Κυριακή, 15 Ιουλίου 2012

Η λήξη του ελληνικού Εμφυλίου


Στις 28 Αυγούστου 1949 ο Ζαχαριάδης έδωσε τη διαταγή για γενική υποχώρηση του ΔΣΕ στην Αλβανία 63 χρόνια πριν

Του Βασιλειου Kοντη*

Τον χειμώνα του 1948 στην ελληνική κυβέρνηση επικρατούσε μεγάλη απογοήτευση, ιδιαίτερα μετά τις επιτυχίες που είχε ο Δημοκρατικός Στρατός την περίοδο αυτή. Μάλιστα ο βασιλιάς Παύλος επιθυμούσε μια κυβέρνηση, της οποίας θα ηγείτο ο Αλέξανδρος Παπάγος και θα περιλάμβανε τον Σπύρο Μαρκεζίνη, που θα κυβερνούσε εξ ονόματός του, χωρίς αναγκαστικά να έχει τη συγκατάθεση ή την υποστήριξη της Βουλής και πίστευε ότι η αμερικανική κυβέρνηση ήταν σύμφωνη. Οι πρεσβευτές όμως των ΗΠΑ και Βρετανίας αντιτάχθηκαν στην ιδέα μιας κυβέρνησης Παπάγου-Μαρκεζίνη και ο βασιλιάς αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το σχέδιό του. Βέβαια ο φόβος μιας δικτατορίας ανάγκασε τους πολιτικούς αρχηγούς να ξεπεράσουν τα κομματικά και προσωπικά συμφέροντα και, στις 20 Ιανουαρίου 1949, σχημάτισαν κυβέρνηση ευρύτατης συνεργασίας υπό τον Σοφούλη με τη συμμετοχή όλων των μη αριστερών κομμάτων. Την ίδια στιγμή ο Παπάγος οριζόταν αρχιστράτηγος του Εθνικού Στρατού. Στο μεταξύ από την πλευρά του ΚΚΕ διαφαίνονταν κάποιες ενδείξεις για αλλαγή πολιτικής, ιδιαίτερα μετά τη ρήξη Στάλιν-Τίτο και την απόφαση της 4ης Ολομέλειας στις 28 Ιουνίου 1948 να συνταχθεί με την Κομινφόρμ ενάντια στον Τίτο, η οποία όμως δεν δημοσιοποιήθηκε, επειδή υπήρχε ο κίνδυνος να διακόψει η Γιουγκοσλαβία τη βοήθειά της προς τον Δημοκρατικό Στρατό. Αλλά και από πολιτική άποψη οι δυνάμεις των ανταρτών είχαν δεχθεί ένα καίριο πλήγμα, εξαιτίας της υποστήριξης του ΚΚΕ στον ΝΟΦ (Narodno Osloboditelen Front - Λαϊκό Απελευθερωτικό Μέτωπο), όταν στην 5η Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ τον Φεβρουάριο του 1949 ανακοινώθηκε ο στόχος για τη δημιουργία «ανεξάρτητης Μακεδονίας».

Καθοριστικές εξελίξεις στο διεθνές περιβάλλον


Φρουρός στο όρος Λυκαβηττός με θέα την πόλη της Αθήνας.
Οι στρατιωτικές δυνάμεις εργάζονται για την φύλαξη της πόλης από
 πιθανές επιθέσεις των κομμουνιστών ανταρτών.
(Φωτογραφία από τον Chris Ware / Keystone / Getty Images). 1947
Στις αρχές του 1949, η ελληνική κυβέρνηση ξεκινώντας από την υπόθεση ότι η Κομινφόρμ θα ανακήρυσσε στο άμεσο μέλλον ένα «Μακεδονικό Κράτος» ως μέσο πίεσης στον Τίτο, πρότεινε στο Λονδίνο και την Ουάσιγκτον να καταλάβει ο ελληνικός στρατός την Αλβανία. Η ελληνική πρόταση είχε διπλό στόχο: να προλάβει τον κίνδυνο χρησιμοποίησης της χώρας ως βάσης επιχειρήσεων κατά του Τίτο και να την αποκόψει από τον Δημοκρατικό Στρατό, κάνοντας έτσι ευκολότερη την ήττα του. Στο σημείο αυτό η ελληνική πρόταση ήταν εξαιρετικής σημασίας εφόσον την 1η Απριλίου είχε ξεκινήσει μια μεγάλη επίθεση για την κατάληψη του Γράμμου από μια δύναμη ανταρτών που ερχόταν κατευθείαν από την Αλβανία. Για τους Βρετανούς η πιθανότητα δράσης κατά της Αλβανίας ήταν μια δελεαστική υπόθεση, αλλά θα τους έφερνε σε άμεση σύγκρουση με τους Σοβιετικούς, καθώς μια αρκετά σημαντική σοβιετική στρατιωτική αποστολή βρισκόταν στη χώρα και σοβιετικά εμπορικά πλοία εφοδίαζαν τους Αλβανούς από το Δυρράχιο. Το Λονδίνο πίστευε ότι η πιο συμφέρουσα γραμμή δράσης κατά της Αλβανίας ήταν η ενθάρρυνση ανατρεπτικών ενεργειών στο εσωτερικό της χώρας.

