημοκρατική αναδημιουργία, θα είναι ένα από τα κύρια καθήκοντά μας. Το ίδιο η εθνικοποίηση των ξένων εταιριών, των μεγάλων τραπεζών και της βαριάς βιομηχανίας. Η εφαρμογή της αγροτικής μεταρρύθμισης, η αντιμετώπιση των επισιτιστικών αναγκών του λαού. Η αναδιοργάνωση της εθνικής οικονομίας και του κρατικού μηχανισμού πάνω σε λαϊκές δημοκρατικές βάσεις. Η σταθεροποίηση της συμφιλίωσης και ενότητας του λαού πάνω στη βάση της εξασφάλισης της εθνικής ανεξαρτησίας και του σεβασμού των δημοκρατικών του δικαιωμάτων. Η αναγνώριση πλέριας ισοτιμίας στις εθνικές μειονότητες και του δικαιώματος της ελεύθερης εθνικής τους ανάπτυξης. Η δημιουργία γερού λαϊκού στρατού, στόλου και αεροπορίας, μιας ισχυρής Ελλάδας, ικανής να υπερασπίσει την εθνική της κυριαρχία, ανεξαρτησία και ακεραιότητα από κάθε ξενική ιμπεριαλιστική επιβουλή, σε στενή αδελφική συνεργασία με όλους τους δημοκρατικούς λαούς της Ευρώπης».[7]

Η αναγγελία της δημιουργίας της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης συνδέθηκε με τη μάχη της Κόνιτσας που άρχισε την επομένη, στις 25 Δεκεμβρίου 1947. Η κατάληψή της θα δημιουργούσε μια, προσωρινή έστω, πρωτεύουσα για τη νέα κυβέρνηση μαζί με μια σημαντική επικράτεια και θα μπορούσε να δημιουργήσει αίσθηση σε πολιτικό και διπλωματικό επίπεδο. Η πολυήμερη όμως επιχείρηση του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας για την κατάληψη της πόλης απέτυχε και άρα και η δημιουργία της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης δεν συνοδεύτηκε με μια επιτυχία.

Στον τομέα των εξωτερικών σχέσεων, ανεπιτυχείς υπήρξαν και οι επίμονες προσπάθειες του ΚΚΕ για αναγνώριση της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης από τις κυβερνήσεις των χωρών του ανατολικού στρατοπέδου. Έγιναν διαβουλεύσεις πριν τη δημιουργία της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης αλλά δεν υπήρξαν επίσημα καταγεγραμμένες παροτρύνσεις ή αντιρρήσεις ως προς την απόφαση του ΚΚΕ από αυτή τη μεριά. Τα κόμματα και οι μαζικές οργανώσεις θα βοηθούσαν τους έλληνες συντρόφους αλλά τα κράτη δεν θα αναγνώριζαν μια ξεχωριστή κρατική υπόσταση στην Ελλάδα. Στις εύθραυστες ισορροπίες της παραμονής του Ψυχρού Πολέμου, η ελληνική περίπτωση δεν ήταν προτεραιότητα για το υπό εκκόλαψη ανατολικό μπλοκ. Από την άλλη, η ελληνική κυβέρνηση και το δυτικό μπλοκ αντέδρασαν έντονα. Στις 29 Δεκεμβρίου 1947, η νεοσυσταθείσα Βαλκανική Επιτροπή του ΟΗΕ εξέδωσε απόφαση, όπου χαρακτηριστικά αναφέρονταν: «η αναγνώριση ακόμα και ντε φάκτο, της αυτό-αποκαλούμενης «Προσωρινής Δημοκρατικής Ελληνικής Κυβέρνησης», συνοδευόμενη και με άμεση ή έμμεση βοήθεια προς το αντάρτικο κίνημα, στρέφεται κατά της ελληνικής κυβέρνησης, παραβιάζει τις αρχές του διεθνούς δικαίου και του ΟΗΕ και αποτελεί απειλή κατά της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας». Το Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ εξέταζε την περίπτωση αναγνώρισης της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης από την ΕΣΣΔ και τις άλλες ανατολικές χώρες και την συνακόλουθη ανάγκη αποστολής στρατού στην Ελλάδα και την αύξηση της πολιτικής, οικονομικής και στρατιωτικής βοήθειας προς την κυβέρνηση. Οι ΗΠΑ έστειλαν επιδεικτικά μια ναυτική μοίρα στην ανατολική Μεσόγειο τον Ιανουάριο του 1948 προκαλώντας νευρικότητα στις ηγεσίες των βαλκανικών χωρών[8].

Το έργο της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης

Ο γιατρός Πέτρος Κόκκαλης ήταν Υπουργός
Υγιεινής και Πρόνοιας και προσωρινά της Παιδείας
Η Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση ανέλαβε το ρόλο της πολιτικής διοίκησης των ελεγχόμενων από τον Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας περιοχών με όλους τους περιορισμούς που δημιουργούσε η στενότητα των υλικών πόρων των περιοχών αυτών, ορεινών και αγροτικών και ειδικά μετά την εκκένωση πολλών χωριών από τον Εθνικό Στρατό που σχημάτιζε με αυτό τον τρόπο μια νεκρή από ανθρώπους και παραγωγική δραστηριότητα ζώνη. Υπολογίζεται ότι περίπου 700.000 άνθρωποι απομακρύνθηκαν από τους τόπους κατοικίας τους – οι αποκαλούμενοι «συμμοριόπληκτοι».
Άλλωστε ο τρόπος του πολέμου ανάγκαζε τον Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας να μετακινείται συνεχώς και ο έλεγχος πολλών περιοχών δεν ήταν παρά τυπικός – δεν υπήρχε δηλαδή η δυνατότητα για δημιουργία πολιτικών οργανώσεων που να εφαρμόζουν σε μια σταθερή βάση μια συγκεκριμένη πολιτική και να δημιουργήσουν ένα κρατικό μόρφωμα – αυτοδιοίκηση, δικαιοσύνη, φορολογία, στρατολογία, πόσο μάλλον υποδομές και υπηρεσίες προς όφελος του λαού. Αυτή η κατάσταση αντικατοπτρίζεται και στο περιεχόμενο αλλά και στο μικρό σχετικά εύρος του νομοθετικού έργου της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης, ειδικά αν συγκριθεί με την παραγωγή της πιο βραχύβιας ΠΕΕΑ. [9]

Λαϊκή Αυτοδιοίκηση

Πέρα από την Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση στο πρότυπο της ΠΕΕΑ, προβλεπόταν και η σύγκληση μιας Λαϊκής Εθνοσυνέλευσης σε αντιστοιχία με το Εθνικό Συμβούλιο της κατοχικής περιόδου – αυτό τουλάχιστον αναφέρεται στους νόμους της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης, που τελούσαν υπό την έγκριση αυτής της Λαϊκής Εθνοσυνέλευσης, μόλις θα συγκαλούνταν. Επίσης με νόμο, ο υπουργός Εσωτερικών μπορούσε να διορίζει κυβερνητικούς αντιπροσώπους σε περιοχές, όπως η ΠΕΕΑ διόριζε γενικούς διοικητές και διοικητικές επιτροπές. Σύμφωνα με το σχετικό άρθρο, οι κυβερνητικοί εκπρόσωποι είχαν το ρόλο συνδέσμου της τοπικής εξουσίας με την κυβέρνηση και αποτελούσαν όργανα της λαϊκής εξουσίας χωρίς να περιορίζουν τα δικαιώματα των τοπικών λαϊκών οργάνων. Επίσης, κατά τα πρότυπα της Εθνικής Πολιτοφυλακής, δημιουργήθηκε η Λαϊκή Πολιτοφυλακή.

Με το νόμο 12 συμπληρωνόταν η Πράξη 1 του Γενικού Αρχηγείου του Δημοκρατικού Στρατού για την οργάνωση της λαϊκής εξουσίας[10]. Σύμφωνα με αυτόν, ορίζονταν τα επαρχιακά συμβούλια ως όργανα λαϊκής εξουσίας δευτέρου βαθμού, με καθήκοντα μεταξύ άλλων, τη διοίκηση της επαρχίας, την καθοδήγηση, το συντονισμό και τον έλεγχο των λαϊκών συμβουλίων. Δημιουργήθηκε ένας κορμός αυτοδιοίκησης με δύο βαθμούς εκλεγμένων εκπροσώπων και ένα τρίτο, αυτό των κυβερνητικών εκπροσώπων, διορισμένο από την κεντρική κυβέρνηση.

Φορολογία και οικονομικά

Ένα άλλο ζήτημα ήταν η φορολογία των υπαγόμενων στην Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση περιοχών που γινόταν σε είδος και ρυθμιζόταν με νόμο «για την εισφορά πάνω στην παραγωγή», ανάλογο της πράξης της ΠΕΕΑ για το ίδιο ζήτημα. Στην αιτιολογική έκθεση γινόταν σαφές ότι η εισφορά αυτή πήγαινε κατά κύριο λόγο στον Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας «για τη νικηφόρα διεξαγωγή του πολέμου». Η φορολογία ήταν προοδευτική αρχίζοντας από το 5% της παραγωγής ενώ το αφορολόγητο όριο ήταν χαμηλό. Ένα 20% της εισφοράς προβλεπόταν να διατεθεί για τις ανάγκες των κατά τόπους λαϊκών συμβουλίων και ένα 5% αυτού του 20% έμενε στη διάθεση του υπουργείου Εσωτερικών για την ενίσχυση των άγονων περιοχών. Επίσης έγινε προσπάθεια να μπουν σε ένα πλαίσιο οι επιτάξεις που έκανε ο Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας, να αναληφθούν από την κυβέρνηση ως δημόσιο χρέος και να πληρωθούν όταν οι συνθήκες το επέτρεπαν.

Ήταν ξεκάθαρο ότι ο Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας ήταν αναγκασμένος να ζητάει την ενίσχυση του από τις τοπικές κοινωνίες του χώρου που έλεγχε χωρίς να είναι σε θέση να προσφέρει με τη σειρά του κάτι χειροπιαστό – στο σημείο αυτό η διαφορά με το δίκτυο ενίσχυσης και αλληλεγγύης που είχε δημιουργήσει το ΕΑΜ και ο ΕΛΑΣ ήταν προφανής.

Η στρατιωτικοποίηση του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας

Στις αρχές του 1948, είχε παρθεί απόφαση για τη στρατιωτικοποίηση του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας, δηλαδή τη δημιουργία ισχυρών τακτικών μονάδων. Το πρώτο βήμα, που έγινε μέσα από τις αποφάσεις της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης ήταν η δημιουργία ενός βασικού κορμού, μιας ιεραρχίας στρατιωτικών στελεχών γύρω από την οποία θα χτιζόταν ο τακτικός Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας. Όπως όμως και η ίδια η κυβέρνηση, έτσι και το στρατιωτικό αυτό επιτελείο ήταν σε πολύ μεγάλο βαθμό στελεχωμένο μονόπλευρα από στελέχη του Κόμματος.[11]

Δημιουργήθηκε με νόμο και το Ανώτατο Πολεμικό Συμβούλιο του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας στα τέλη Αυγούστου του 1948, καταργήθηκαν τα Αρχηγεία Περιοχών και δημιουργήθηκαν επτά Μεραρχίες. Με πολλά διατάγματα ονομάστηκαν αξιωματικοί του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας, έγιναν προαγωγές και δόθηκαν διακρίσεις και μετάλλια ανδρείας. Με νόμο οργανώθηκε και η στρατιωτική δικαιοσύνη.

Με νόμους της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης έγινε προσπάθεια να λυθούν τα προβλήματα στρατολογίας και ανεφοδιασμού του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας. Ο υπουργός Στρατιωτικών είχε το δικαίωμα να καλεί στον Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας ηλικίες αξιωματικών και οπλιτών, ανδρών αλλά και γυναικών.

Με ιδιαίτερη στρατολογική διάταξη, απαλλάσσονται από την υποχρεωτική στράτευση γυναίκες που είτε είχαν άλλα τέσσερα αδέρφια στον Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας ή που είχαν δύο θύματα στον εμφύλιο. Αργότερα ορίστηκε σαν αρχή του «σημερινού εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα» και άρα της απαλλαγής, η 27η Σεπτεμβρίου 1941, η ημέρα ίδρυσης δηλαδή του ΕΑΜ.

Αμνηστία και ανταλλαγή αιχμαλώτων

Την 1η Φεβρουαρίου 1948, η Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση δημοσιεύει νόμο «για την αμνηστεία κοινών και πολιτικών εγκλημάτων» στην επικράτειά της. Το μέτρο αυτό θεωρήθηκε ότι θα συντελούσε στη συμφιλίωση και την εθνική ενότητα με όσους για διάφορους λόγους βρίσκονταν στο αντίπαλο στρατόπεδο.

Καθώς σκληραίνει η άλλη πλευρά και πολλαπλασιάζονται οι εκτελέσεις, και άρα δεν έχει κάποια ορατή ανταπόκριση η αμνηστία της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης θεσπίζεται νόμος για την ανταλλαγή αιχμαλώτων. Σύμφωνα με αυτόν, καταδικασμένοι από τα δικαστήρια της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης, μπορούσαν να ανταλλαγούν με κατάδικους ή υπόδικους του ελληνικού κράτους. Ούτε όμως και σε αυτήν την περίπτωση δεν υπήρξε κάποια θετική αντίδραση από το αντίπαλο στρατόπεδο.

Η Επιτροπή Βοήθειας στο Παιδί

Το 1948 ο «πόλεμος των παιδιών», το λεγόμενο «παιδομάζωμα», είχε πλέον γίνει βασικό χαρακτηριστικό του ελληνικού εμφυλίου πολέμου. Ενός πολέμου, που μέσα στις αναδυόμενες ψυχροπολεμικές συνθήκες, περιέλαβε πολλές «καινοτομίες» από τη μεριά των ΗΠΑ, που ανέλαβαν την κηδεμονία του ελληνικού κράτους με το Δόγμα Τρούμαν. Μακρόνησος, νέα όπλα και κυρίως την παραγνωρισμένη μέχρι και σήμερα εκτόπιση εκατοντάδων χιλιάδων αγροτικού πληθυσμού από τα σπίτια του στο πλαίσιο των αντιαντάρτικων μεθόδων. Καθώς ο πόλεμος έπαιρνε ολοκληρωτικές διαστάσεις, στις 7 Μαρτίου του 1948 το υπουργείο Εσωτερικών της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης ανακοίνωσε μέτρα για τα παιδιά που βρίσκονταν στην Ελεύθερη Ελλάδα. Στην ανακοίνωση αυτή διαπίστωνε ότι τα κυριότερα θύματα της πολιτικής που οι Αμερικανοί και η κυβέρνηση της Αθήνας εφάρμοζαν στην εμπόλεμη Ελλάδα ήταν τα παιδιά. Αφού σημείωνε ότι: «με το εγκληματικό πέταμα στους δρόμους των πόλεων 150.000 και πάνω παιδιών όπου καθημερινά δεκάδες από αυτά πεθαίνουν. Με την τελευταία διαταγή της Φρειδερίκης που διέταξε τους υποτακτικούς της να συγκεντρώσουν όλα ανεξαιρέτως τα παιδιά στα κέντρα, για να τα μετατρέψουν σε γενιτσάρους και να τα βάλουν αναγκαστικά στις αγαπητές της χιτλερικές οργανώσεις νεολαίας. Ακόμα δε και με τους άνανδρους βομβαρδισμούς των ανυπεράσπιστων γυναικόπαιδων, από τους οποίους τον τελευταίο καιρό σκοτώθηκαν 120 παιδάκια...». ανακοίνωνε την απόφαση της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης να εγκρίνει την αποστολή και παραμονή των παιδιών που προέρχονταν από τις απειλούμενες ζώνες στις γειτονικές χώρες. Για τη μεταφορά αυτή προχώρησε σε συνεννοήσεις με οργανισμούς πρόνοιας των αντίστοιχων χωρών υποδοχής.
Το Μάιο του 1948, η Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση ίδρυσε την ΕΒΟΠ, Επιτροπή βοήθειας στο Παιδί, επικεφαλής της οποίας τοποθετήθηκαν ο Πέτρος Κόκκαλης, η Έλλη Αλεξίου, ο Γιώργος Αθανασιάδης, ο Θανάσης Μητσόπουλος και άλλοι εκπαιδευτικοί, παιδαγωγοί ή άνθρωποι των Γραμμάτων. Η επιτροπή αυτή συντόνισε τη μεταφορά των παιδιών στο εξωτερικό και την εκεί περίθαλψή τους καθώς πολλά από αυτά έπασχαν από τις χρόνιες τότε αρρώστιες της φτωχής ελληνικής επαρχίας αλλά και τις κακουχίες που ο πόλεμος προκαλούσε. Επίσης οργάνωσε και το εκπαιδευτικό σύστημα των παιδιών αυτών για τη μελλοντική όπως έλπιζαν τότε σοσιαλιστική Ελλάδα.[12]

Νόμοι με το βλέμμα στο μέλλον

Άλλος νόμος, που έδειχνε την πολιτική διάθεση και προσανατολισμό της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης και αποτελούσε μέρος της πολιτικής του ΚΚΕ για προσέγγιση κοινωνικών στρωμάτων στις πόλεις παρά κάτι το φλέγον στην επικράτεια του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας, ήταν και ο νόμος 4 «για την ακύρωση αγοραπωλησιών ακινήτων επί κατοχής». Επρόκειτο για ένα σοβαρότατο ζήτημα, συγκεκριμένη αποκρυστάλλωση του επί κατοχής πλουτισμού που έγινε σε βάρος των πολλών και που προκάλεσε μεγάλες αντιδράσεις μεταπολεμικά.
Προς τις μελλοντικές διαθέσεις και πολιτικές της Λαϊκής Δημοκρατίας παρέπεμπε επίσης και ο νόμος 6 «για τη ρύθμιση των εργατικών ζητημάτων». Ρυθμίζονταν ζητήματα όπως οι συνδικαλιστικές ελευθερίες και το δικαίωμα της απεργίας, της ισοτιμίας της γυναίκας στην εργασία, της κατοχύρωσης και επέκτασης της κοινωνικής ασφάλισης, των συλλογικών συμβάσεων, της επέκτασης των εργατικών δικαιωμάτων στις τάξεις των υπηρετών και των εργατών γης.
Θεσπίστηκε επίσης νόμος για την απονομή συντάξεων στα θύματα των εθνικών απελευθερωτικών αγώνων, από την περίοδο της Κατοχής και μέχρι την τελική απελευθέρωση της χώρας, δηλαδή καθ’ όλη την περίοδο του Εμφυλίου, όσο αυτός θα διαρκούσε. Ορίστηκαν συντάξεις και άλλα προστατευτικά μέτρα όπως η παραχώρηση αγροτικού κλήρου και άλλες διευκολύνσεις.

Ανασχηματισμός και διπλωματικές προσπάθειες

Μια άλλη, αγνοημένη μέσα στην τραχύτητα του πολέμου, απόφαση της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης ήταν και ο ανασχηματισμός της τον Απρίλιο του 1949. Πλέον εκτός του ΚΚΕ, θα περιλάμβανε μέλη του Αγροτικού Κόμματος Ελλάδας, του ΝΟΦ (Λαϊκού Απελευθερωτικού Μετώπου των Σλαβομακεδόνων), της ΓΣΕΕ και της Πανελλήνιας Συνομοσπονδίας Γεωργικών Συνεταιρισμών. Πρόεδρος της κυβέρνησης οριζόταν ο Μήτσος Παρτσαλίδης ενώ συμμετείχαν επίσης εκτός από τα αρχικά μέλη με την εξαίρεση βέβαια του Μάρκου Βαφειάδη, οι Κώστας Καραγιώργης ως υπουργός Πολεμικού Εφοδιασμού, ο Μήτσος Παπαδημήτρης, υπουργός Γεωργίας, ο Στέφανος Σαββίδης, υπουργός Συνεταιρισμών, ο Παρμενίων Αβδελίδης, υπουργός Εθνικής Οικονομίας, ο Γιώργης Τσαπακίδης, υπουργός Προνοίας, ο Πασκάλ Μητρόφσκυ, υπουργός Επισιτισμού, ο Γιάννης Βουρνάς, υπουργός Συγκοινωνίας και ο Αποστόλης Γκρόζος, υπουργός Εργασίας.

Η συμμετοχή του ΝΟΦ στην Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση εντασσόταν στην περίπλοκη κατάσταση που είχε δημιουργήσει η ρήξη μεταξύ Σοβιετικής Ένωσης και Γιουγκοσλαβίας και στην προσπάθεια του ΚΚΕ για τον προσεταιρισμό του σημαντικού σλαβομακεδονικού στοιχείου της Δυτικής Μακεδονίας παρά και ενάντια στην αυξανόμενη κρίση της σχέσης του με τον Τίτο. Οι συμμετοχές των ΑΚΕ, ΓΣΕΕ και Πανελλήνιας Συνομοσπονδίας Γεωργικών Συνεταιρισμών δεν προσέθεταν στην πραγματικότητα πολιτική εμβέλεια στην Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση και ήταν τίτλοι ανθρώπων και ομάδων που είχαν ταυτίσει απόλυτα την πορεία τους με αυτήν του ΚΚΕ.
Πιο σημαντική ήταν η προσπάθεια ειρήνευσης που έγινε την ίδια περίοδο από την Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση και συγκεκριμένα από τον υπουργό Δικαιοσύνης Μιλτιάδη Πορφυρογένη στις 20 Απριλίου με βασικά σημεία τη μεσολάβηση του ΟΗΕ, την κατάπαυση του πυρός, τη γενική αμνηστία και τη διενέργεια νέων εκλογών, οργανωμένων και από τις δύο παρατάξεις. Το σημαντικό ήταν η μεταφορά της πρότασης αυτής στον ΟΗΕ από τον αντιπρόσωπο της Σοβιετικής Ένωσης Αντρέι Γκρομίκο, γεγονός που της πρόσθεσε κύρος και δημιούργησε αναταραχή στους κυβερνητικούς κύκλους της Αθήνας πριν καθησυχαστούν από Αμερικάνους και Βρετανούς.
Το ΚΚΕ δημιουργώντας την Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση, είχε τόσο την δική του πείρα από την περίοδο της Κατοχής και το σχηματισμό της ΠΕΕΑ όσο και τη γνώση των αντίστοιχων εμπειριών από άλλες χώρες και κινήματα. Η λειτουργία όμως της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης ήταν σε αντιστοιχία με τις δυνατότητες και τις ανάγκες του αγώνα του Δημοκρατικού Στρατού. Οι δυσχέρειες του αγώνα αυτού αντικατοπτρίζονται στον περιορισμένο τελικά ρόλο της. Από όσα γνωρίζουμε, οι δομές της λαϊκής αυτοδιοίκησης δεν ήταν συγκρίσιμες με τις αντίστοιχες της Κατοχής και οι διατάξεις για αυτήν έμειναν εν πολλοίς νεκρό γράμμα. Η Λαϊκή Εθνοσυνέλευση δεν συγκλήθηκε ποτέ αφού δεν ήταν δυνατόν να γίνει αντίστοιχη κινητοποίηση με τις εκλογές για το Εθνικό Συμβούλιο του 1944. Οργανωμένη διοίκηση μπορούσε να σταθεί, από μια περίοδο και ύστερα μόνο στην ελεγχόμενη περιοχή των Πρεσπών, όπως μαρτυρίες πιστοποιούν.
Μια σημαντική εξαίρεση αποτέλεσε η Πελοπόννησος την άνοιξη του 1948. Η ανάπτυξη του Δημοκρατικού Στρατού στην περιοχή επέτρεψε αλλά και επέβαλλε τη δημιουργία διοικητικών δομών. Από την αρχή του χρόνου είχε φτάσει στην Πελοπόννησο μια αποστολή στελεχών για να αναλάβουν την ηγεσία του αγώνα, και ανάμεσά τους και εκπρόσωποι της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης. Εγκαταστάθηκε κυβερνητικός αντιπρόσωπος, τοποθετήθηκαν νομάρχες και έπαρχοι, λειτούργησε η λαϊκή αυτοδιοίκηση και συγκροτήθηκε Λαϊκή Πολιτοφυλακή με διοικήσεις, υποδιοικήσεις και τμήματα. Επίσης, δημιουργήθηκε διδασκαλείο για τη δημιουργία δασκάλων και σχολεία, ακόμη και παιδικές κατασκηνώσεις. Η τοπική κοινωνία ανταποκρίθηκε και υπήρξε αθρόα προσέλευση εθελοντών στο Δημοκρατικό Στρατό. Η καταστροφή του τελευταίου τον επόμενο χειμώνα έθεσε τέλος και στο διοικητικό πείραμα της Πελοποννήσου.[13]

Συμπερασματικά, η Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση αποτέλεσε το αναγκαίο, τόσο για το εσωτερικό όσο και για το εξωτερικό, επιστέγασμα της πολεμικής προσπάθειας του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας. Οργάνωσε, κατά το δυνατόν, την ελεγχόμενη από τον Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας περιοχή, έγινε το βήμα για την προσπάθεια αναγνώρισης της επικράτειας αυτής από τον ανατολικό συνασπισμό και για την υλική ενίσχυση της πολεμικής προσπάθειας αλλά και για τις διπλωματικές προσπάθειες στα πλαίσια των Ηνωμένων Εθνών. Αποτέλεσε ένα εργαλείο πολιτικής, σε μια περίοδο όπου αυτή ελάχιστα περιθώρια κινήσεων είχε πέρα από το ίδιο το πεδίο της στρατιωτικής αναμέτρησης. Και τελικά η τύχη της σφραγίστηκε από την έκβαση αυτής της τελευταίας.

Αρχεία - Πηγές
Επιμορφωτικό Κέντρο της ΚΕ του ΚΚΕ «Χαρίλαος Φλωράκης» - Εφημερίδα της Προσωρινής Κυβέρνησης
Επίσημα Κείμενα του ΚΚΕ, 6ος τόμος, 1945-1949, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή, 1987.

Βιβλιογραφία
Ηλιού Φίλιππος, Ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος. Η εμπλοκή του ΚΚΕ, Αθήνα: Θεμέλιο, 2004.
Κλόουζ Ντέιβιντ (επιμ.), Ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος, 1943-1950. Μελέτες για την πόλωση, Αθήνα: Φιλίστωρ, 2000.
Μαργαρίτης Γιώργος, Ιστορία του ελληνικού εμφυλίου πολέμου, 1946-1949, 2 τόμοι, Αθήνα: Βιβλιόραμα, 2005.
Μαργαρίτης Γιώργος, «Τα παιδιά του εμφυλίου πολέμου», Ριζοσπάστης, Κυριακή 29 Μαρτίου 2009.
Μπάεφ Ιορντάν, Μια ματιά απ’ έξω. Ο εμφύλιος πόλεμος στην Ελλάδα. Διεθνείς διαστάσεις, Αθήνα: Φιλίστωρ, 1997.
Mazower Mark, Hitler’s Empire. Nazi Rule In Occupied Europe, Λονδίνο: Penguin Books, 2008
Skalidakis, Giannis (Jean-Marie) and Christos Giovanopoulos, "Greece, partisan resistance." The International Encyclopedia of Revolution and Protest. Ness, Immanuel (Ed). Λονδίνο: Blackwell Publishing, 2009.
Wieviorka Olivier and Tebinka Jacek, “Resisters: From Everyday Life to Counter-state”, in Robert Gildea, Olivier Wieviorka, Anette Warring (ed.), Surviving Hitler and Mussolini: Daily Life In Occupied Europe, King’s Lynn: Berg, 2007.

[1] Olivier Wieviorka and Jacek Tebinka, “Resisters: From Everyday Life to Counter-state”, in Robert Gildea, Olivier Wieviorka, Anette Warring (ed.), Surviving Hitler and Mussolini: Daily Life In Occupied Europe, King’s Lynn, Berg, 2007, σ. 168.
[2] Mark Mazower, Hitler’s Empire. Nazi Rule In Occupied Europe, Λονδίνο, Penguin Books, 2008, σ. 471-473.
[3] Mark Mazower, Hitler’s Empire. Nazi Rule In Occupied Europe, Λονδίνο, Penguin Books, 2008, σ. 488.
[4] Φίλιππος Ηλιού, Ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος. Η εμπλοκή του ΚΚΕ, Αθήνα: Θεμέλιο, 2004, σ. 133-135.
[5] Ανάμεσά τους ο Μ. Παρτσαλίδης γραμματέας της ΚΕ του ΕΑΜ και μέλος του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ - υπεύθυνος για τη νόμιμη κομματική δουλιά, ο Μ. Παπαρήγας ΓΓ της ΓΣΕΕ, ο Ν. Αραμπατζής μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ, τα μέλη της ΚΕ του ΕΑΜ Γαβριηλίδης, Λούλης, Κρητικάς, Πασαλίδης, ο αρχισυντάκτης του «Ριζοσπάστη» Χρ. Καβαφάκης κ.ά.
[6] Φίλιππος Ηλιού, ό.π., σ. 160.
[7] Επίσημα Κείμενα του ΚΚΕ, 6ος τόμος, 1945-1949, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή, 1987, σ. 456-457.
[8] Ιορντάν Μπάεφ, Μια ματιά απ’ έξω. Ο εμφύλιος πόλεμος στην Ελλάδα. Διεθνείς διαστάσεις, Αθήνα: Φιλίστωρ, 1997, σ. 149-151.
[9] Η παρουσίαση των νόμων της ΠΔΚ στηρίζεται στη δημοσίευση τους στην Εφημερίδα της Προσωρινής Κυβέρνησης, η οποία βρίσκεται σε ψηφιοποιημένη μορφή, στο Επιμορφωτικό Κέντρο «Χαρίλαος Φλωράκης».
[10] Ο όρος «λαϊκή εξουσία» δεν απαντάται στα επίσημα έγγραφα (πράξεις και αποφάσεις) της ΠΕΕΑ το 1944. Εκεί βρίσκουμε τον όρο «λαϊκή αυτοδιοίκηση» και αργότερα και «τοπική αυτοδιοίκηση».
[11] Γιώργος Μαργαρίτης, Ιστορία του ελληνικού εμφυλίου πολέμου, 1946-1949, τόμος 1ος, Αθήνα: Βιβλιόραμα, 2005, σ. 479.
[12] Γιώργος Μαργαρίτης, «Τα παιδιά του εμφυλίου πολέμου», Ριζοσπάστης, Κυριακή 29 Μαρτίου 2009.
[13] Γιώργος Μαργαρίτης, Ιστορία του ελληνικού εμφυλίου πολέμου, 1946-1949, τόμος 1ος, Αθήνα: Βιβλιόραμα, 2005, σ. 575-580.


Αναδημοσίευση από http://istoriologio.blogspot.com/2009/10/blog-post.html

Κυριακή, 20 Μαΐου 2012

Το αντάρτικο στην Πελοπόννησο

Του Νίκου Μπελογιάννη

  Ο Δημ. Στρατός στην Πελοπόννησο αντρώθηκε κάτω από εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες, πιο δύσκολες ίσως απ’ αυτές που συνάντησαν οι άλλες περιοχές της χώρας.