Οι Αμερικανοί από την πλευρά τους δεν μπορούσαν να δεχθούν μια κατάληψη της Αλβανίας. Το ενδιαφέρον τους στρεφόταν στην ανάπτυξη μιας προσπάθειας προσέγγισης, η οποία θα υποχρέωνε την Αλβανία, τη Γιουγκοσλαβία και τη Βουλγαρία να δώσουν στην Ελλάδα, αλλά και μεταξύ τους, εγγυήσεις των συνόρων. Γι’ αυτό η Ουάσιγκτον υποστήριξε τις προσπάθειες του Herbert Evatt, του Αυστραλού προέδρου της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών, για την αποκατάσταση των διπλωματικών σχέσεων με τους βόρειους γείτονες της Ελλάδας και τη σύσταση μεικτών επιτροπών για την αποτροπή συνοριακών επεισοδίων. Αυτές οι συζητήσεις είχαν ήδη αρχίσει τον Νοέμβριο του 1948, αλλά δεν είχε γίνει καμία πρόοδος εξαιτίας της αλβανικής επιμονής να παραιτηθεί η Ελλάδα από τις διεκδικήσεις της στη Βόρεια Ηπειρο και της γιουγκοσλαβικής απροθυμίας να υπογράψει μια διμερή συμφωνία, εκτός αν υπογράφονταν ταυτόχρονα συμφωνίες με την Αλβανία και τη Βουλγαρία.

Καθώς οι συζητήσεις της Επιτροπής Συμβιβασμού συνεχίζονταν, τα γεγονότα έξω από την Ελλάδα υπήρξαν καθοριστικά για τη μοίρα του Δημοκρατικού Στρατού. Η Σοβιετική Ενωση, πιθανώς μέσω των κατασκόπων της στο βρετανικό υπουργείο Εξωτερικών, πληροφορήθηκε το περιεχόμενο του ελληνικού μνημονίου και φοβούμενη μια κατάληψη της Αλβανίας από τις δυτικές δυνάμεις, αν ο εμφύλιος πόλεμος συνεχιζόταν, ζήτησε από τον Ζαχαριάδη στα μέσα Απριλίου να σταματήσει τον ένοπλο αγώνα ώς το τέλος Μαΐου 1949. Μια άμεση κατάληξη των σοβιετικών στόχων ήταν η πρόταση του Αντρέι Γκρομίκο προς την αμερικανική κυβέρνηση στις 26 Απριλίου να αναλάβει απευθείας διαπραγματεύσεις προς τους Βρετανούς και τους Αμερικανούς.

Κατά τη διάρκεια των συνομιλιών ο Στάλιν πληροφόρησε τον Ζαχαριάδη ότι είχε κάνει συγκεκριμένες προτάσεις στους Αμερικανούς και τους Βρετανούς για μια ειρηνική λύση του ελληνικού προβλήματος. Ωστόσο, ο Δημοκρατικός Στρατός έπρεπε να αναστείλει προσωρινά τα σχέδια για υποχώρηση και να εντατικοποιήσει τις επιθετικές του προσπάθειες, προκειμένου να δώσει την εντύπωση ότι οι σοβιετικές προτάσεις δεν είχαν γίνει για λόγους αδυναμίας. Φαίνεται πως οι προτάσεις Γκρομίκο είχαν στόχο να περισωθεί ό,τι ήταν δυνατόν από το ελληνικό κομμουνιστικό κίνημα, καθώς είχε ήδη αποφασιστεί η εγκατάλειψη του αγώνα.

Η τελική επιχείρηση σε Γράμμο - Βίτσι

Στο μεταξύ ο Εθνικός Στρατός είχε επιτύχει την εκκαθάριση της Ρούμελης, της Θεσσαλίας και της Κεντρικής Μακεδονίας από τις δυνάμεις του ΔΣΕ, που η κύρια δύναμή του είχε συγκεντρωθεί στον ορεινό όγκο του Γράμμου και του Βίτσι. Στο σημείο αυτό η ελληνική κυβέρνηση ενισχύθηκε σημαντικά με το κλείσιμο των ελληνογιουγκοσλαβικών συνόρων από τον Τίτο στις 10 Ιουλίου 1949. Ο Δημοκρατικός Στρατός θα έδινε την τελευταία του μάχη απομονωμένος έχοντας μόνο τη βοήθεια της Αλβανίας. Η ευνοϊκή αυτή εξέλιξη έκανε τους Αμερικανούς στρατιωτικούς στην Ελλάδα να πιστεύουν ότι αν ο Εθνικός Στρατός πραγματοποιούσε μια θυελλώδη επίθεση στο Βίτσι και πετύχαινε μια εντυπωσιακή νίκη εκεί, θα ήταν εύκολο έπειτα να κλείσει τα αλβανικά σύνορα.

Την ίδια αυτή περίοδο την Αθήνα απασχολούσε η βοήθεια που παρείχε η Αλβανία στον ΔΣΕ και σχεδίαζε μια εισβολή στη χώρα, σε συνδυασμό με τις επιχειρήσεις στο Βίτσι και τον Γράμμο που επρόκειτο να ξεκινήσουν περίπου στα μέσα Αυγούστου. Αν ο Εθνικός Στρατός έπρεπε να σταματήσει στα σύνορα, θα προέκυπταν σοβαρές εσωτερικές δυσκολίες στην Ελλάδα, εφόσον οι Ελληνες δεν θα μπορούσαν να καταλάβουν, γιατί ο στρατός δεν καταδίωκε τους αντάρτες στην Αλβανία. Το 1948 ο ελληνικός στρατός είχε χάσει μια μεγάλη ευκαιρία να περικυκλώσει και να εξολοθρεύσει μεγάλες ανταρτικές δυνάμεις στον Γράμμο εξαιτίας της διαφυγής τους πέρα από τα αλβανικά σύνορα. Τον Αύγουστο του 1948 οι αντάρτες είχαν αναδιοργανωθεί στην Αλβανία και ξαναπέρασαν στην Ελλάδα για να συνεχίσουν τον αγώνα τους. Η Αθήνα ωστόσο είχε ειδοποιηθεί από την Ουάσιγκτον ότι θα ήταν απερισκεψία να επιτρέψει την είσοδο του ελληνικού στρατού στην Αλβανία. Οι Αμερικανοί, παρ’ όλο που δεν ήταν καθόλου ευχαριστημένοι με την κατάσταση στην Αλβανία, ανησυχούσαν για τις πιθανές σοβιετικές αντιδράσεις και ιδιαίτερα για μια πιθανή γιουγκοσλαβική εισβολή στη βόρεια Αλβανία. Μια άμεση ελληνική ή γιουγκοσλαβική ανάμειξη στη χώρα θα έθετε σε κίνδυνο τη δυνατότητα κατάληψης της εξουσίας εκεί μέσω μιας επανάστασης των αντικομμουνιστικών αλβανικών στοιχείων.