Νίκος Μπελογιάννης 
 Μια πρώτη δυσκολία στεκόταν το γεγονός ότι ο Μωριάς ήταν από παλιά το πιο γερό κάστρο της αντίδρασης και του φαυλοκρατικού παλαιοκομματισμού, και το λαϊκο-δημοκρατικό κίνημα, μετά την απελευθέρωση από τους γερμανούς, παρ’ όλο του το πλάτος, δεν είχε ακόμη καταχτήσει αποφασιστικά την πλειοψηφία του λαού. Εμπόδιο σ’ αυτό είχαν σταθεί και ορισμένες αδικαιολόγητες υπερβασίες, που διαπράχτηκαν στη διάρκεια της κατοχής.

 Άλλη δυσκολία βρισκόταν στο ότι με τη μεταβαρκιζιανή τρομοκρατία όλα τα ζωντανά και δυναμικά στοιχεία από τα περισσότερα χωριά κι από αρκετές πολιτείες σηκώθηκαν κι έφυγαν για την Αθήνα (πάνω από 15.000), αφήνοντας πέρα για πέρα ελεύθερο το πεδίο δράσης στις συμμορίες των λήσταρχων, που μαζί με τους ένοπλους φανατικούς χίτες και τους υπόλοιπους εξοπλισμένους δεξιούς των χωριών, έφταναν τις 12.000.

 Για τους λόγους αυτούς, η ανάπτυξη του αντάρτικού στην Πελοπόννησο στάθηκε στην αρχή κάπως δύσκολη και βασανιστική. Οι πρώτοι ένοπλοι καταδιωκόμενοι βασικά είχανε ν’ αντιμετωπίσουν δύο μεγάλα προβλήματα. Το πρόβλημα της συμφιλίωσης με τους φιλήσυχους δεξιούς και της απομόνωσης των τρομοκρατών, και το πρόβλημα της στρατολογίας.

 Μπορούμε να πούμε ότι και τα δύο μπήκαν εξαρχής σε σχετικά καλό δρόμο. Στο ζήτημα της συμφιλίωσης έλλειψαν οι αυταπάτες, σχετικά με τον τρόπο της πραγματοποίησής της εκείνη την εποχή. Το Σεπτέμβρη του’ 46, ένα συγκρότημα ανταρτών κύκλωσε ξαφνικά το μεσημέρι ένα χωριό της Μεγαλούπολης κι έπιασε όλους σχεδόν τους ενόπλους. Αφού τους πήρε τα όπλα, συγκέντρωσε όλους τους κατοίκους του χωριού, δήλωσε ότι δεν πρόκειται να πειράξει κανένα αν ζήσουν ήσυχοι και μονοιασμένοι και πάψουν να’ ναι όργανα των εχθρών του λαού, κι ύστερα μπροστά σ’ όλους έσπασε τα όπλα που είχαν παραδόσει οι δεξιοί. Με τον ίδιο τρόπο αιφνιδιάστηκαν μέσα σε λίγες μέρες αρκετά εξοπλισμένα χωριά σε διάφορες περιφέρειες της Πελοποννήσου. Αλλού χωρίς αντίσταση κι αλλού με μικροαντίσταση, αφοπλίστηκαν όλα, χωρίς να τιμωρηθούν ούτε εκείνοι που αντιστάθηκαν.

 Η τέτοια ταχτική είχε μεγάλον αντίχτυπο στις χιλιάδες των ένοπλων δεξιών, που ουσιαστικά εξουδετερώθηκαν. Ακόμα και αρκετοί από εκείνους που με την εμφάνιση των πρώτων ομάδων μας είχαν από φόβο καταφύγει στις πολιτείες, αρχίσανε να ξαναγυρίζουν στα χωριά τους. Έτσι απομονώθηκαν οι συμμορίες των τρομοκρατών κι ο αγώνας τώρα ενάντιά τους μπορεί να ήταν ακόμα πολύ σκληρός, αλλά πάντως ήταν πιο εύκολος από πρώτα, όταν οι συμμορίες στηρίζονταν στη μάζα των ένοπλων δεξιών και λίγο- πολύ και των άοπλων. Τέλος, η εξόντωση του Κατσαρέα υποχρέωσε τους περισσότερους ληστές να κλειστούν μέσα στις πολιτείες.

 Για τη λύση του προβλήματος της στρατολογίας, αποφασιστικό βήμα στάθηκε το χτύπημα της Σπάρτης και η απελευθέρωση των λαϊκών αγωνιστών. Από την περίοδο αυτή τα τμήματα του ΔΣΕ στην Πελοπόννησο αντρώνονται κι αρχίζουνε να σημειώνουν μια σειρά αξιόλογες επιτυχίες, που κυριολεκτικά αναστάτωσαν τους μοναρχοφασίστες και τ’ αφεντικά τους. Πού οφείλονται αυτές οι επιτυχίες;
                                                                                     ***
Μια κύρια αιτία για αυτές τις επιτυχίες είναι η σωστή ταχτική που ακολούθησε το αντάρτικο στην Πελοπόννησο. Η ταχτική αυτή είναι καλά προσαρμοσμένη στις τοπικές συνθήκες και ιδιομορφίες και στηρίζεται στην αδιάκοπη κίνηση, τον ελιγμό και τον αιφνιδιασμό του αντίπαλου. Αντί να κολλήσουν κάπου και να τους βρίσκει όταν θέλει εκεί ο εχθρός, κινούνται και διεισδύουν αδιάκοπα στις πιο νευραλγικές εχθρικές περιοχές, υποχρεώνοντας τον εχθρό να τρέχει λαχανιασμένος από πίσω τους.

Άλλο χαρακτηριστικό της ταχτικής του αντάρτικου στην Πελοπόννησο είναι η προσεχτική εκλογή του στόχου και η συγκέντρωση πάνω σ’ αυτόν της πιο γερής και καλά οργανωμένης κρουστικής δύναμης, που μπορούνε να διαθέσουν. Γι’ αυτό και οι αποτυχίες τους, ακόμα και σε κατοικημένους τόπους, είναι ασήμαντες.

 Επίσης τρίτο χαρακτηριστικό της ταχτικής τους είναι η μαζική ενέδρα. Στον πόλεμο που κάνουμε σήμερα η ενέδρα στα χέρια μας αποτελεί ένα γερό όπλο και οι δυνατότητες που έχουμε σ’ όλες τις περιοχές της Ελλάδας είναι πολύ μεγάλες. Με την ενέδρα, όταν τη συνδυάσεις και με καλά μέτρα ασφαλείας, προξενείς στον εχθρό μεγάλη φθορά και παίρνεις λάφυρα, χωρίς να’ χεις ποτέ σοβαρές απώλειες. Παρ’ όλ’ αυτά, μέχρι σήμερα πολλές μονάδες μας υποτίμησαν πολύ αυτή τη μορφή πολέμου. Αντίθετα στην Πελοπόννησο μπαίνει στην πρώτη γραμμή. Εκεί τα τμήματά μας πολλές φορές λουφάζουν με πείσμα και υπομονή δύο και τρεις μέρες πάνω από τη δημοσιά, το υποχρεωτικό πέρασμα ή τη σιδηροδρομική γραμμή, περιμένοντας να φανεί η μοναρχοφασιστική φάλαγγα ή το τραίνο.

 Τέλος, κάτι άλλο που αξίζει ιδιαίτερα να τονιστεί είναι η πονηριά. Επανειλημμένα σχηματισμοί ανταρτών μεταμφιέστηκαν σε χωροφύλακες κι αιφνιδίασαν τους μοναρχοφασίστες μέρα μεσημέρι. Μια άλλη φορά πήραν ένα τηλέφωνο κι ενώνοντάς το με το τηλεγραφικό σύρμα στο δρόμο, πήραν σύνδεση με την Τρίπολη. Ζήτησαν αμέσως δήθεν βιαστικά τη διοίκηση της χωροφυλακής, είπαν (αυτός που τηλεφωνούσε), ότι είναι ο αρχηγός της Χ ενός γνωστού χωριού κι ότι στο χωριό τους μπήκαν αντάρτες. Σε λίγο μερικά αυτοκίνητα γεμάτα χωροφύλακες ξεκινούσαν από την Τρίπολη βιαστικά βιαστικά για ενίσχυση. Λίγο παραέξω τους είχαν στήσει καρτέρι οι αντάρτες και τους περιποιήθηκαν όλους. Αυτό το φιάσκο το’ παθαν αρκετές φορές οι μοναρχοφασίστες και κατάντησε στο τέλος να μην πιστεύουν κανένα, που τους ειδοποιούσε για μια εμφάνιση των ανταρτών, έστω κι αν αυτή ήταν σωστή.

Τέτοια παραδείγματα θα μπορούσαμε ν’ αναφέρουμε πάρα πολλά.
                                                                                      ***
 Δεύτερη βασική αιτία για τις βαθιές και γερές ρίζες που’ πιασε το αντάρτικο στην Πελοπόννησο είναι η σωστή πολιτική του και οι καλές σχέσεις του με το λαό. Δημιουργώντας όπου μπορούσαν τη λαϊκή εξουσία και συγχρόνως καίγοντας όπου μπορούσαν μέσα στις φωλιές του εχθρού τις τράπεζες, εφορίες, αγρονομεία, ειρηνοδικεία, χωροφυλακές κλπ, που τόσο τα μισεί ο κόσμος, έκαναν όλο το λαό να νιώσει το βαθύτερο λαϊκό επαναστατικό περιεχόμενο του αγώνα μας και να τον βλέπει με συμπάθεια.

Φροντίζουνε να μην επιβαρύνουν ή να μη ζημιώνουν άσκοπα το λαό. Πολλές φορές έτυχε σε αυτοκίνητα ή σε τραίνα να πιάσουν μαζί με τ’ άλλα λάφυρα και το μοναρχοφασιστικό ταχυδρομείο. Μέσα στην αλληλογραφία βρέθηκαν και επιταγές ή δολάρια, που’ στελναν έλληνες της Αμερικής σε φτωχούς συγγενείς τους. Αυτά τα ξανάκλειναν σε καινούργιο φάκελο και φροντίζανε να τα στείλουν ταχυδρομικώς στον παραλήπτη, που κατάπληχτος αλλά κι ευχαριστημένος έβλεπε να παίρνει τα λεφτά μέσω του Δημοκρατικού Στρατού.
                                                                                     ***
Μιλώντας εδώ για τα θετικά σημεία της δράσης του αντάρτικου στο Μωριά, πρέπει επίσης ιδιαίτερα να τονίσουμε τους αδιάσπαστους δεσμούς, που σφυρηλατούνται αδιάκοπα ανάμεσα στα στελέχη και στους απλούς μαχητές. Οι αντάρτες λατρεύουν τους διοικητές τους, μοιράζονται μαζί τους και τις χαρές και τις λύπες τους. Κι οι διοικητές δείχνουν μια απέραντη στοργή και φροντίδα για τους άντρες τους. Κάθε μαχητή τον θεωρούν σαν ένα πολύτιμο κεφάλαιο και ανάμεσα στ’ άλλα φροντίζουν ώστε στις επιχειρήσεις να’ χουν όσο το δυνατό λιγότερες απώλειες.
                                                                                     ***
Το αντάρτικο στην Πελοπόννησο αντιμετωπίζει κι αυτό μεγάλες δυσκολίες στα πυρομαχικά και στο επιμελητειακό. Κάθε σφαίρα για να τη ρίξουν πρέπει να είναι βέβαιοι ότι θα πάρουν από τον εχθρό τουλάχιστον μια άλλη. Ο εχθρός για να δικαιολογήσει κι εκεί τις αποτυχίες του μιλάει, όπως παντού, για έξωθεν ενίσχυση κλπ. Όμως στις διαταγές επιχειρήσεων των τμημάτων μας της Πελοποννήσου θα συναντήσετε πάντοτε προς το τέλος και τις δύο γραμμές που γράφουν: Ανεφοδιασμός σε πυρομαχικά: Από τον εχθρό. Επιμελητεία: Από τον εχθρό.
                                                                                     ***
 Η αλήθεια είναι ότι για τα τμήματά μας της Πελοπονννήσου οι δυσκολίες όσο πάνε και γίνονται μεγαλύτερες. Το γεγονός όμως ότι μέχρι σήμερα τα κατάφεραν καλά, γεννάει τη βεβαιότητα ότι και τώρα θα τα καταφέρουν έτσι ώστε ν’ αποτελούν μια εξαιρετικά υπολογίσιμη δύναμη του ΔΣΕ, που αδιάκοπα αναπτύσσεται και κοντά στ’ άλλα ξεκουρελιάζει και τα μοναρχοφασιστικά παραμύθια για έξωθεν ενίσχυση κλπ.

Από το περιοδικό «Δημοκρατικός Στρατός» Ιούνης 1948 σελ. 201-202

Τετάρτη, 16 Μαΐου 2012

Από τη Βάρκιζα στην έναρξη του Εμφυλίου

Η εσωτερική διαμάχη στην Ελλάδα συνδέθηκε με την αντιπαλότητα ΕΣΣΔ και Δυτικών στα Βαλκάνια

Του Βασίλη Κόντη*

Η Συμφωνία της Βάρκιζας έδωσε τέλος στην εμφύλια σύρραξη του Δεκεμβρίου, αλλά δεν έλυσε τα βαθύτερα πολιτικά της προβλήματα, αυτά που κατά κύριο λόγο προκαλούσαν τη σύγκρουση. Στο εξής, η εσωτερική διαμάχη στην Ελλάδα συνδέθηκε με την αντιπαλότητα μεταξύ της Σοβιετικής Ενωσης και των δυτικών δυνάμεων στα Βαλκάνια, δίνοντας έτσι μεγάλη διεθνή διάσταση στον ελληνικό πολιτικό αγώνα.

Αντάρτες του ΔΣΕ
Ο Νίκος Ζαχαριάδης, στα τέλη Μαΐου, αμέσως μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα, αναγνώρισε επίσημα πως η πολιτική γραμμή και η δράση της ηγεσίας του ΚΚΕ κατά τη διάρκεια της απουσίας του ήταν σωστή. Επιπλέον, διακήρυξε ότι η ηγεσία του ΚΚΕ ήταν προσανατολισμένη προς τη γραμμή της ομαλής δημοκρατικής εξέλιξης. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και η θεωρία των δύο πόλων, όπου ο Ζαχαριάδης προσπαθεί να δεσμεύσει τη Σοβιετική Ενωση σε μια πιο ενεργητική παρέμβαση στα ελληνικά δρώμενα.

Βέβαια, την περίοδο αυτή, η πολιτική της ηγεσίας του ΚΚΕ, και ιδιαίτερα του Ζαχαριάδη, είναι αντιφατική? κινείται σε δύο επίπεδα και διακατέχεται από το σύνδρομο της χαμένης εξουσίας. Από τη μία πλευρά προτείνει δημόσια ομαλή εσωτερική δημοκρατική εξέλιξη και από την άλλη προσπαθεί να βρίσκει προσχήματα, για να μην εγγραφούν οι οπαδοί του στους εκλογικούς καταλόγους. Είναι φανερό ότι από τον Ιούλιο κιόλας του 1945, το ΚΚΕ σκεφτόταν την αποχή. Μάλιστα, τον Αύγουστο, ύστερα από την άρνηση του αντιβασιλέα, αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού να αντικαταστήσει την κυβέρνηση Βούλγαρη, το ΚΚΕ απέσυρε από τις επιτροπές, που θα αναθεωρούσαν τους εκλογικούς καταλόγους, όλους τους αντιπροσώπους του, για «να πάψουν να μετέχουν στην κωμωδία, που στόχευε στην αλλοίωση της θέλησης και των αισθημάτων του λαού». Βέβαια, η απειλή για αποχή διατυπώθηκε ξανά και στο 7ο Συνέδριο.