Το καλοκαίρι του 1949 η αμερικανική κυβέρνηση, ενώ απέρριπτε την ελληνική πρόταση για κατάληψη της Αλβανίας και δήλωνε ότι το θέμα θα λυνόταν στο πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών από την άλλη μεριά μυστικά επεξεργαζόταν σχέδιο ανατροπής του Χότζα με εισβολή Αλβανών φυγάδων που θα προκαλούσαν μια γενικότερη εξέγερση στη χώρα. Παρά την αμερικανική προειδοποίηση, η ελληνική κυβέρνηση πίστευε ότι μπορεί να αναγκαζόταν να εισέλθει στην Αλβανία για καθαρά στρατιωτικούς λόγους. Πράγματι στις τελικές επιχειρήσεις εναντίον του Γράμμου-Βίτσι τον Αύγουστο του 1949 μονάδες του Εθνικού Στρατού εισήλθαν στην Αλβανία για να αποκόψουν τους δρόμους διαφυγής των ανταρτών, ιδιαίτερα η 9η μεραρχία προελαύνοντας στα νώτα των θέσεων του ΔΣΕ απέκοψε τη διάβαση του Πόρτα Οσμάν, που ήταν η κύρια πύλη επικοινωνίας του Γράμμου με την Αλβανία. Μπροστά στον κίνδυνο του εγκλωβισμού και της πλήρους εξόντωσης των ανταρτών ο Ζαχαριάδης έδωσε στις 28 Αυγούστου τη διαταγή για γενική υποχώρηση στην
Αλβανία από μια δευτερεύουσα διάβαση που δεν είχε ακόμη αποκοπεί.

Αφοπλισμός των ανταρτών στην Αλβανία

Παρά την ήττα του Δημοκρατικού Στρατού και την υποχώρησή του στην Αλβανία, η Αθήνα φοβόταν ότι οι αντάρτες θα έμπαιναν και πάλι στην Ελλάδα και θα ξανάρχιζαν τον αγώνα. Γι’ αυτό, στις 11 Σεπτεμβρίου του 1949 ο υπουργός Πολέμου Παναγιώτης Κανελλόπουλος προειδοποίησε τα Τίρανα ότι η επανάληψη παροχής βοήθειας προς τον Δημοκρατικό Στρατό θα προκαλούσε την ελληνική στρατιωτική επέμβαση, προκειμένου να καταστραφούν οι ανταρτικές βάσεις. Ηταν γενική η πεποίθηση ότι οι Ελληνες δεν έπρεπε να μείνουν άπρακτοι τη στιγμή που οι προετοιμασίες συνεχίζονταν στην Αλβανία.

Οι Αλβανοί από την πλευρά τους, φοβούμενοι μια επίθεση του ελληνικού στρατού αφόπλιζαν τους αντάρτες που εισέρχονταν στο έδαφός τους και επέμεναν ότι οι άντρες του ΔΣΕ έπρεπε να εγκαταλείψουν την Αλβανία. Ενδεικτικό του σοβιετικού ενδιαφέροντος για την Αλβανία ήταν το γεγονός ότι ο Στάλιν συμφώνησε με τα αλβανικά μέτρα εναντίον όσων είχαν απομείνει από τον Δημοκρατικό Στρατό, πιστεύοντας ότι ήταν απαραίτητα, εφόσον οι συνθήκες ήταν τέτοιες που έθεταν σε κίνδυνο την ανεξαρτησία της Αλβανίας. Για τον Στάλιν το ελληνικό κίνημα μπορούσε να αναλωθεί, αφού είχε ήδη παραχωρήσει την Ελλάδα τον Οκτώβριο του 1944 στη δυτική σφαίρα επιρροής.

* Ο κ. Βασίλειος Κόντης είναι ομότιμος καθηγητής Νεότερης Ιστορίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.


Αναδημοσίευση από http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_ell_1_08/07/2012_488352

Πέμπτη, 12 Ιουλίου 2012

Το «ζήτημα των παιδιών» στον Εμφύλιο

Το «παιδομάζωμα» από το ΚΚΕ και το «παιδοφύλαγμα» της Φρειδερίκης
Του Λουκιανου Χασιωτη*

Ο ρόλος των παιδιών στον ελληνικό Εμφύλιο δεν αποτελεί άγνωστο θέμα για όσους έζησαν ή μελέτησαν τα γεγονότα της εποχής, μολονότι απασχόλησε συστηματικά την ιστοριογραφία μόλις τις τελευταίες δεκαετίες. Κατά τη διάρκεια του πολέμου είχε αποτελέσει αντικείμενο της εκατέρωθεν προπαγανδιστικής εκστρατείας. Το «ζήτημα των παιδιών» αναδείχθηκε σε συστατικό στοιχείο της εθνικοφροσύνης, της οποίας η ορολογία στην περίπτωση αυτή τελικά επικράτησε: η επιχείρηση του ΚΚΕ για τη μετακίνηση Ελληνόπουλων στις Λαϊκές Δημοκρατίες της Ανατολικής Ευρώπης έμεινε γνωστή ως «παιδομάζωμα», ενώ η αντίστοιχη εκστρατεία του κυβερνητικού στρατοπέδου για τη συγκέντρωση παιδιών από τις εμπόλεμες περιοχές στις «παιδοπόλεις» της βασίλισσας Φρειδερίκης ως «παιδοφύλαγμα». Το ζήτημα διεθνοποιήθηκε και απασχόλησε διεθνή φόρα και τον ΟΗΕ, αλλά πρωτίστως αξιοποιήθηκε για προπαγανδιστικούς λόγους στο εσωτερικό, όπου και εξακολούθησε να απασχολεί άλλοτε σποραδικά κι άλλοτε συχνότερα τη δημόσια συζήτηση μέχρι τις μέρες μας.

Εκστρατείες σωτηρίας αλλά και προπαγάνδας

Η ανάμειξη των παιδιών στην πολιτική και στρατιωτική σύγκρουση του Εμφυλίου δεν αποτελεί βέβαια ελληνική ιδιαιτερότητα. Κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα τα παιδιά σε ολόκληρο τον κόσμο συμμετείχαν άμεσα ή έμμεσα, ακούσια αλλά και εκούσια σε ολοκληρωτικούς πολέμους, επαναστάσεις και εμφύλιες συγκρούσεις. Τα γεγονότα αυτά εξέθεσαν τα παιδιά σε θανάσιμους κινδύνους: την πείνα και τις επιδημίες, τις εχθροπραξίες και τους βομβαρδισμούς, τα αντίποινα, τους εκτοπισμούς αλλά και τη γενοκτονία. Τα κράτη (αλλά και άλλοι πολιτικοί και κοινωνικοί φορείς, όπως κόμματα, αντιστασιακές οργανώσεις, η Εκκλησία) αναγκάστηκαν να εφαρμόσουν ευρύτερα προγράμματα παιδικής πρόνοιας, που περιλάμβαναν και την έννοια της πνευματικής, ηθικής και ιδεολογικής διαπαιδαγώγησης των ανηλίκων: τα παιδιά ως «μέλλον του έθνους» ή του «λαού» έπρεπε να μεγαλώσουν με βάση τις αρχές και τις αξίες του φορέα που τα «προστάτευε» και να τις διαδώσουν στη συνέχεια στην υπόλοιπη κοινωνία. Αυτό ήταν ιδιαίτερα σημαντικό, ειδικά για εκείνα που υπήρξαν θύματα του πολέμου, είχαν μείνει ορφανά, άστεγα ή είχαν εκτοπιστεί από τον τόπο τους και αντιμετωπίζονταν ως δυνάμει κίνδυνος για την κοινωνική σταθερότητα και την ασφάλεια των καθεστώτων.

Παράλληλα, η ανάληψη της ανατροφής των παιδιών από το κράτος εξυπηρετούσε την απρόσκοπτη στράτευση της γυναίκας για τις πολεμικές ανάγκες, στο μέτωπο ή στα μετόπισθεν. Κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου οι βρετανικές αρχές μετακίνησαν περισσότερα από 1,5 εκατομμύριο παιδιά από τις πόλεις, προκειμένου να τα γλιτώσουν από τους γερμανικούς βομβαρδισμούς αλλά και για να απασχοληθούν οι μητέρες τους στην πολεμική βιομηχανία. Νωρίτερα, για τους ίδιους λόγους, οι Ισπανοί Δημοκρατικοί είχαν μετακινήσει στο εξωτερικό πάνω από 35.000 παιδιά από τις πόλεις που ήλεγχαν, ιδιαίτερα μετά τον διαβόητο βομβαρδισμό της βασκικής πόλης Γκερνίκα (1937). Στο εσωτερικό της Ισπανίας, οι Εθνικιστές συγκρότησαν ειδικά κέντρα για την παιδική προστασία, τις «εστίες» της Κοινωνικής Πρόνοιας (Auxilio Social), αντίστοιχα από πολλές απόψεις με τις μεταγενέστερες «παιδοπόλεις» της Φρειδερίκης.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις της UNESCO, στην Ελλάδα την εποχή του Εμφυλίου ζούσαν περίπου 380.000 ορφανά παιδιά από τον έναν ή και τους δύο γονείς. Ο υποσιτισμός και οι επιδημίες, η εγκατάλειψη και η ορφάνια, η εμπλοκή στις συνεχιζόμενες εχθροπραξίες και στη διαδεδομένη βία απειλούσαν τον ανήλικο πληθυσμό της υπαίθρου με πραγματική ανθρωπιστική καταστροφή. Κάτω από τις συνθήκες αυτές, οι δύο αντιμαχόμενες πλευρές ανέπτυξαν τις δικές τους ιδιαίτερες εκστρατείες για τα «παιδιά-θύματα του πολέμου». Οι εκστρατείες αυτές ανταποκρίνονταν σε πραγματικές ανθρωπιστικές ανάγκες των ανηλίκων της χώρας και σε πολλές περιπτώσεις αποδείχθηκαν σωτήριες για όσα συμμετείχαν σε αυτές. Ταυτόχρονα, αμφότερες αποτέλεσαν μέρος της στρατηγικής και της προπαγάνδας των δύο πλευρών.