Στα τέλη του 1945, η κατάσταση στην Ελλάδα είχε γίνει πολύ εκρηκτική. Ο Ζαχαριάδης με μια γενική απεργία επιχείρησε να κλονίσει την κυβέρνηση Σοφούλη και να εκβιάσει τη είσοδο του ΚΚΕ στην κυβέρνηση. Ο εκβιασμός αυτός δεν πέρασε, αλλά ο Ζαχαριάδης συνέχισε να πιστεύει ότι οι περιστάσεις ήταν ιδιαίτερα ευνοϊκές, για να προχωρήσει το ΚΚΕ σε μια νέα τακτική.

Για τον Ζαχαριάδη η Συμφωνία της Βάρκιζας ήταν απλά μια «ανάπαυλα», όπως αναφέρει ο ίδιος σε έκθεσή του προς τον Στάλιν. Το πέρασμα στον Εμφύλιο Πόλεμο, πάντως, εκφράζεται με τον όρο «αυτοάμυνα» και είχε μια σταδιακή κλιμάκωση, μέχρι να καταλήξει από την οργάνωση παλλαϊκής αντίστασης του 1945-46 στην ένοπλη εξέγερση.

Εγκριση του ένοπλου αγώνα από τον Στάλιν στην Κριμαία

Ο Ζαχαριάδης, στις 5 Φεβρουαρίου του 1946, μια εβδομάδα πριν συγκαλέσει τη 2η Ολομέλεια της Κ.Ε. του ΚΚΕ, θεώρησε απαραίτητο να ρωτήσει τη Μόσχα εάν θα έπρεπε να αρχίσει έναν ένοπλο αγώνα ή να πάρει μέρος στις εκλογές. Η απάντηση ήρθε στις 8 Φεβρουαρίου και συμβούλευε να μην ακολουθήσουν τον δρόμο που θα οδηγούσε στην ένοπλη εξέγερση, αλλά να συμμετάσχουν στις εκλογές.

Βέβαια, ο Ζαχαριάδης δεν έκανε ούτε το ένα ούτε το άλλο, αλλά ακολούθησε τον τρίτο δρόμο, όπως εξήγησε στις 6 Μαΐου 1946 στον Σοβιετικό πρέσβη στην Αθήνα, Ροντίονωφ, δηλαδή το μποϊκοτάζ των εκλογών και το σταδιακό πέρασμα στον ένοπλο αγώνα.

Η τακτική της εκλογικής αποχής ήταν κατά βάση πολιτική του Ζαχαριάδη, που πίστευε ότι στη χώρα επικρατούσαν ευνοϊκές επαναστατικές συνθήκες και ιδιαίτερα ότι η ανασύνταξη των λαϊκών δυνάμεων είχε ολοκληρωθεί. Οι εκτιμήσεις αυτές του Ζαχαριάδη επικράτησαν στη 2η Ολομέλεια, σε βάρος των απόψεων για μια ειρηνική δημοκρατική πορεία προς την εξουσία. Ετσι, η αποχή από τις εκλογές, παρά την αντίθετη συμβουλή της Σοβιετικής Ενωσης, ήταν φυσική συνέπεια των γεγονότων που επιτάχυναν την πορεία προς την ένοπλη σύγκρουση και την έκαναν αναπόφευκτη.

Παρ’ όλο που, με την απόφαση της 2ης Ολομέλειας, το ΚΚΕ προσανατολιζόταν προς την ένοπλη αναμέτρηση, η ηγεσία του δεν ήθελε να προχωρήσει σε συγκεκριμένο σχέδιο προετοιμασίας, προτού εξασφαλίσει τη συμπαράσταση κυρίως της ΕΣΣΔ και των γειτονικών κομμουνιστικών κρατών. Ο Ζαχαριάδης δεν ήθελε να επαναληφθεί το λάθος του Δεκεμβρίου του 1944, γιατί πίστευε ότι χωρίς εξωτερική βοήθεια κάθε ένοπλη αναμέτρηση θα κατέληγε σε αποτυχία. Ετσι, πηγαίνει στο εξωτερικό, για να ζητήσει στρατιωτική και οικονομική βοήθεια.

Σχετικά με το πρώτο ταξίδι του Ζαχαριάδη στο εξωτερικό με αφορμή το συνέδριο του Κ.Κ. Τσεχοσλοβακίας στα τέλη Μαρτίου 1946 πρέπει να ειπωθεί ότι ο ηγέτης του ΚΚΕ από τη Θεσσαλονίκη πέρασε στη Γιουγκοσλαβία, στις 25 Μαρτίου έφτασε στο Βελιγράδι και δύο μέρες αργότερα φθάνει στην Πράγα όπου και συναντά τον Γκόντβαλντ στον οποίο δηλώνει ότι όπως εξελίσσεται η κατάσταση στην Ελλάδα, γίνεται αναπόφευκτη η ένοπλη αναμέτρηση. Το ΚΚΕ έχει τις δυνατότητες να λύσει υπέρ αυτού μια τέτοια αναμέτρηση, υπολογίζοντας και την αναγκαία βοήθεια των φίλων του εξωτερικού. Ο Γκόντβαλντ δεν έδειξε ιδιαίτερη χαρά, αλλά συμφώνησε μ’ αυτά και είπε ότι σε τέτοια περίπτωση το ΚΚΕ μπορεί να είναι βέβαιο για τη συνδρομή της Τσεχοσλοβακίας κυρίως με βαρύ οπλισμό και οικονομική βοήθεια.

Ενθερμος ο Τίτο

Ακολούθησε συνάντηση του Ζαχαριάδη με τον Τίτο στο Βελιγράδι. Ο Ζαχαριάδης είπε το ίδιο που είπε και του Γκόντβαλντ. Ο Τίτο το δέχθηκε αυτό με μεγάλο ενθουσιασμό και είπε: «Τραβάτε και εμείς είμαστε κοντά σε σας με ό,τι χρειαστεί». Ομως, συμβούλευσε ο Τίτο, ότι «για τέτοια ζητήματα έπρεπε απαραίτητα να συζητήσετε και με τον Στάλιν προτού καταλήξετε οριστικά». Αμέσως μετά έγινε η σχετική συνεννόηση και ο Ζαχαριάδης με αεροπλάνο πήγε στην Κριμαία όπου συναντήθηκε με τον Στάλιν. Ο Ζαχαριάδης εξέθεσε την άποψη του ΚΚΕ και τα των συζητήσεών του με τον Γκόντβαλντ και τον Τίτο. Ο Στάλιν έδωσε τη συγκατάθεσή του και είπε: «Τώρα πήγαινε πάλι στον Τίτο και τακτοποιήστε μαζί του όλα τα σχετικά». Ο Ζαχαριάδης επέστρεψε στο Βελιγράδι και αυτή τη φορά είχαν αλλεπάλληλες συναντήσεις και πολύωρες συζητήσεις.

Δυστυχώς, δεν έχουμε κανένα αυθεντικό κείμενο για το τι ακριβώς ειπώθηκε και αποφασίστηκε σ’ αυτές τις συναντήσεις και κυρίως τη συνάντηση Ζαχαριάδη - Στάλιν. Το βέβαιο είναι ότι στην Κριμαία αποφασίστηκε τελικά το πέρασμα στον ένοπλο αγώνα.

Τελικός στόχος η κατάληψη της εξουσίας

Στο μεταξύ στις 31 Μαρτίου 1946, ο ελληνικός λαός πήγε στις κάλπες. Το Λαϊκό Κόμμα κέρδισε με συντριπτική πλειοψηφία τις εκλογές, ενώ το ΚΚΕ, όπως είχε αναγγείλει, δεν πήρε μέρος στις εκλογές και τις κατήγγειλε ως νόθες και παράνομες.

Την παραμονή των εκλογών τμήμα ανταρτών με επικεφαλής τον Υψηλάντη επιτέθηκε στο Λιτόχωρο. Η διαταγή είχε δοθεί από τον Ζαχαριάδη στον Μάρκο Βαφειάδη και τον Γιώργη Κικίτσα, όταν ο γενικός γραμματέας του ΚΚΕ πέρασε από τη Θεσσαλονίκη στις 21 Μαρτίου, πηγαίνοντας στην Πράγα. Για πάρα πολλά χρόνια η επίθεση αυτή σήμαινε την έναρξη του Εμφυλίου Πολέμου. Με τα στοιχεία που έχουμε σήμερα η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Σύμφωνα με τον Αλέξη Ρόσιο (Υψηλάντη), στόχος της επίθεσης ήταν «…μια ισχυρή και άγρια τρομοκρατική ομάδα που δρούσε εξοντωτικά στην περιοχή Κατερίνης - Λιτόχωρου… Η ημερομηνία της 30ής προς 31ης Μαρτίου ήταν συμπτωματική. Ψάχνουμε να εντοπίσουμε τη συμμορία τέσσερις ημέρες, στάθηκε αδύνατο. Και μόνο στις 30 του μηνός τους εντοπίσαμε. Χτυπώντας στο Λιτόχωρο αποβλέπουμε να δώσουμε ένα μάθημα σε μια παρακρατική συμμορία».

Το καλοκαίρι του 1946 το αντάρτικο κίνημα άρχισε να αναπτύσσεται σταδιακά και να συγκροτούνται τα πρώτα περιφερειακά αρχηγεία. Από το αρχειακό υλικό που υπάρχει διαθέσιμο σήμερα δεν μπορεί να θεωρηθεί πειστική η ερμηνεία που προβάλλεται ότι η ηγεσία του ΚΚΕ μετά τη 2η Ολομέλεια και έως τον Φεβρουάριο του 1947 δεν είχε στόχο την κατάληψη της εξουσίας, αλλά επιδίωκε να επιβάλει στην ελληνική κυβέρνηση και στους Βρετανούς έναν συμβιβασμό που θα εξασφάλιζε τη μετάβαση σε ένα καθεστώς «δημοκρατικής τάξης και ομαλότητας».

Ο συμβιβασμός αυτός θα επιβαλλόταν με τη μορφή ένοπλης πάλης που θα ασκούσαν τμήματα ανταρτών που δρούσαν την περίοδο αυτή στην Ελλάδα. Ο Γιάννης Ιωαννίδης, σε έκθεσή του στις 25 Αυγούστου 1946, αναφέρει ότι ο αριθμός των ανταρτών δεν ξεπερνούσε τους 4.000 άνδρες, οι οποίοι ήταν όχι μόνο πενιχρά εξοπλισμένοι, αλλά κατά ένα μεγάλο μέρος ξυπόλυτοι και κακοντυμένοι. Το ερώτημα είναι πώς αυτοί οι άνδρες σε τέτοια άσχημη κατάσταση θα εξανάγκαζαν την ελληνική κυβέρνηση και τους Βρετανούς σε συμβιβασμό. Βέβαιο είναι ότι η ηγεσία του ΚΚΕ το καλοκαίρι του 1946 δεν χρησιμοποίησε την πολεμική σύγκρουση ως μέσο για έναν συμβιβασμό, αλλά για να προχωρήσει στην κατάληψη της εξουσίας.

* Ο κ. Βασίλης Κόντης είναι ομότιμος καθηγητής Νεότερης Ιστορίας στο ΑΠΘ.

Αναδημοσίευση από http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_ell_2_11/09/2011_455708

Σάββατο, 12 Μαΐου 2012

Τα αρνητικά σημεία της επικράτησης του ΕΑΜ στην Ελληνική ύπαιθρο κατά την διάρκεια της Κατοχής σύμφωνα με τον Ιστορικό Mark Mazower


Μετά το καλοκαίρι του 1943 η αντιστασιακή οργάνωση ΕΑΜ και ο στρατιωτικός της βραχίωνας ο ΕΛΑΣ, κατάφεραν να ελέγχουν και να διοικούν μεγάλα -ορεινά κυρίως- τμήματα της Ελληνικής υπαίθρου. Η "εαμοκρατία", όπως και οποιοδήποτε άλλο καθεστώς, διήρκεσε για ένα περιορισμένο χρονικό διάστημα και αποτέλεσε, λόγω των έκτακτων συνθηκών αλλά και της ηγεμονεύουσας αριστερής ιδεολογίας, έναν εντελώς διαφορετικό και εναλλακτικό τρόπο άσκησης εξουσίας. Στο απόσπασμα που ακολουθεί, ο Ιστορικός Mark Mazower συμπυκνώνει τις αρνητικές πτυχές της εμπειρίας αυτής για τους ορεινούς πληθυσμούς που την επέστησαν.

"Το καλοκαίρι του 1943, όταν ήταν να επιταχθούν τρόφιμα και ζώα, συχνά επιλέγονταν μέλη του ΕΔΕΣ και αν αρνούνταν να αφήσουν τον ΕΔΕΣ για το ΕΑΜ, πολλές φορές έχαναν την ιδιοκτησία τους, προτού ακόμη δεχθούν πιο άμεσες απειλές. Οι αξιωματικοί παρακολουθούνταν στενά, αν δεν προσχωρούσαν στον ΕΑΜ. Ο Ευάγγελος Μπέλτζιος, ένας 24χρονος πιλότος που είχε απολυθεί από το στρατόπεδο συγκέντρωσης της Λάρισας το 1943, θεωρήθηκε αντιδραστικός από τον τοπικό αντιπρόσωπο του ΕΑΜ όταν επέστρεψε στο χωριό του και τέθηκε υπό επιτήρηση, απλά και μόνο γιατί είχε ακολουθήσει τον Βασιλιά Γεώργιο Β΄ στην Κρήτη το 1941. Στις αρχές Σεπτεμβρίου μετά από μήνες εκφοβισμών, άκουσε ότι συγκροτούνταν μια ομάδα του ΕΔΕΣ στην Καρδίτσα και προσχώρησε σε αυτήν αμέσως. Έτσι ήδη προτού ξεσπάσει η σύρραξη ανάμεσα στον ΕΔΕΣ και στον ΕΛΑΣ, η πολιτική που είχε το ΕΑΜ να εξαλείφει κάθε εναλλακτική πολιτική οντότητα συνέβαλλε στο να ενταθεί η ατμόσφαιρα στα χωριά που ήλεγχε.

Οι περισσότεροι υποστηρικτές του ΕΔΕΣ γνώριζαν τι κίνδυνο διέτρεχαν αν έπεφταν σε λάθος χέρια. Η φραστική υποστήριξη στους Βρετανούς ήταν αρκετή για να επισύρει την προειδοποίηση ότι πιο ενεργός ανάμιξη μπορούσε να οδηγήσει στο θάνατο σε περιοχές όπου η εξουσία του ΕΑΜ ήταν ιδιαίτερα σκληρή όπως στην περιοχή των Δελφών όπου κυριαρχούσε ο Άρης Βελουχιώτης, η σε ορισμένες περιφέρειες της Πελοποννήσου. Ένας Βρετανός αξιωματικός σύνδεσμος ανέφερε ότι ένας βοσκός που είχε αγοράσει λίγο σιτάρι γι΄αυτόν, είχε κατηγορηθεί ότι βοηθούσε τους Εγγλέζους και είχε ξυλοκοπηθεί μέχρι θανάτου.