Αγώνας δρόμου ανάμεσα στις δύο αντιμαχόμενες πλευρές

Η πρωτοβουλία για την περίθαλψη των παιδιών-θυμάτων του πολέμου ανήκει στη βασίλισσα Φρειδερίκη, η οποία τον Ιούλιο του 1947 ίδρυσε τον Ερανο «Πρόνοια Βορείων Επαρχιών Ελλάδος», περισσότερο γνωστό ως «Ερανο της Βασίλισσας». Σκοπός του Εράνου ήταν η περίθαλψη των ορφανών και άπορων παιδιών της υπαίθρου, κυρίως των «ανταρτόπληκτων» οικογενειών. Μέχρι το τέλος του έτους είχαν ιδρυθεί πέντε ειδικά κέντρα, οι «παιδοπόλεις», με σκοπό την περίθαλψη, σίτιση, στέγαση και εκπαίδευση ανηλίκων. Ωστόσο η εκστρατεία του Εράνου απέκτησε νέο ρόλο στις αρχές του 1948, μετά την εξαγγελία από την προσωρινή κυβέρνηση του βουνού τής μετακίνησης παιδιών από τις εμπόλεμες περιοχές στις Λαϊκές Δημοκρατίες, με βασικό επιχείρημα τη σωτηρία τους από την πείνα και τους βομβαρδισμούς των κυβερνητικών δυνάμεων. Σε αυτό το σημείο ξεκίνησε ένας αγώνας δρόμου ανάμεσα στις δύο πλευρές, για το ποια θα προλάβει να συγκεντρώσει πρώτη τα περισσότερα παιδιά, με τη μία να κατηγορεί την άλλη για απαγωγή, εγκλεισμό, ακόμα και εθνοκτονία της ελληνικής νεολαίας. Η υπόθεση παραμένει αμφιλεγόμενη, αλλά οι μέχρι τώρα μελέτες και η διασταύρωση γραπτών και προφορικών πηγών μάς βοηθούν να βγάλουμε κάποια γενικά συμπεράσματα:

α) Μολονότι υπήρξαν πράγματι περιπτώσεις αναγκαστικών μετακινήσεων ανηλίκων της υπαίθρου είτε προς το εξωτερικό είτε προς το εσωτερικό από τους αντάρτες και από τον κυβερνητικό στρατό, αυτές αποτελούσαν μάλλον εξαιρέσεις παρά τον κανόνα. Τα περισσότερα από τα παιδιά του «παιδομαζώματος» είχαν γονείς αντάρτες ή ήδη εξόριστους στα γειτονικά βαλκανικά κράτη. Αλλά και στις παιδοπόλεις, η είσοδος ήταν τις περισσότερες φορές εθελοντική.

β) Κανένα από τα δύο στρατόπεδα δεν είχε τη δυνατότητα για μαζική μετακίνηση ανηλίκων. Αντίθετα, σύμφωνα με τις περισσότερες εκτιμήσεις, ο συνολικός αριθμός παιδιών που μετακινήθηκαν στο εξωτερικό ή στα ιδρύματα του Εράνου κατά την περίοδο του Εμφυλίου είναι μικρότερος των 50.000 (συμπεριλαμβανομένων και όσων κατέφυγαν την ίδια εποχή ή νωρίτερα με τις οικογένειές τους στις γειτονικές χώρες). Η συμβολική τους σημασία όμως είχε μεγαλύτερη βαρύτητα από τον πραγματικό τους αριθμό. Η περίθαλψη των παιδιών που αποτελούσαν το «μέλλον του έθνους» αποσκοπούσε στο να καταδείξει ποιος ήταν πραγματικά ο κατάλληλος για να αναλάβει τον ρόλο του «προστάτη» της νεολαίας. Αντίστροφα, η δαιμονοποίηση του αντιπάλου μέσω της προπαγάνδας για τη «σωτηρία του παιδιού» στόχευε στην απαξίωσή του, ως εχθρού της νέας γενιάς και, τελικά, ως υπονομευτή του μέλλοντος της ίδιας της πατρίδας.

γ) Για πολλά παιδιά η μετακίνηση μακριά από τον τόπο τους και ο χωρισμός με τους οικείους τους και κυρίως τη μητέρα τους υπήρξε ένα δραματικό γεγονός που άφησε ανεξίτηλα τραύματα στις ψυχές τους. Οι περιπέτειες και τα δεινά για τους ανηλίκους που βρέθηκαν εκτός επικράτειας συνεχίστηκαν για αρκετά χρόνια ακόμα, μέχρι να εγκατασταθούν τελικά μόνιμα, συνήθως σε κάποια ανατολικοευρωπαϊκή χώρα. Πολλοί τρόφιμοι των παιδοπόλεων αναγκάστηκαν να αλλάξουν αρκετές φορές ιδρύματα μέχρι να ενηλικιωθούν και αρκετοί δυσκολεύτηκαν να επανενταχθούν στη μετεμφυλιακή ελληνική κοινωνία, αναζητώντας ενίοτε διέξοδο στη μετανάστευση. Ταυτόχρονα όμως η μετακίνηση όλων αυτών από την ελληνική ύπαιθρο σήμαινε πολύ συχνά σωτηρία, ευκαιρία για μόρφωση και για μια καλύτερη ζωή.

δ) Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τόσο στις παιδοπόλεις της Φρειδερίκης όσο και στα παιδικά κέντρα της Ανατολικής Ευρώπης καταβλήθηκε προσπάθεια διαπαιδαγώγησης των παιδιών με βάση τις αξίες των «προστατών» τους. Ενίοτε η διαπαιδαγώγηση αυτή ισοδυναμούσε με άμεση ιδεολογική κατήχηση. Ωστόσο η πραγματικότητα φαίνεται να διαφέρει αρκετά από τις εκατέρωθεν καταγγελίες: ούτε το ΚΚΕ επιδίωκε να αφελληνίσει και να κάνει «γενίτσαρους» τους ανήλικους που μετακίνησε ούτε οι παιδοπόλεις αποτελούσαν τα «χιτλερικά στρατόπεδα συγκέντρωσης της Φρίκης» (δηλ. της Φρειδερίκης), σύμφωνα με την κομμουνιστική προπαγάνδα. Επιπλέον, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ότι η ιδεολογική διαπαιδαγώγηση στα κέντρα αυτά δεν διέφερε πολύ από εκείνη που δέχονταν οι υπόλοιποι μαθητές στα ελληνικά ή ανατολικοευρωπαϊκά, αντίστοιχα, σχολεία της εποχής. Ισως αυτό που περισσότερο αξίζει να εξετάσουμε, ειδικά στη λειτουργία των παιδοπόλεων, είναι ο ημιστρατιωτικός και φρονηματικός τους χαρακτήρας, με στόχο τον σωματικό και πνευματικό έλεγχο των τροφίμων, μέσω της αυστηρής τήρησης της ιεραρχίας, της πειθαρχίας και της κανονικοποίησης της καθημερινότητάς τους, με ό,τι δηλαδή περιγράφει ο Φουκό ως κατασκευή «πειθήνιων σωμάτων», αναφερόμενος στη λειτουργία και τον ρόλο των κλειστών ιδρυμάτων της νεότερης εποχής.

Μεικτή ευλογία

Το αυξανόμενο πολιτικό ενδιαφέρον για την παιδική μέριμνα στον 20ό αιώνα υπήρξε τελικά μεικτή ευλογία. Από τη μία πλευρά, αναβάθμισε αναμφίβολα την περίθαλψη των ανηλίκων. Από την άλλη, έκανε τα παιδιά-θύματα του πολέμου εύκολους στόχους παρεμβάσεων πολιτικών και επιστημόνων, για ιδεολογικούς στην πραγματικότητα λόγους. Οι παρεμβάσεις αυτές δεν έγιναν βέβαια ούτε με δική τους επιλογή ούτε και των γονέων τους, αλλά από κυβερνητικές, κομματικές ή εκκλησιαστικές αρχές που έδειξαν μεγαλύτερο ενδιαφέρον για τον συμβολικό ρόλο των παιδιών με αναφορά στο μέλλον, παρά στις τρέχουσες ανάγκες τους για τροφή, φροντίδα και αγάπη.

* Ο κ. Λουκιανός Χασιώτης είναι επίκουρος καθηγητής Νεότερης Ιστορίας στο ΑΠΘ.

Τρίτη, 3 Ιουλίου 2012

Περιγραφή σε τρεις χρονικές διαστάσεις


Του Σταθη Ν. Καλυβα*

Μια αποτίμηση του ελληνικού εμφυλίου πολέμου στη σημερινή ιδιότυπη συγκυρία απαιτεί την περιγραφή της λειτουργίας του σε τρεις χρονικές διαστάσεις: παρελθόν, παρόν και μέλλον.

Ο ελληνικός εμφύλιος του 1946-1949 ήταν μια πολεμική σύγκρουση ανάμεσα σε δύο πολιτικά στρατόπεδα: από τη μια, η «αστική» ή «εθνικόφρων» παράταξη που ξεκινούσε από τα δεξιά των βασιλοφρόνων και κατέληγε στα αριστερά των βενιζελικών, και από την άλλη το ΚΚΕ (και μόνο αυτό). Οι πρώτοι επεδίωκαν τη συνέχιση της σύνδεσης της Ελλάδας με τη Δύση, ενώ το δεύτερο την εγκατάσταση ενός κομμουνιστικού καθεστώτος και την προσκόλλησή της στο σοβιετικό άρμα. Η έκβαση του πολέμου οδήγησε στην παραμονή της Ελλάδας στη Δύση και γλίτωσε τη χώρα από μια μοιραία περιπέτεια, για την οποία η Ιστορία απεφάνθη τελεσίδικα.
Πυροβολικό του Εθνικού Στρατού

Τα αίτια του πολέμου αυτού μπορούν να αναζητηθούν στην Κατοχή, όταν το ΚΚΕ επεδίωξε μέσω του ΕΑΜ την κατάκτηση της εξουσίας, αποτυγχάνοντας εξαιτίας της βρετανικής επέμβασης στην Αθήνα, τον Δεκέμβριο του 1944. Η αποτυχία του ΚΚΕ, που βρέθηκε κυριολεκτικά μιαν ανάσα από την εξουσία, υπήρξε ο κυριότερος ίσως λόγος που οδήγησε την ηγεσία του ΚΚΕ και ιδιαίτερα τον Νίκο Ζαχαριάδη στο να επιδιώξει μια ρεβάνς, βασιζόμενος στη διάθεση του Στάλιν να παίξει με την Ελλάδα δίχως να εκτεθεί ανοιχτά. Η επιλογή αυτή υπήρξε πράξη απίστευτου τυχοδιωκτισμού, που προκάλεσε τεράστιο κόστος στη χώρα και λίγο έλειψε να οδηγήσει στον διαμελισμό της.

Παρά το γεγονός πως το υλικό και ανθρώπινο κόστος του Εμφυλίου υπήρξε τεράστιο, η χώρα κατάφερε να ορθοποδήσει και να αναπτυχθεί. Η πολιτική κυριαρχία των νικητών συνοδεύτηκε από διώξεις εναντίον των ηττημένων, που σταδιακά περιορίστηκαν. Ομως, το καθεστώς της χώρας παρέμεινε κοινοβουλευτικό, ενώ η Αριστερά μπόρεσε να συμμετάσχει σ' αυτό, ενίοτε με καθοριστικό ρόλο. Την εξέλιξη αυτή ανέτρεψε η χούντα. Η κατάρρευσή της όμως το 1974 οδήγησε στην ανάδειξη ενός δημοκρατικού καθεστώτος με νομιμοποιημένο το ΚΚΕ, τερματίζοντας έτσι συμβολικά τον Εμφύλιο.