Η Πολιτοφυλακή απένειμε σκληρή δικαιοσύνη, πολλές φορές με τρόπο ιδιαίτερα ωμό. Οι ξένοι κινδύνευαν να φυλακιστούν αν υπήρχαν οι παραμικροί λόγοι υποψίας, ιδίως αν ήταν κάτοικοι της πόλης. Οι πολιτικοί αντίπαλοι μπορούσαν να περιμένουν ένα άσχημο τέλος. Οι έξι δοσίλογοι που δικάστηκαν σε Λαϊκό Δικαστήριο σε χωριό της Θεσσαλίας πήραν απαλλαγή υπό όρους και στάλθηκαν σπίτια τους. Όμως οι κάτοικοι του χωριού έστησαν ενέδρα και τους σκότωσαν, επεισόδιο που ήταν σαφώς προσχεδιασμένο. Επρόκειτο για μια τυπική περίπτωση, όπου ο "ιδεολογικός ενθουσιασμός" είχε υποδαυλιστεί για φονικούς σκοπούς. "Αυτοί εδώ έχουν δικό τους καπετανάτο, δικούς τους νόμους" έγραφε ένας σαστισμένος και φοβισμένος νεαρός Αθηναίος που ήταν και αυτός κρατούμενος του ΕΑΜ. "Είναι δικτατορία...απόλυτη δικτατορία της υπαίθρου..."

Στο Βάλτο, ο επιλεγόμενος "Ροβεσπιέρος", ο κομμουνιστής αρχηγός της Πολιτοφυλακής, τρομοκρατούσε τους ντόπιους χωρικούς. Οι συχνές συλλήψεις από τον ΕΛΑΣ και την Πολιτοφυλακή είχαν ρίξει ένα μεγάλο τμήμα του πληθυσμού της Λιβαδειάς σε συνεχές άγχος σχετικά με τους απώτερους στόχους του ΕΑΜ. Σύμφωνα με το Λοχαγό ενός αποσπάσματος της Πολιτοφυλακής, η ισχνή μειοψηφία των "εγκληματιών πολέμου" μπορούσαν να αναγνωριστούν από την αγγλόφιλη στάση τους και από το γεγονός ότι ήταν αμόρφωτοι. Αν τα θύματα του αργούσαν πολύ να το μάθουν, δεν συνέβαινε το ίδιο με τον πληθυσμό, κι έτσι στα μέσα του 1944, οι χωρικοί φοβόνταν πολύ το ΕΑΜ για να κάνουν κάτι εναντίον του.

Η ένταση της καταστολής κυμαινόταν στην χώρα. Οι περιοχές που υπέφεραν περισσότερο ήταν εκείνες όπου υπήρχε η είχε υπάρξει μια πραγματική απειλή για το μονοπώλιο εξουσίας του ΕΑΜ. Όταν ο Ζέρβας αποφάσισε τον Ιούλιο του 1943 να κάνει στρατολόγηση στην δυτική Θεσσαλία, πυροδότησε ένα κύμα συλλήψεων, κατηγοριών και δολοφονιών των υποστηρικτών του από μέρους του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ. Η παρουσία του συνταγματάρχη Ψαρού με την ομάδα του, την ΕΚΚΑ, στην Ρούμελη, έκανε την εξουσία του ΕΑΜ νότια από το Καρπενήσι ιδιαίτερα βάναυση. Το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ είχε αργήσει να αποκτήσει τον έλεγχο της Πελοποννήσου και η έντονα βασιλόφρονη στάση της κοινής γνώμης σε πολλές περιοχές της, ανάγκασε το ΕΑΜ να αγωνιστεί σκληρά ώστε να ετοιμάσει τους χωρικούς για την Λαοκρατία..."

Πηγή

Mark Mazower, Στην Ελλάδα του Χίτλερ: η εμπειρία της Κατοχής, εκδόσεις Αλεξάνδρεια

Αναδημοσίευση από http://www.istorikathemata.com/2012/05/mark-mazower.html

Τετάρτη, 9 Μαΐου 2012

ΑΝΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ. Μακεδονία, Εμφύλιος, Κύπρος


Bασίλης Γούναρης, Στάθης Ν. Καλύβας, Ιωάννης Δ. Στεφανίδης (Επιμέλεια)
ΑΝΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ. Μακεδονία, Εμφύλιος, Κύπρος
Εκδόσεις Πατάκη, 2010, σελ. :472

 Για τους τρεις ανορθόδοξους πολέμους που αποτελούν συστατικό στοιχείο της ελληνικής ιστορίας στον 20ό αιώνα, α) του ακήρυχτου και ανορθόδοξου πολέμου μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων στη Μακεδονία, δηλαδή τον Μακεδονικό Αγώνα, β)την αντίσταση και τις εμφύλιες συγκρούσεις κατά την δεκαετία του 1940, και γ) τον απελευθερωτικό αγώνα των Κυπρίων την δεκαετία του 1950, έχουν γραφεί πολλά, ίσως περισσότερα για τη διεθνή τους διάσταση ή την υψηλή πολιτική τους, παρά για την εσωτερική τους δυναμική, την κοινωνιολογική διάσταση ή τη στρατιωτική τους λογική. Ενώ όμως έχουν γραφεί πολλά για τις αναμετρήσεις αυτού του είδους, η εσωτερική δυναμική τους, η κοινωνιολογική διάστασή τους και η στρατιωτική λογική τους δεν έχουν μελετηθεί επαρκώς ούτε έχουν αναλυθεί συγκριτικά.

    Αυτό ακριβώς επιχειρεί ο υπό την επιμέλεια των Bασίλη Γούναρη, Στάθη Ν. Καλύβα, Ιωάννη Δ. Στεφανίδη συλλογικός τόμος. Τα άρθρα που συγκεντρώθηκαν θέτουν πολλά σύνθετα ερωτήματα. Απομονώνοντας κανείς τις έξι θεματικές που προέκυψαν από την άμεση ή έμμεση σύγκριση των τριών ανορθόδοξων πολέμων. Αυτές αφορούν την επιλογή του ανορθόδοξου πολέμου και την ερμηνεία της συχνότητάς του, την εμφύλια διάσταση που τον συνοδεύει, την δυναμική της βίας που αναπτύσσεται στο πλαίσιό του, τις συλλογικές ταυτότητες που τον τροφοδοτούν αλλά και προκύπτουν από αυτόν, τις συνέπειες και τις επιπτώσεις του και το συμβολικό κεφάλαιο που παράγει.

    Η πρώτη θεματική αφορά την επιλογή του ανορθόδοξου πολέμου και σχετίζεται με την ερμηνεία της σχετικής συχνότητάς του στην πρόσφατη ελληνική ιστορία. Οι τρεις ανορθόδοξοι πόλεμοι αποτέλεσαν την έκφραση μιας έντονης πολιτικής και στρατιωτικής αδυναμίας. Όταν ξεκινάει η ένοπλη δράση στη Μακεδονία, ο ελληνισμός βρίσκεται σε υποχώρηση στην περιοχή αυτή. Το 1942 όταν ξεκινάει με δειλά στην αρχή βήματα η ένοπλη αντίσταση, η Ελλάδα είναι γονατισμένη από την ήττα και την πείνα, ενώ το κομμουνιστικό αντάρτικο του 1946 συμβαδίζει με την πολιτική περιθωριοποίηση του ΚΚΕ.

    Η δεύτερη θεματική αφορά την εμφύλια διάσταση των ανορθόδοξων πολέμων. Παρότι οι τρεις ανορθόδοξοι πόλεμοι κηρύσσονται στο όνομα μιας θεωρητικά ομοιογενούς και συμπαγούς οντότητας, είτε πρόκειται για το έθνος, είτε για τον λαό, τελικά καταλήγουν σε βίαιη διαίρεση στο εσωτερικό αυτών των οντοτήτων. Ο ανορθόδοξος πόλεμος στη Μακεδονία υπήρξε μια οξεία ενδοχριστιανική σύρραξη που διέσπασε ολόκληρες περιοχές, χωριά αλλά ακόμη και οικογένειες. Οι ανορθόδοξοι πόλεμοι κατά την δεκαετία του 1940, υπήρξαν αναμφισβήτητα και εμφύλιοι πόλεμοι, είτε μιλάμε για την κατοχή είτε για την μετακατοχική περίοδο. Όσον αφορά την Κύπρο ο ανορθόδοξος πόλεμος εξελίχθηκε και αυτός σε βίαιη σύγκρουση χριστιανών και μουσουλμάνων Κυπρίων, όσο και σε σύγκρουση μεταξύ Ελληνοκυπρίων.

Η εμφύλια διάσταση φέρνει στην επιφάνεια την δυναμική της βίας, η οποία είναι και η τρίτη θεματική. Δεν είναι τυχαίο ότι και στις τρεις περιπτώσεις ανορθόδοξου πολέμου που εξετάζονται υπήρξαν κατηγορίες περί τρομοκρατίας, ενώ η αναζήτηση και εξόντωση προδοτών αποτέλεσε μεγίστη προτεραιότητα. Ο ανορθόδοξος πόλεμος από τη φύση του βασίζεται στη στενή σχέση ανάμεσα στον αντάρτικο στρατό και τον άμαχο πληθυσμό, πράγμα που συχνά εξωθεί τους συμβατικούς στρατούς στην ακραία βία των μαζικών αντιποίνων.

Η τέταρτη θεματική σχετίζεται με τη διάδραση ανάμεσα στον ανορθόδοξο πόλεμο και τις συλλογικές ταυτότητες που τον υπηρετούν. Και στις τρεις των περιπτώσεων, οι πόλεμοι αυτοί γίνονται αντιληπτοί εκ των υστέρων ως αυτονόητα εγγραφόμενοι στο πλαίσιο της μακραίωνης ιστορικής συνέχειας του έθνους. Η μετασχηματιστική λειτουργία της βίας, είναι ιδιαίτερα εμφανής στην περίπτωση της Μακεδονίας, όπου ακόμη και οι στρατιωτικοί ηγέτες υπαινίσσονται τη ρευστότητα της εθνοτικής ταυτότητας σε ό,τι αφορά το χριστιανικό στοιχείο της μακεδονικής υπαίθρου, ενώ οι μετακινήσεις στα αντιμαχόμενα στρατόπεδα δεν ήταν καθόλου σπάνιες. Η μελέτη της διάδρασης ανορθόδοξων πολέμων και συλλογικών ταυτοτήτων αποτελεί ένα από τα πιο ενδιαφέροντα πεδία θεωρητικού προβληματισμού και εμπειρικής έρευνας στη συγκριτική πολιτική κοινωνιολογία.

Η εκτίμηση των συνεπειών και επιπτώσεων των ανορθόδοξων πολέμων είναι ο θεματικός άξονας της πέμπτης θεματικής. Ενώ είναι εμφανές πως το ανθρώπινο κόστος των ανορθόδοξων πολέμων υπήρξε αξιοσημείωτο, το πολιτικό τους κόστος δεν έχει εκτιμηθεί συστηματικά. Ένα αρχικό συμπέρασμα που προκύπτει από την ανάλυση των τριών πολέμων είναι η αναντιστοιχία στόχων και αποτελεσμάτων.

Οι τρεις ανορθόδοξοι πόλεμοι παρήγαγαν συμβολικούς καρπούς μεγάλης εμβέλειας που χρησιμοποιήθηκαν αργότερα στην διατύπωση επίσημων εκδοχών τους με στόχο τη διαμόρφωση της συλλογικής μνήμης και ακολούθως της συλλογικής πολιτικής συμπεριφοράς, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει πως λειτούργησαν πάντα θετικά για τους εκάστοτε νικητές. Κανένας, από τους τρεις αυτούς πολέμους δεν ανήκει ακόμη αποκλειστικά στον χώρο της ιστορίας. Και οι τρεις διαπλέκονται είτε με την πολιτική σφαίρα είτε με την δημόσια ιστορία και την δημόσια μνήμη. Το περιεχόμενο της έκτης ενότητας ασχολείται με το συμβολικό κεφάλαιο που παρήγαγαν.
Στον τόμο συμμετέχουν με κείμενά τους οι: Ευάνθης Χατζηβασιλείου, Ιωάννης Δ. Στεφανίδης, Keith A. Darden, Βασίλης Κ. Γούναρης, Άγγελος Χοντζίδης, Ιάκωβος Δ. Μιχαηλίδης, Περσεφόνη Καραμπάτη, Vemund Aarbakke, Κωνσταντίνος Κατσάνος, Βλάσης Βλασίδης, Ιωάννης Μάνος, Στράτος Δορδανάς, Στάθης Καλύβας, Γιάννης Ο. Ιατρίδης, Τασούλα Βερβενιώτη, Νίκος Μαραντζίδης Κωνσταντίνα Ε. Μπότσιου, Βασιλική Π. Καραγιάννη, Πέτρος Παπαπολυβίου, Daniel Branch, Diana Markides, Σωτήρης Ριζάς, Γιώργος Καζαμίας.

Η συγκριτική προσέγγιση που προσφέρεται μέσα από τις σελίδες του συλλογικού έργου αναδεικνύει μια σειρά νέων θεματικών και ερωτημάτων. Στον βαθμό που η ίδια φύση του ανορθόδοξου πολέμου επιτάσσει τη στενή σχέση ανάμεσα στον αντάρτικο στρατό και τον άμαχο πληθυσμό, η μελέτη της δυναμικής της βίας αποτελεί μια ιδιαίτερη προσέγγιση. Το πολιτικό κόστος των ανορθόδοξων πολέμων και η διαμόρφωση των ταυτοτήτων μέσα στον στρόβιλο που τέτοιοι αγώνες προκαλούν είναι μεταξύ των ζητουμένων που ερευνώνται στις έξι ενότητες. Και οι τρεις πόλεμοι διαπλέκονται άμεσα με τη δημόσια ιστορία και τη δημόσια μνήμη. Αυτό είχε σαν συνέπεια να επικρατήσει ένας απλουστευτικός, εξωραϊστικός λόγος και οι «ενοχλητικές» πτυχές του παρελθόντος να τεθούν στο περιθώριο. Ο εξόχου επιστημονικού ενδιαφέροντος τόμος συμβάλει σημαντικά στην πληρέστερη κατανόηση του ιστορικού παρελθόντος, και επομένως στην ιστορική αυτογνωσία.

Αναδημοσίευση από http://www.istoria.gr/index.php?mod=articles&action=disArcArt&issue=97&id=1215


Μακεδονικός Αγώνας, ΕΟΚΑ, Εμφύλιος

Ενας συλλογικός τόμος με μελέτες για τρεις ανορθόδοξους πολέμους του Eλληνισμού

Του Γιωργου Aντωνιου*

Ι. Στεφανίδης, Β. Γούναρης, Σ. Καλύβας (επιμ.), «Ανορθόδοξοι πόλεμοι: Μακεδονία, Εμφύλιος, Κύπρος», Εκδ. Πατάκης, 2010

ΙΣΤΟΡΙΑ. Παρά τη διεύρυνση της ιστορικής επιστήμης, που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα, με μελέτες και έρευνες οι οποίες ακόμη και κατά το πρόσφατο παρελθόν θα θεωρούνταν ότι εισήγαγαν καινά δαιμόνια, ορισμένα κενά και (ψευτο) διλήμματα εξακολουθούν να παραμένουν εντυπωσιακά: η μόνιμη και βασική διχοτόμηση και αντιπαλότητα μεταξύ γεγονοτολογικής ιστορίας και αναλυτικής-θεωρητικής προσέγγισης η διακήρυξη, μέχρι καταχρήσεως, της διεπιστημονικότητας, η σπάνια, ωστόσο, εφαρμογή της στην πράξη, η παντελής απουσία συγκριτικών μελετών΄ η εθνοκεντρική ματιά και η έλλειψη επικοινωνίας με τη διεθνή βιβλιογραφία. Ο συλλογικός τόμος «Ανορθόδοξοι Πόλεμοι» αποτελεί μία ανορθόδοξη περίπτωση καθώς συνιστά μια ελπιδοφόρα εξαίρεση στις παραπάνω παρατηρήσεις.