Η έρευνα για τη δεκαετία του '40 εμπλουτίστηκε πρόσφατα με νέες προσεγγίσεις και ερμηνείες. Η ανανέωση αυτή υπήρξε επιτυχημένη αν κρίνει κανείς από την εκδοτική επιτυχία που συνάντησε η δημοσίευση των ερευνών αυτών και από τη διεθνή τους αναγνώριση. Η ερευνητική αυτή προσπάθεια αναπτύχθηκε σε τρεις κυρίως κατευθύνσεις.

Η πρώτη αφορά τη μελέτη της Κατοχής και επεσήμανε σημαντικές διαστάσεις και πτυχές της. Η έμφαση σε λεπτομερείς τοπικές μελέτες ανέδειξε την πολυμορφία, ρευστότητα και συχνά συγκυριακή διάσταση που διέκριναν τα στρατόπεδα τόσο της αντίστασης όσο και της συνεργασίας. Αναδείχθηκε επίσης ο κομβικός ρόλος της βίας και του εξαναγκασμού, κάτι που είχε τονιστεί για την πλευρά των νικητών, αλλά είχε αγνοηθεί ή ελαχιστοποιηθεί σε σχέση με τις πρακτικές της Αριστεράς. Ταυτόχρονα, η συστηματική μελέτη της βίας έριξε φως πάνω σ' ένα σκληρό εμφύλιο, τόσο μεταξύ των αντιστασιακών οργανώσεων όσο και ανάμεσα σ' αυτές και τους συνεργάτες. Με κριτήριο το ποσοστό των αμάχων επί του συνόλου των θυμάτων, ο πόλεμος του 1943-44 υπήρξε χειρότερος εμφύλιος απ' αυτόν του 1946-49. Η δεύτερη κατεύθυνση επικεντρώνει στην ενδιάμεση περίοδο 1945-46, αναδεικνύοντας ανάμεσα στα άλλα και τη σχετικά άγνωστη «εαμοκρατία», τους θεσμούς δηλαδή που εγκαθίδρυσε το ΚΚΕ στις περιοχές που έλεγχε ιδίως μετά την απελευθέρωση και ώς την άνοιξη του 1945, τεκμηριώνοντας την ομοιότητά τους με τους θεσμούς που στήθηκαν την ίδια εποχή στις Λαϊκές Δημοκρατίες της Ανατολικής Ευρώπης, την ανασυγκρότηση του κράτους, των κομμάτων και του πολιτικού ανταγωνισμού, τις διώξεις όσων χαρακτηρίστηκαν αριστεροί αλλά και τη διαπλοκή εθνοτικών και πολιτικών ανταγωνισμών, κυρίως στη Βόρεια Ελλάδα. Τέλος, η τρίτη κατεύθυνση έδωσε έμφαση στη μελέτη της περιόδου 1946-1949 με βάση νέα αρχειακά τεκμήρια, κυρίως από χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, αποδεικνύοντας την έκταση της υλικής στήριξης του Δημοκρατικού Στρατού από τις Λαϊκές Δημοκρατίες, και επομένως τον ρόλο του παράγοντα αυτού στην έκρηξη του Εμφυλίου.

Συνολικά οι πρόσφατες αυτές έρευνες συνέβαλαν στο ξεπέρασμα των ασπρόμαυρων προσεγγίσεων της δεκαετίας του '40, αντικαθιστώντας το απλουστευτικό δίδυμο «πατριώτες και προδότες» με μια πιο σύνθετη αντίληψη του παρελθόντος.

Σύγχρονοι παράδοξοι «πόλεμοι της μνήμης»

Το νέο ερευνητικό ρεύμα για τον Εμφύλιο μπορεί να σημάδεψε την ιστορική μελέτη της δεκαετίας του '40 μετά το 2000, αλλά στηρίχθηκε πάνω σε προηγούμενες ερευνητικές προσπάθειες όπως τη διπλωματική ιστορία της δεκαετίας του '80 και της «ιστορίας από τα κάτω» του Mark Mazower. Σήμερα οι μελετητές του Εμφυλίου προέρχονται τόσο από τον χώρο της Ιστορίας όσο και από αυτόν της πολιτικής επιστήμης και άλλων πεδίων των κοινωνικών επιστημών. Χρησιμοποιούν πλειάδα αρχειακών πηγών από το εξωτερικό αλλά και την Ελλάδα, όπως και εργαλεία σαν τη στατιστική ανάλυση. Η ποιότητα και η γονιμότητα του έργου που έχει παραχθεί είναι πλέον απολύτως συγκρίσιμη με χώρες που έχουν αντίστοιχες ιστορικές εμπειρίες και μεγαλύτερη επιστημονική παράδοση.