Ο τόμος εξετάζει τρεις περιπτώσεις «ανταρτοπόλεμων» του ελληνισμού: τον Μακεδονικό Αγώνα, τον αγώνα της ΕΟΚΑ στην Κύπρο και τον Εμφύλιο. Το ενδιαφέρον είναι ότι οι επιμέρους περιπτώσεις χρησιμοποιούνται αποκλειστικά ως αφορμή, ενώ απώτερος στόχος είναι η σύγκριση και τα σχετικά με τη φύση των ανορθόδοξων πολέμων πορίσματα. Ο τόμος αποτελεί ένα υβρίδιο μεταξύ πολιτικής επιστήμης και ιστορίας (και δευτερευόντως διεθνών σχέσεων και ανθρωπολογίας) σε σπάνια μεταξύ τους ισορροπία.

Η δεύτερη αρετή του τόμου πηγάζει από την ιδιαίτερα επιμελημένη δομή του. Η εισαγωγή και το δεύτερο μέρος («συγκριτικές προσεγγίσεις») δίνουν τη δυνατότητα να τεθεί μία πλούσια θεωρητική και εννοιολογική βάση για τις επόμενες θεματικές ενότητες, που πραγματεύονται τους τρεις ανορθόδοξους πολέμους. Στις δύο από αυτές (Μακεδονικός Αγώνας, Εμφύλιος) τα εισαγωγικά κείμενα των Βασίλη Γούναρη και Στάθη Καλύβα (δυστυχώς εκλείπει το ανάλογο για την περίπτωση της Κύπρου) συντελούν ουσιαστικά στη σύλληψη και εμβάθυνση της λογικής του τόμου, του οποίου οι επιμέρους μελέτες, παρά την πολυποίκιλη θεματική τους, δεν παρεκκλίνουν στο ελάχιστο από το αυστηρά καθορισμένο πλαίσιο του σκεπτικού της έκδοσης, την παράμετρο της συγκριτικής προσέγγισης. Ετσι αναδεικνύονται θεματικές που διατρέχουν δυναμικά και τις τρεις εξεταζόμενες περιπτώσεις, όπως η εμφύλια διάσταση της σύγκρουσης, οι στρατηγικές μέσων και στόχων που υιοθετήθηκαν, η αυτόνομη λογική της βίας, οι κοινωνικές και πολιτικές συνέπειες, το συμβολικό κεφάλαιο κάθε πολέμου και η χρήση του στο μέλλον.

Θα μπορούσαν να εκφραστούν κάποιες ενστάσεις ως προς την επιλογή των συγκεκριμένων θεματικών ενοτήτων. Γιατί, για παράδειγμα, δεν επιλέχθηκε το 1821, ως ακόμη ένα πρότυπο ανορθόδοξου πολέμου; Η στρατηγική της βίας που υιοθετείται εναντίον ανταγωνιστικών ομάδων παρουσιάζει σημαντικές αναλογίες, όπως συμπεραίνεται από τη σύγκριση της στρατηγικής του ΕΑΜ εναντίον των αντιπάλων του με τη στρατηγική της ΕΟΚΑ έναντι των εχθρών της. Η ίδια τακτική διαπιστώνεται, εξάλλου, και στη δράση των καπετάνιων του Μακεδονικού Αγώνα. Αρκούν, ωστόσο, οι εντυπωσιακές ομοιότητες ώστε να παραμεριστούν οι εξίσου σημαντικές διαφορές; Για παράδειγμα, τόσο στον κυπριακό όσο και στον μακεδονικό αγώνα το κράτος συμπαρίστατο στους αντάρτες με την ανοχή, ενθάρρυνση και στήριξη, έμμεση ή άμεση των σκοπών του αγώνα. Αντίθετα, στον εμφύλιο είτε βρέθηκε ευθέως απέναντι στους ατάκτους είτε είχε ανοιχτά αντίπαλη και ανταγωνιστική σχέση μαζί τους. Επιπρόσθετο στοιχείο διαφοροποίησης αποτελεί και ο διεθνής παράγοντας. Ο ελληνικός εμφύλιος είναι μια σύγκρουση, η πρώτη, του ψυχρού πολέμου, ενώ, αντίθετα, το Κυπριακό εντάσσεται σ’ ένα εντελώς ιδιόμορφο από αρκετές απόψεις πλαίσιο, στο οποίο η κουλτούρα της αποαποικιοποίησης έρχεται να συναντήσει έναν παραδοσιακό εθνικισμό. Παρά τις δευτερεύουσες ενστάσεις, ο σπάνιος αυτός τόμος γίνεται φορέας των διεθνών τάσεων της ιστοριογραφικής παραγωγής στον τομέα της συγκριτικής ιστορίας. Πρόκειται για μια από τις ευτυχείς περιπτώσεις, στις οποίες ο όρος συλλογικός τόμος αποκτά ουσιαστικό περιεχόμενο.

Η αυστηρή επιστημονικότητα που διατρέχει συνολικά τον τόμο αποτελεί ταυτόχρονα και ένα εργαλείο εθνικής αυτογνωσίας, καθώς οι ανορθόδοξοι πόλεμοι σπάνια διεξήχθησαν με ορθόδοξους και αγνούς τρόπους. Η διάθεση υπέρβασης των εθνικών μύθων και αποκάλυψης των πολύπλοκων διεργασιών, που, πολλές φορές, κρύβονται πίσω από τις πράξεις των ατόμων και των συλλογικών υποκειμένων, συνιστά τον κοινό παρονομαστή των επιμέρους κεφαλαίων.

*O κ. Γ. Αντωνίου διδάσκει ευρωπαϊκή ιστορία στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης.

Αναδημοσίευση από http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_civ_1_25/01/2011_429975

Δευτέρα, 7 Μαΐου 2012

Η ρήξη Τίτο - Στάλιν


Οφειλόταν στην προσπάθεια ηγεμονισμού του Γιουγκοσλάβου ηγέτη στα Βαλκάνια και επηρέασε τον ελληνικό Εμφύλιο 64 χρόνια πριν

Του Σπυριδωνα Σφετα*

Πρέσπες. Ο ανώτατος διοικητής της αμερικανικής στρατιωτικής
αποστολής στην Ελλάδα, στρατηγός Τζέιμς Βαν Φλίτ (αριστερά)
παρατηρεί επιγραφή του ΝΟΦ σε χωριό της περιοχής, η οποία
λέει: «Ζήτω ο Μάρκος και ο Δημοκρατικός Στρατός»
Η εξασφάλιση της γιουγκοσλαβικής βοήθειας ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για τον Ζαχαριάδη προκειμένου να αρχίσει τον ένοπλο αγώνα το 1946, με σταδιακή κλιμάκωση, φθάνοντας και στην ολομέτωπη σύγκρουση. Μέσω Γιουγκοσλαβίας (Πάντσεβο - Μοναστήρι) διερχόταν ο κύριος όγκος της βοήθειας της Σοβιετικής Ενωσης και άλλων ανατολικών χωρών. Τραυματίες του Δημοκρατικού Στρατού περιθάλπονταν σε νοσοκομεία της Γιουγκοσλαβίας, στο Βελιγράδι είχε εγκατασταθεί το Δεύτερο Κλιμάκιο του ΚΚΕ, από γιουγκοσλαβικό έδαφος εξέπεμπε ο ραδιοφωνικός σταθμός των ανταρτών, ενώ οι μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού μπορούσαν να καταφεύγουν σε γιουγκοσλαβικό έδαφος, εφόσον τα σύνορα ήταν ανοιχτά.

Η ρήξη Τίτο - Στάλιν το 1948 επέδρασε στις σχέσεις ΚΚΕ - Κ.Κ. Γιουγκοσλαβίας, γεγονός που μοιραία είχε αντίκτυπο και στην παρεχόμενη γιουγκοσλαβική βοήθεια.

Οι τέσσερις αιτίες της σύγκρουσης

Η βασική αιτία της ρήξης του Τίτο με τον Στάλιν ήταν η πολιτική ηγεμονισμού του ηγέτη της Γιουγκοσλαβίας στα Βαλκάνια. Ενισχυμένος από την ουσιαστική συμβολή του στην αντιφασιστική νίκη, από την άνοδο στην εξουσία κυρίως με τις δυνάμεις των παρτιζάνων του, από τη διεθνή του καταξίωση, αλλά και από τη γεωπολιτική θέση της Γιουγκοσλαβίας, ο Τίτο προσπάθησε να επιβάλει έναν γιουγκοσλαβικό ηγεμονισμό, να εξελιχθεί σε έναν μικρό Στάλιν στα Βαλκάνια.

Η πολιτική του Τίτο

Συγκεκριμένα, η πολιτική του απέβλεπε:

1) Στην ίδρυση μιας νοτιοσλαβικής ομοσπονδίας Γιουγκοσλαβίας - Βουλγαρίας, με ένταξη του βουλγαρικού τμήματος της Μακεδονίας στη «Λαϊκή Δημοκρατία της Μακεδονίας».

2) Στην απορρόφηση της Αλβανίας και στην ένταξή της στη νοτιοσλαβική ομοσπονδία. Αν αυτό πραγματοποιούνταν, το Βελιγράδι θα εκχωρούσε το Κόσοβο στην Αλβανία.

3) Στην καλύτερη διαπραγμάτευση του ζητήματος των γιουγκοσλαβικών εδαφικών διεκδικήσεων επί της ελληνικής Μακεδονίας, σε περίπτωση νίκης του Δημοκρατικού Στρατού στην Ελλάδα. Ηδη μέσα στους κόλπους του ΝΟΦ (Narodno Osloboditelen Front - Λαϊκό Απελευθερωτικό Μέτωπο) υπήρχε μια ισχυρή φιλογιουγκοσλαβική ομάδα (Ηλίας Δημάκης, Μιχάλης Κεραμιτζής, Βαγγέλης Αγιάνης) που προπαγάνδιζε τη γιουγκοσλαβική λύση του Μακεδονικού (δικαίωμα αυτοδιάθεσης, συνένωση του «μακεδονικού λαού» εντός της Γιουγκοσλαβίας) σε αντίθεση με την επίσημη θέση του ΚΚΕ (ισοτιμία του «μακεδονικού λαού» σε μια λαοκρατούμενη Ελλάδα).

4) Οι διεκδικήσεις της Γιουγκοσλαβίας επί της Τεργέστης επηρέαζαν αρνητικά τις σχέσεις της Γιουγκοσλαβίας με τους Αμερικανούς και τους Αγγλους και προκαλούσαν δυσκολίες στην πολιτική του ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος που υπό την ηγεσία του νομοταγούς Τολιάτι ήταν σημαντικός παράγοντας στον ιταλικό πολιτικό βίο.

Ο Στάλιν αντέδρασε όταν η Βουλγαρία και η Γιουγκοσλαβία μονόγραψαν στο Μπλεντ (Αύγουστος 1947) ένα σύμφωνο φιλίας και αμοιβαίας βοήθειας, χωρίς να ενημερωθεί ο ίδιος και πριν τεθεί σε ισχύ η Συνθήκη Ειρήνης με τη Βουλγαρία. Ιδιαίτερα επικριτικός στάθηκε ο Στάλιν έναντι της γιουγκοσλαβικής ηγεσίας σχετικά με την αποστολή μιας γιουγκοσλαβικής μεραρχίας στην Αλβανία στα τέλη του 1947, όταν εκκρεμούσε η υπόθεση του επεισοδίου της Κέρκυρας και ήταν γνωστή η αμερικανοβρετανική πολιτική έναντι της Αλβανίας (μη αναγνώριση του καθεστώτος του Χότζα από την Αμερική και την Αγγλία, κίνδυνος κατάληψης της Αλβανίας, που δεν είχε ακόμα διεθνή υπόσταση, από Αγγλους και Αμερικανούς). Μετά την υπογραφή του βουλγαρογιουγκοσλαβικού συμφώνου φιλίας και αμοιβαίας βοήθειας (Νοέμβριος 1948) επακολούθησε η υπογραφή παρόμοιων συμφώνων της Βουλγαρίας και Γιουγκοσλαβίας με άλλες ανατολικές χώρες. Οι ανεύθυνες δηλώσεις του Δημητρώφ στη Ρουμανία, τον Ιανουάριο του 1948, για μια ομοσπονδία ή συνομοσπονδία των ανατολικών χωρών, στην οποία θα μπορούσε να ενταχθεί και η «Λαϊκή Δημοκρατία της Ελλάδας», προκάλεσαν επίσης την οργή του Στάλιν.

«Το ζήτημα της ομοσπονδίας ή της συνομοσπονδίας μάς φαίνεται πρόωρο. Δεν ήταν στην ημερήσια διάταξη και δεν υπήρξε θέμα συζήτησης στις συνδιασκέψεις μας. Οταν το ζήτημα ωριμάσει -πράγμα που αναμφισβήτητα μια μέρα θα συμβεί- θα το λύσουν οι λαοί μας και συγκεκριμένα τα έθνη των Λαϊκών Δημοκρατιών -της Ρουμανίας, της Βουλγαρίας, της Γιουγκοσλαβίας, της Αλβανίας, της Τσεχοσλοβακίας, της Πολωνίας, της Ουγγαρίας και της Ελλάδας- σημειώστε επίσης της Ελλάδας...», ήταν η απάντηση του Δημητρώφ σε ερώτηση δημοσιογράφου για φήμες σχετικά με τη συγκρότηση μιας ομοσπονδίας στην ανατολική και νοτιοανατολική Ευρώπη.

Ο Στάλιν δεν μπορούσε να ανεχθεί μείωση της σοβιετικής επιρροής στην ανατολική και νοτιοανατολική Ευρώπη. Η αναφορά του Δημητρώφ στην Ελλάδα και η υπερβολική εμπλοκή της Γιουγκοσλαβίας στον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο θα μπορούσαν να ερμηνευτούν από τους Αμερικανούς ότι είχαν τη συγκατάθεση της Σοβιετικής Ενωσης και να επηρεάσουν τις αμερικανοσοβιετικές σχέσεις. Αλλά από την άλλη πλευρά και ο Στάλιν προσπαθούσε να ελέγξει τη Γιουγκοσλαβία είτε επιλέγοντας το Βελιγράδι ως έδρα της Κομινφόρμ είτε ιδρύοντας κοινές μετοχικές σοβιετογιουγκοσλαβικές εταιρείες.

Μείωση της γιουγκοσλαβικής βοήθειας προς τον ΔΣΕ

Η Γιουγκοσλαβία αποπέμφθηκε από την Κομινφόρμ στις 28 Ιουνίου 1948 λόγω «οπορτουνιστικής και αντισοβιετικής πολιτικής» και το σοβιετικό σχέδιο προέβλεπε ανατροπή της κλίκας του Τίτο με εσωτερικό πραξικόπημα. Το ΚΚΕ ευθυγραμμίστηκε με την πολιτική της Κομινφόρμ, χωρίς όμως να στραφεί δημόσια έντονα κατά της Γιουγκοσλαβίας. Ωστόσο, η γιουγκοσλαβική βοήθεια άρχισε να μειώνεται αισθητά, χωρίς να εκλείψει εντελώς. Τα σύνορα παρέμειναν ανοιχτά και οι τραυματίες του Δημοκρατικού Στρατού μεταφέρονταν ακόμα για περίθαλψη στη Γιουγκοσλαβία. Ο κύριος όγκος της στρατιωτικής βοήθειας προερχόταν πλέον από τη Σοβιετική Ενωση μέσω Βουλγαρίας και εντός της Κομινφόρμ είχε συγκροτηθεί ειδική επιτροπή για τον συντονισμό της βοήθειας προς τον Δημοκρατικό Στρατό. Το ΚΚΕ απέφευγε να έχει σχέσεις με υψηλόβαθμα στελέχη του Κ.Κ. Γιουγκοσλαβίας και οι επαφές κατώτερων στελεχών μεταξύ των δύο κομμάτων περιορίζονταν σε τεχνικά ζητήματα. Μια ψύχρανση στις σχέσεις των δύο κομμάτων ήταν αισθητή. Η ελληνική κυβέρνηση εκμεταλλεύτηκε τη ρήξη Τίτο - Στάλιν, αρχίζοντας ψυχολογικό πόλεμο κατά του Δημοκρατικού Στρατού την περίοδο ακριβώς που μαίνονταν οι συγκρούσεις στον Γράμμο. Το μεγαλύτερο, ωστόσο, πρόβλημα για το ΚΚΕ ήταν η φανερή πλέον διάσπαση εντός του ΝΟΦ. Οι Ηλίας Δημάκης, Μιχάλης Κεραμιτζής και Βαγγέλης Αγιάνης εγκαταστάθηκαν στα Σκόπια. Από εκεί άρχισαν να οργανώνουν λιποταξίες Σλαβομακεδόνων από τον Δημοκρατικό Στρατό προς τη Γιουγκοσλαβία, καλλιεργώντας ένα πνεύμα ηττοπάθειας και τονίζοντας ότι το ΚΚΕ πρόδωσε τον αγώνα του «μακεδονικού λαού» που πολεμά άσκοπα.

Αδιέξοδο

«Από το 1948 δημιουργούν μυστικές οργανώσεις και γιάφκες και σαμποτάρουν τον ΔΣΕ. Σπέρνουν την ηττοπάθεια, λέγοντας ότι χάσαμε τον αγώνα, οι μοναρχοφασίστες είναι πιο δυνατοί και θα καταλάβουν το Βίτσι. Τζάμπα σκοτώθηκαν τα παιδιά μας και πρέπει να φύγουμε στη Γιουγκοσλαβία. Σε όλες αυτές τις προσπάθειες κεντρική τους επιδίωξη ήταν η διάσπαση της ενότητας του σλαβομακεδονικού και του ελληνικού λαού, το αδυνάτισμα του κινήματος. Για την επιτυχία τους εκμεταλλεύονταν τον πατριωτισμό του σλαβομακεδονικού λαού και όλες τις αδυναμίες του κινήματος», έγραφε την 1η Οκτωβρίου 1952 προς την Κ.Ε. του ΚΚΕ ο Σταύρος Κωστόπουλος, νέος πρόεδρος του ΝΟΦ από τον Αύγουστο του 1948.

Αν ληφθεί υπόψη η αδυναμία του Δημοκρατικού Στρατού να υλοποιήσει το Σχέδιο Λίμνες για αύξηση της δύναμης των ανταρτών στις 60.000, αλλά και η ανοιχτή ρήξη Ζαχαριάδη - Βαφειάδη το φθινόπωρο του 1948, είναι κατανοητό το αδιέξοδο στο οποίο είχε περιέλθει το ΚΚΕ. Για να εξασφαλίσει περισσότερη βοήθεια από τις ανατολικές χώρες, ο Ζαχαριάδης επέδειξε υπερβάλλοντα αντιγιουγκοσλαβικό ζήλο σε μια προσπάθειά του να καταστήσει το ΚΚΕ μέλος της Κομινφόρμ. Αλλά η Σοβιετική Ενωση, για ευνόητους λόγους, δεν δέχθηκε το ΚΚΕ στην Κομινφόρμ, ακόμα και μετά τη σοβιετογιουγκοσλαβική ρήξη. Καρπός της αντιγιουγκοσλαβικής πολιτικής του ΚΚΕ ήταν και η νέα θέση του στο Μακεδονικό το 1949 για το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης και αποκατάστασης του «μακεδονικού λαού» σε μια βαλκανική ομοσπονδία και όχι σε γιουγκοσλαβική, γεγονός που αποτέλεσε τον καταλύτη για την οριστική ρήξη των σχέσεων ΚΚΕ και ΚΚΓ και το κλείσιμο των ελληνογιουγκοσλαβικών συνόρων τον Ιούλιο του 1949.

* Ο κ. Σπυρίδων Σφέτας είναι βαλκανιολόγος.

Αναδημοσίευση από http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_world_2_06/05/2012_481221

Σάββατο, 5 Μαΐου 2012

Γεώργιος Παπανδρέου. Aπό το Kάιρο στα Δεκεμβριανά

ΓEΩPΓIOΣ N. MOΣXOΠOYΛOΣ
Καθηγητής Πανεπιστημίου στη Nεότερη Iστορία

OTAN O ΓEΩPΓIOΣ ΠAΠANΔPEOY, τον Απρίλιο του 1944, με συγκεκριμένο και ρεαλιστικό πρόγραμμα, με ελπίδες και υποσχέσεις και με τη συναίνεση των συμμάχων -κυρίως της Μ. Βρετανίας- και ακόμη, και το σημαντικότερο, με την απόλυτη εμπιστοσύνη στον εαυτό του και στις προσωπικές του δυνάμεις, που πάντοτε συνιστούσε το κύριο χαρακτηριστικό του, έφτανε στο Κάιρο, ούτε καθ' υποψίαν μπορούσε να συλλάβει την εμπλοκή του, μόλις μετά επτάμηνο, στο τραγικότερο ολοκαύτωμα της χώρας. Ούτε μπορούσε να φαντασθεί την κυνικότητα της βρετανικής διπλωματίας και συγκεκριμένα του συνεργάτη του και αρχιτέκτονα των πεπρωμένων της Ελλάδας, τη συγκεκριμένη εκείνη περίοδο (1943-1944), Ουίνστον Τσόρτσιλ, που κατά την κορύφωση της εμφυλιακής δεκεμβριανής κρίσης έδινε από τη βρετανική πρωτεύουσα την εντολή, εν ανάγκη, να φυλακισθεί ο πρωθυπουργός της χώρας προκειμένου να ολοκληρωθεί το σχέδιο επιβολής της βρετανικής πολιτικής στην Ελλάδα, επιδικασμένη από τη σύσκεψη του Κρεμλίνου (9 προς 10 Δεκεμβρίου 1944) στη ζώνη επιρροής της Μ. Βρετανίας.

O Γεώργιος Παπανδρέου, πρωθυπουργός στη βραχύβια κυβέρνηση
του Kαΐρου (26 Απριλίου - 24 Μαΐου 1944), φωτογραφίζεται
ανάμεσα στους αντιπροσώπους των πολιτικών κομμάτων
και των αγωνιζόμενων αντιστασιακών οργανώσεων στο Συνέδριο
 του Λιβάνου, στις 17-20 Μαΐου 1944 (Aθηναϊκό Πρακτορείο Eιδήσεων).
Η πρόσκληση (αρχές Απριλίου 1944) του αρχηγού του Δημοκρατικού Σοσιαλιστικού Κόμματος και αργότερα επικληθέντος «Γέρου της Δημοκρατίας» να καταφθάσει επειγόντως στο Κάιρο δεν ήταν τυχαία. Eνα περίπου χρόνο προηγουμένως, τον Ιούλιο του 1943, ο Γεώργιος Παπανδρέου κατέθετε πλήρη και σαφέστατη την πολιτική ταυτότητά του με κείμενό του που απηύθυνε στο Βρετανικό Στρατηγείο της Μέσης Ανατολής, στην εκεί ελληνική κυβέρνηση και βέβαια στην κυβερνητική ηγεσία του βρετανικού κράτους, και όπου περιέγραφε την πολιτική κατάσταση στη χώρα, αναφερόταν στην εθνική πολιτική, έκανε λόγο για το Κομμουνιστικό Κόμμα και κατέληγε στο «δέον γενέσθαι» τόσο για τη συνέχιση του απελευθερωτικού αγώνα όσο και για τη μορφή και το περιεχόμενο του επέκεινα της απελευθέρωσης πολιτικού και πολιτειακού καθεστώτος της χώρας. Στην αρχή μάλιστα του κειμένου, ο Παπανδρέου παρέχει το διαπιστευτήριό του στην κατ' εξοχήν συμμαχική Δύναμη του χώρου: «Εις την ανάπτυξιν των γνωμών μου διά την εθνικήν και πολιτικήν ζωήν της Ελλάδος αναχωρώ από την πεποίθησιν ότι η ταυτότης των συμφερόντων της Αγγλίας και της Ελλάδος, διά πρώτην φοράν εις την ιστορίαν των, είναι απόλυτος». (Γεωργίου Παπανδρέου, Η απελευθέρωσις της Ελλάδος, Γ΄ έκδοση, Ελληνική Εκδοτική Εταιρεία Α.Ε., Αθήνα χ.χ., σ. 13). Και ακόμη, παρέχει τη γενικότερη πολιτική θεώρησή του, και, υπογραμμίζοντας τη διαμορφούμενη παγκοσμίως νέα τάξη πραγμάτων, με ευτολμία και αποφασιστικότητα παραπέμπει στη ρεαλιστική εθνική πολιτική που υπαγορεύουν οι αδήριτες διεθνείς συγκυρίες: «Σήμερον όμως σχηματίζεται νέα μορφή του παγκοσμίου ανταγωνισμού. Δύο παγκόσμια μέτωπα διαμορφούνται: Ο Κομμουνιστικός Πανσλαβισμός και ο Φιλελεύθερος Αγγλοσαξoνισμός, και ενώ το περιεχόμενον της αντιθέσεως των κοινωνικών των καθεστώτων οσημέραι θα ελαττούται, επειδή αμφότεραι αι παρατάξεις θα συγκλίνουν προς τον Σοσιαλισμόν, θα παραμένη ως κύριον και, βαθμιαίως, ως αποκλειστικόν περιεχόμενον της αντιθέσεως το μέγα θέμα της Ελευθερίας: ατομικής, πολιτικής, ηθικής. [...] Μόνον μέσα εις την Σοσιαλιστικήν Πανευρώπην, επικουρουμένην από την ηθικήν και υλικήν δύναμιν του Φιλελευθέρου Αγγλοσαξονισμού, ημπορεί και η Ελλάς να εύρη το αίσθημα της ασφαλείας της απέναντι του καταθλιπτικού κινδύνου του Κομμουνιστικού Πανσλαβισμού» (Γ. Παπανδρέου, Απελευθέρωσις, σ.σ. 14-23).

Σε ρόλο μοιραίο

Οι απόψεις αυτές και η προγενέστερη πολιτεία του πρωταρχηγού της παπανδρεϊκής «δυναστείας» (σύλληψή του από τις αρχές Κατοχής και φυλάκισή του στις φυλακές «Αβέρωφ» τον Μάρτιο του 1942, επαφές του με το Βρετανικό Στρατηγείο της Μ. Ανατολής κ.ά.) τεκμηρίωσαν την άποψη των Συμμάχων ότι ήταν ο κατ' εξοχήν ικανότερος πολιτικός άνδρας να διαδραματίσει τον μεσολαβητικό και ρυθμιστικό ρόλο στο ανάστατο πολιτικό πεδίο της χώρας κατά την κρισιμότερη ώρα προς την απελευθέρωση. Η αναφορά του Τσόρτσιλ στα απομνημονεύματά του (Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, Δ΄, μετάφρ. Αντώνη Σαμαράκη, Αθήνα, σσ. 300-301) θεωρείται έγκυρη μαρτυρία: «Το τέλος της ανταρσίας [ενν. μερίδας των ελληνικών στρατευμάτων της Μ. Ανατολής] έδωσε μεγαλύτερη οξύτητα στην συγκρότηση μιας νέας κυβερνήσεως. Δεν υπήρχε η εντύπωση ότι ο [Σοφοκλής] Βενιζέλος ήταν το κατάλληλο πρόσωπο για την αποστολή αυτήν, και ο Παπανδρέου, ο Αρχηγός του Δημοκρατικού Σοσιαλιστικού Κόμματος, τον οποίον είχαν ειδικά καλέσει από την Ελλάδα, τον αντικατέστησε στις 26 Απριλίου».

Υπήρξαν, λοιπόν, σαφείς οι πολιτικές θέσεις, οι προθέσεις και οι σχεδιασμοί του Γ. Παπανδρέου και γνώριμοι στις ηγεσίες των κομμάτων και των πολιτικών οργανώσεων της χώρας, πριν ακόμη ο αρχηγός του Δ.Σ.K. μεταβεί στο Κάιρο ως «σταυροφόρος της Εθνικής Ενώσεως», όπως ο ίδιος δηλώνει. Εξάλλου στα κείμενά του που απευθύνονται, πριν επίσης αναχωρήσει για το Κάιρο, προς το Κ.Κ.Ε. (10.12.1943), το Ε.Α.Μ. (15.12.1943) και τον πολιτικό κόσμο της χώρας, τέλος Δεκεμβρίου της ίδιας χρονιάς, δεν αφήνει καμιά αμφιβολία για τον επιδιωκόμενο στόχο. Σε απαντητικό κείμενό του λ.χ. προς το Ε.Α.Μ. διευκρινίζει: «Oπως θα υπάρχη ΜΙΑ Κυβέρνηση, έτσι θα πρέπει να υπάρχη καί ΕΝΑ Αρχηγείο του Εθνικού Αγώνα, που θα υπακούη στην Εθνική Κυβέρνηση και θα συνεργάζεται με το Συμμαχικό Στρατηγείο [...]» (Γ. Παπανδρέου, ό.π., σ. 33).

Εκφράζεται, λοιπόν, από το 1943 εκ μέρους του μια πορεία χαρασσόμενη στο πλαίσιο, όπως φαίνεται, ειλημμένων αποφάσεων σε διεθνές επίπεδο, αλλά πορεία ξεκάθαρη, με κύριο γνώμονα τις «ζώνες επιρροής» των «μεγάλων» νικητών του πολέμου, γεγονός, βέβαια, που οριστικοποιείται αρκετούς μήνες αργότερα (Οκτώβριος 1944) στη γνωστή συνάντηση των Τσόρτσιλ και Στάλιν στο Κρεμλίνο. Ωστόσο, και παρά τη γνώση των δεδομένων, στην πρόταση του Γ. Παπανδρέου (Ιούλιος 1943) «Να επέλθη εγκαίρως πλήρης συνεννόησις της Κυβερνήσεως Καΐρου και των ενταύθα πολιτικών αρχηγών, όχι μόνο κατ' αρχήν αλλά και επί των συγκεκριμένων θεμάτων της συνθέσεως της πολιτικής και μετακατοχικής Οικουμενικής Κυβερνήσεως», η Κεντρική Επιτροπή του Κ.Κ.Ε., τον Ιανουάριο του 1944, θα ανταποκριθεί με πνεύμα συνεργασίας: «Αγωνιζόμαστε ανεπιφύλαχτα στο πλευρό των μεγάλων συμμάχων μας -Σοβιετικής Ένωσης, Μ. Βρεττανίας, Ενωμένων Πολιτειών- [...]» (Το Κ.Κ.Ε., 10 Χρόνια Αγώνες (1935-1945, Αθήνα 1945, σ. 222). Αγαθές προθέσεις για τον ίδιο στόχο, στο πλαίσιο πάντοτε των προκαθορισμένων, εκφράζονται επίσης και εκ μέρους της Μ. Βρετανίας. Ο ίδιος ο Τσόρτσιλ, όπως προκύπτει από τα απομνημονεύματά του (ό.π., σσ. 294-295), απευθυνόμενος με επιστολή του (9.4.1944) στον Βρετανό πρεσβευτή στην ελληνική κυβέρνηση (Αίγυπτος), Λήπερ, μαρτυρεί αυτές τις προθέσεις, που παραπέμπουν σε ελπίδες και υποσχέσεις για την επιτυχή διεκπεραίωση της ελληνικής υπόθεσης: «Η μόνη μας επιθυμία και το μόνο μας συμφέρον είναι να δούμε την Ελλάδα να γίνεται ένδοξο και ελεύθερο έθνος στην Ανατολική Μεσόγειο, σύμμαχο των νικηφόρων δυνάμεων. [...] Η Ελλάς, όταν ο Γερμανός κατακτητής θα έχη εκδιωχθή, θα μπορή να είναι Δημοκρατία ή Μοναρχία, σύμφωνα με τη θέληση του λαού της». Και συμπληρώνοντας, βέβαια, ο Βρετανός πρωθυπουργός υπαινίσσεται το προκαθορισμένο πλαίσιο ανέλιξης των πολιτικών πραγμάτων στον ελλαδικό χώρο: «Aς εργασθούμε λοιπόν για να επιτύχωμεν τον σκοπόν αυτόν, και ας καταστήσωμε σε όλους σαφές ότι πάσα ένδειξις κακής διαγωγής θα τιμωρηθή ασφαλώς».