Αν κάτι ίσως ξεχωρίζει στην ελληνική περίπτωση, αυτό είναι αναμφισβήτητα η υποδοχή που επεφύλαξε στις έρευνες αυτές μερίδα του εγχώριου πανεπιστημιακού και δημοσιογραφικού κατεστημένου. Αναμφίβολα, οι διαμάχες γύρω από τη μελέτη ενός δύσκολου παρελθόντος, οι λεγόμενοι «πόλεμοι της μνήμης», είναι συνηθισμένο φαινόμενο. Παραμένει γεγονός πάντως, πως ο χαρακτήρας, η ένταση και η διάρκεια των αντιδράσεων υπήρξαν ακραίες και σύντομα έχασαν τον επιστημονικοφανή μανδύα τους, περνώντας στον χώρο των συνειδητών διαστρεβλώσεων και των χυδαίων προσωπικών επιθέσεων. Παρατηρήθηκαν έτσι ορισμένα παράδοξα φαινόμενα: πανεπιστημιακοί που είτε είχαν διδάξει σε δευτεροκλασάτα αγγλικά ιδρύματα πριν επιστρέψουν στη θαλπωρή του ελληνικού πανεπιστημίου, είτε δεν την εγκατέλειψαν ποτέ, διατύπωναν κατηγορίες περί επιστημονικής ανεπαρκείας· άνθρωποι με σαφή και προσδιορισμένο κομματικό προσανατολισμό, όπως ο πανεπιστημιακός και νυν βουλευτής του ΚΚΕ Γιώργος Μαργαρίτης, ή αρθρογράφοι κομματικών εντύπων, όπως η «Αυγή», καταλόγιζαν κομματικές εξαρτήσεις και πολιτικές στοχεύσεις. Συχνά, οι επιθέσεις αυτές εκδηλώνονταν από τις σελίδες του «αστικού» Τύπου, τις οθόνες των «καθεστωτικών» ΜΜΕ και τις αίθουσες του δημοσίου πανεπιστημίου. Ως πρόσφατα, θα μπορούσε να χαρακτηρίσει κανείς τις αντιδράσεις αυτές ως γραφικές ενδοπανεπιστημιακές έριδες. Η σημερινή συγκυρία όμως προσφέρει τη δυνατότητα μιας διαφορετικής ανάγνωσης.

Εργαλείο υποκατάστασης παρόντος και μέλλοντος

Αν εξετάσει κανείς τον πολιτικό λόγο που κυριαρχεί στη χώρα από το καλοκαίρι του 2011 και δώθε, θα διαπιστώσει πως προέρχεται απευθείας από το ρητορικό οπλοστάσιο του ΕΑΜ: προδότες, γερμανοτσολιάδες, κουίσλιγκ, κατοχική κυβέρνηση Τσολάκογλου, κυβέρνηση δωσίλογων κ.λπ. Σε ένα δεύτερο, ίσως λιγότερο άναρθρο αλλά εξίσου ιστορικά αναλφάβητο επίπεδο, διακρίνει κανείς, ήδη από τα επεισόδια του Δεκεμβρίου 2008, συνθηματολογικές αναφορές αριστερίστικων και αναρχικών γκρουπούσκουλων στην ίδια περίοδο με κεντρικό θέμα το «Βάρκιζα τέλος». Τέλος, σε ένα τρίτο πιο εκλεπτυσμένο επίπεδο, οι διανοούμενοι της Αριστεράς, που κατασκεύασαν και διέδωσαν το πολιτικό αυτό ιδίωμα, παρουσιάζουν την εκλογική επίδοση του ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές του Μαΐου με αντίστοιχους όρους: ως τη γαργαλιστική προοπτική μιας φαντασιακής επιστροφής στο ΕΑΜ, δηλαδή στην απόλυτη κυριαρχία της κομμουνιστικής Αριστεράς. Ενδεικτικά, ο συγγραφέας Νίκος Κουνενής κάνει λόγο για «συνθήκες ανοιχτού -πλέον- κοινωνικοπολιτικού πολέμου» και παραλληλίζει τις σημερινές εξελίξεις με την «εποποιία της αντίστασης», καταλήγοντας πως αν θα επαναληφθεί η Βάρκιζα «εξαρτάται από μας και μόνο, όχι απ' αυτούς». Στο ίδιο μήκος κύματος, ο καθηγητής Αντώνης Λιάκος εύχεται το τέλος των «μετανοημένων αριστερών» που «ολοφύρονται για τις αμαρτίες τους προσκυνώντας όσα απέρριπταν» και διακηρύσσει πως έφθασε η ώρα η ιστορία της Αριστεράς να μετασχηματισθεί από μοιρολόι για ήττες σε ευκαιρία να χτυπηθεί ο «πάγος της ευρωπαϊκής συντηρητικής παλινόρθωσης». «Ενέχει κινδύνους αλλά είναι συναρπαστικό αυτό που ζούμε», καταλήγει με εφηβικό ενθουσιασμό.

Στη φαντασία των ανθρώπων αυτών, η Ελλάδα της κρίσης δεν αποτελεί παρά τον τερματισμό ενός εφιάλτη που ξεκίνησε με τη συνθήκη της Βάρκιζας τον Φεβρουάριο του 1945 και την αφετηρία μιας ανέλπιστης όσο και μεγαλειώδους ρεβάνς πάνω στην Ιστορία, αφού (εντελώς ναρκισσιστικά) αφορά το «παρόν και το μέλλον όχι μόνο της Ελλάδας, αλλά και της Ευρώπης» και γιατί όχι του κόσμου ολόκληρου.

Με τον παράξενο αυτό τρόπο, ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος συνεχίζει την ιστορική του τροχιά, δείχνοντάς μας πως οι άνθρωποι που δήθεν τον μελέτησαν για να κατανοήσουν το παρελθόν, στην πραγματικότητα επεδίωκαν να υποκαταστήσουν το παρόν και το μέλλον. Και πως οι κατ' εξοχήν προνομιούχοι της μεταπολίτευσης, που απόλαυσαν μιαν άνετη ζωή στην αγκαλιά του ελληνικού δημόσιου πανεπιστημίου και διαμόρφωσαν την ιστορική και πολιτική συνείδηση του ελληνικού λάου, απαρνούνται το ίδιο το σύστημα που τους ανέδειξε, ξεχνώντας πως δίχως αυτό χάνουν τον λόγο που υπάρχουν.

* Ο κ. Στάθης Ν. Καλύβας είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Yale.

Αναδημοσίευση από http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_ell_100004_17/06/2012_485832