«Μία Πατρίς, μία Κυβέρνησις, ένας Στρατός...»

Με αυτές τις προδιαγραφές σχηματίζεται στο Κάιρο, μετά την παραίτηση του Σοφοκλή Βενιζέλου, η υποτυπώδης κυβέρνηση των 30 ημερών (26 Απριλίου - 24 Μαΐου 1944), με πρωθυπουργό και υπουργό Εξωτερικών τον Γεώργιο Παπανδρέου, ενώ καθήκοντα υπουργών των άλλων υπουργείων είχαν ανατεθεί προσωρινά στους Γενικούς Διευθυντές. Κύριος στόχος της κυβέρνησης, σύμφωνα με τις δηλώσεις του πρωθυπουργού: Η συγκρότηση «Κυβερνήσεως Εθνικής Ενώσεως με την συμμετοχήν όλων των πολιτικών κομμάτων και των εθνικών απελευθερωτικών δυνάμεων» της χώρας, με βασικό σύνθημα: «Μία Πατρίς, μία Κυβέρνησις, ένας Στρατός», πρωταρχική δε και αγωνιώδης μέριμνα: «Η ενοποίησις και πειθάρχησις, υπό τας διαταγάς της Ενιαίας Κυβερνήσεως, όλων των ανταρτικών σωμάτων της Ελευθέρας Ελλάδος», «Η κατάργησις της τρομοκρατίας εις την ελληνικήν ύπαιθρον» και «Η εξασφάλισις [...] της τάξεως και της Ελευθερίας του Ελληνικού Λαού, εις τρόπον ώστε, απηλλαγμένος και υλικής και ψυχολογικής βίας, ν' αποφασίση κυριάρχως και διά το Πολίτευμα και διά το Κοινωνικόν Καθεστώς και διά την Κυβέρνησιν της αρεσκείας του» (Γ. Παπανδρέου, ό.π., σσ. 54-55).

Στον Λίβανο (17-20 Μαΐου 1944), στο μεγάλο συνέδριο των αντιπροσώπων των πολιτικών κομμάτων και των αγωνιζομένων οργανώσεων, υπό την προεδρία του νέου πρωθυπουργού της χώρας, μέσα από πολύωρες συζητήσεις και τις σχετικές προτάσεις, αναδύεται η ελπίδα της συμφωνίας. Το Εθνικό Συμβόλαιο, κείμενο-πρόταση του πρωθυπουργού, αποτελούμενο από οκτώ κεφάλαια, υπογράφεται από το σύνολο των αντιπροσώπων και ο Γεώργιος Παπανδρέου, έμπλεος χαράς για την αίσια περαίωση της βασικής πράξης για την περαιτέρω εξέλιξη των γεγονότων, απευθυνόμενος προς τους πολιτικούς και στρατιωτικούς αντιπροσώπους, θα υπογραμμίσει: «Η αποστολή μου έληξε. Επανερχόμενος εις Κάιρον θα ανακοινώσω εις τον Βασιλέα ότι είμαι ευτυχής, διότι η εντολή την οποίαν έλαβον ευωδώθη κατά τόσον αίσιον τρόπον και θα υποβάλω την παραίτησίν μου. Η πρωτοβουλία διά τον σχηματισμόν της νέας Κυβερνήσεως θα ανήκη εις τον Ανώτατον Aρχοντα. [...] Την στιγμήν όμως αυτήν, η οποία είναι πράγματι ιστορική, απευθυνόμενος προς υμάς, έχω την χαράν και το δικαίωμα να διακηρύξω ότι η Ελληνική Ηγεσία κατέστη ανταξία του Λαού. Πραγματοποιούντες την Εθνικήν Eνωσιν εξήρθητε εις το ύψος του Ελληνικού Λαού, του Hρωος και του Μάρτυρος [...].Υπήρξατε άξιοι της Ελλάδος. Είμαι ευτυχής διά την ευόδωσιν του έργου μας. Και διά να πανηγυρίσωμεν εις την ιστορικήν αυτήν ώραν σας παρακαλώ να αναφωνήσωμε: Ζήτω η αιωνία Ελλάς» (Γ. Παπανδρέου, ό.π., σσ. 79-80).

Δεν φαίνεται μικρότερη η συγκίνηση και των μελών του μνημειώδους Συνεδρίου. Στο επίσημο ανακοινωθέν που εκδίδεται στη Βηρυτό (21.5.1944) χαρακτηριστικά υπογραμμίζεται: «Αφού υπέγραψαν όλοι οι αντιπρόσωποι, ανεξαιρέτως, εν μέσω γενικών χειροκροτημάτων εξέφρασαν τον θαυμασμόν των προς τον Eλληνα πρωθυπουργόν διά την ικανότητα με την οποίαν διηύθυνε το έργον της διασκέψεως, το οποίον ωδήγησεν εις την επίτευξιν της Εθνικής Ενότητος. Κατά την λήξιν της συνεδριάσεως όλοι οι αντιπρόσωποι, όρθιοι, εκράτησαν σιγήν ενός λεπτού εις μνήμην των νεκρών του πολέμου και των τραγικών αλληλοκτόνων ταραχών· κατόπιν εζητωκραύγασαν υπέρ του Eθνους και των Συμμάχων» (ό.π., σ. 82).

«Γνωρίζομεν τι μας ζητούν...»

Φρούδες ελπίδες... Από το τέλος Ιουνίου 1944 ώς τον αιματοβαμμένο Δεκέμβρη, μέσα από τις επίμονες διπλωματικές διεργασίες αναδεικνύεται η μοιραία πάλη. Το όραμα του εαμικού κινήματος προβάλλει δειλά, αλλά σταθερά, αντιμέτωπο στην αναδυόμενη προπολεμική καθεστηκυία τάξη. Ο Γεώργιος Παπανδρέου στο μετερίζι της φιλελεύθερης συντηρητικής πολιτικής του (και πολιτικής, οπωσδήποτε, των βρετανικών στόχων) δέχεται τις έντονες αντιδράσεις των δυνάμεων του Κ.Κ.Ε., του Ε.Α.Μ. και της Πολιτικής Επιτροπής Εθνικής Αντίστασης (Π.Ε.Ε.Α.). Στην προσπάθειά του για τη συμμετοχή αντιπροσώπων τούτων των δυνάμεων στη σχηματιζόμενη κυβέρνηση Εθνικής Ενώσεως δέχεται τα τηλεγραφήματα αμφισβήτησης και υποβολής όρων των στελεχών του κινήματος Πορφυρογένη, Σαράφη, Μπακιρτζή, Χατζή και Σιάντου. Το τηλεγράφημα των τριών τελευταίων, οι οποίοι εκπροσωπούν την Π.Ε.Ε.Α (Πολιτική Eπιτροπή Eθνικής Aπελευθέρωσης), το Κ.Κ.Ε. και το Ε.Α.Μ., απευθυνόμενο προς τους απεσταλμένους τους στο Κάιρο για τις διαπραγματεύσεις, αναδεικνύει την ένταση της αναδυόμενης πάλης και μεταθέτει σε άλλο επίπεδο τις θέσεις του Γεωργίου Παπανδρέου. Στην πρόκληση «εάν οι όροι μας γίνουν δεκτοί, μηνύσατέ μας όπως στείλωμεν ομάδα υπουργών, αν όχι, παρακαλούμε διακόψατε διαπραγματεύσεις και επιστρέψατε», ο πρωθυπουργός της σχηματιζόμενης κυβέρνησης, εντεταλμένος για την πορεία προς την προκαθορισμένη λύση, θα δώσει το έναυσμα προς τη μοιραία (και προσχεδιασμένη από τη Βρετανία για την τελική κάθαρση) σκλήρυνση της πολιτικής θέσης του: «Γνωρίζομεν τι μας ζητούν. Και απέναντι των αιτημάτων των λαμβάνομεν επίσημον, υπεύθυνον θέσιν: Αρνούμεθα! Μας ζητούν να παραδώσωμεν την Ελλάδα. Αρνούμεθα!» (ό.π., σ.117).

Από εδώ και πέρα οι απεγνωσμένες προσπάθειες του Γεωργίου Παπανδρέου για την πραγμάτωση του οράματός του, την απόλυτη συμφωνία των δυνάμεων της χώρας και την αναίμακτη έξοδο από οποιαδήποτε εμφανιζόμενη κρίση, εμπλεκόμενες στη μέγγενη των εκατέρωθεν πιέσεων (του Ε.Α.Μ. και της πολιτικής της Βρετανίας) θα έχουν ως συνέπεια τις εκάστοτε διακυμάνσεις. Η είσοδος των αντιπροσώπων του Ε.Α.Μ. στην κυβέρνηση τον Σεπτέμβριο του 1944 υπήρξε μια μικρή ανάπαυλα στην κρίση, που ενισχύεται με το Σύμφωνο της Καζέρτας και συμβάλλει στην ομαλή πορεία προς την επίσημη απελευθέρωση της χώρας τον Οκτώβριο του 1944. H περίοδος αυτή της ανάπαυλας είναι, οπωσδήποτε, συνέπεια αφενός της συνετής πρόθεσης των αντιπροσώπων του εαμικού κινήματος και του προσανατολισμού του προς την εθνική και κοινωνική αποκατάσταση της χώρας, αλλά αφετέρου, και κυρίως, συνιστά επιτυχία των ρυθμιστικών δεξιοτήτων και των αγαθών προθέσεων του Γεωργίου Παπανδρέου. Οι μαρτυρίες από τα Αρχεία των Σοβιετικών Mυστικών Yπηρεσιών τεκμηριώνουν τις προθέσεις του κινήματος. Ο Πέτρος Ρούσος, σε πληροφοριακό κείμενό του προς το Κ.Κ. Βουλγαρίας και κατ' επέκταση προς την ηγεσία της Σοβιετικής Eνωσης, σχετικά αναφέρει: «Το κόμμα αντέδρασε διευρύνοντας και ενισχύοντας τον αγώνα για την ενότητα εναντίον του εχθρού [...]. Βασισμένοι στη γραμμή αυτή, συμμετάσχαμε στη διάσκεψη του Λιβάνου και αργότερα στην κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας, κι αυτό παρά έναν αριθμό από δυσμενείς όρους που προέκυψαν ως αποτέλεσμα της βρετανικής πολιτικής. Στην ίδια βάση υπεγράφη μια συμφωνία στην Καζέρτα από κοινού με τους Βρετανούς και τα ελληνικά πολιτικά κόμματα για την προετοιμασία της εκδίωξης των Γερμανών από την χώρα. [...] Μπήκαμε στην κυβέρνηση Παπανδρέου στη βάση του δημοκρατικού προγράμματος της κυβέρνησης [...]. Δεν υπογράψαμε την συνθήκη για τη διάλυση των ανταρτικών σχηματισμών, δώσαμε όμως τη συγκατάθεσή μας για την οικοδόμηση ενός ενιαίου στρατού, που θα περιλαμβάνει τις ανταρτικές μας δυνάμεις» (σ. 208).

Παγίδες και αδιέξοδα

Iσως η ευτυχής ανάπαυλα να διαρκούσε ώς το τέλος, αν ο βρετανικός παράγων δεν επέμενε στην απόλυτη επιβολή στη χώρα μας μιας πολιτικής και ενός status έξωθεν εισαγομένων και υπαγορευομένων από τα βρετανικά και γενικότερα οικονομικά συμφέροντα του διεθνούς συστήματος. Αυτή η βρετανική πολιτική, που σε κάποια στιγμή ανάγκασε τον Παπανδρέου να αντιδράσει στην απαίτηση του Τσόρτσιλ για την άμεση μετάβαση του βασιλιά Γεωργίου στην Ελλάδα («Εφ' όσον το απαιτείτε να γίνει, αλλά υπό άλλον πρωθυπουργόν»), παγίδευσε τον ικανότατο άνδρα και δεξιοτέχνη πολιτικό, ώστε να εμπλακεί στο πολεμικό κλίμα που κατηύθυνε στην εμφυλιακή σύρραξη. Σε ένα κείμενο του πρωθυπουργού με ημερομηνία 2 Δεκεμβρίου 1944, αναφερόμενο στην άρνηση των υπουργών της Αριστεράς να υπογράψουν την αποστράτευση, υπογραμμίζεται: «Παραίτησις σημαίνει δυστυχώς απαρχή εμφυλίου πολέμου [...]. Θα υπερασπίσωμεν την Ελλάδα εναντίον των εσωτερικών της εχθρών». Και αλλού πάλι: «Η ευθύνη του εμφυλίου πολέμου, εις τον οποίον μας οδηγούν, είναι τραγική. Και το έθνος πρέπει να γνωρίζει ποίος έπταισεν». Πρόκειται για το κλίμα εκείνο που διαμορφώνει ο Τσόρτσιλ υπογραμμίζοντας προς τη βρετανική πρεσβεία στην Αθήνα: «Δεν είναι καιρός διά πολιτικολογίας. Είναι ζήτημα ζωής ή θανάτου: Να σωθή ή να μη σωθή η πρωτεύουσα των Αθηνών [...] Θέλω τον Παπανδρέου εις το πηδάλιον (Γ. Παπανδρέου ό.π., σσ. 220, 222, 230). Και η σύγκρουση επήλθε, με τις γνωστές συνέπειες του Δεκέμβρη: Τον Παπανδρέου παγιδευμένο και αδύναμο να αντιδράσει. Παγιδευμένο και το Ε.Α.Μ. στους μηχανισμούς του Κρεμλίνου για μία ακόμη τετραετία, έως ότου θυσιασθεί και ο τελευταίος αντάρτης στα βουνά της Ελλάδας. Παγιδευμένος και ο ελληνικός λαός στο κλίμα τρομοκρατίας που ακολούθησε τα γεγονότα. Παγιδευμένο και το δημοψήφισμα του 1946 για την παλινόρθωση της μοναρχίας, που διεξάγεται κατ' ουσίαν στο πλαίσιο εμφυλίου πολέμου. Τώρα ποιος «έπταισεν» για την κρίση και τις συνέπειες; Το Eθνος, ύστερα από πενήντα τόσα χρόνια υπό το φως των πληροφοριών των αγγλικών και σοβιετικών αρχείων, πράγματι μαθαίνει, εκτιμά και αποδίδει ευθύνες. Γιατί άδικα, βέβαια, και οι υπεύθυνοι του εαμικού κινήματος και το Κ.Κ.Ε. και ο Γεώργιος Παπανδρέου έχουν χρεωθεί μια από τις μεγαλύτερες τραγωδίες της χώρας στη νεότερη ιστορία της.

Αναδημοσίευση από http://www.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_kathglobal_1_16/10/2005_1284662