Κυριακή, 30 Δεκεμβρίου 2012

Μνήμη και λήθη του Εμφυλίου

Οι δύο πλευρές επιχείρησαν να ξεχάσουν το παρελθόν και να επιστρέψουν σε μια ειρηνική συμβίωση

Της Ελενης Πασχαλουδη*

Η θεσμική μνήμη μιας κοινωνίας συνήθως συγκροτείται από ιστορικά γεγονότα και σύμβολα που προάγουν την κοινωνική και την εθνική συνοχή, αλλά και την αίσθηση της ιστορικής συνέχειας στον χώρο και στον χρόνο. Γι’ αυτό, κατά κανόνα δεν θεωρούνται αξιομνημόνευτες όλες οι ιστορικές στιγμές μιας χώρας ούτε και φυσικά εορτάσιμες. Αντίθετα, επιλέγονται για να αναδειχθούν και να εορταστούν γεγονότα θετικής σημασίας που μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως σύμβολα εθνικής υπερηφάνειας και ως παραδείγματα προς μίμηση. Τέτοια γεγονότα μπορεί να είναι, για παράδειγμα, η απόκρουση ενός παντοδύναμου ή επικίνδυνου εχθρού (28 Οκτωβρίου 1940) ή η επανάσταση με σκοπό την ίδρυση εθνικού κράτους (25 Μαρτίου 1821). Αντίθετα, ένας εμφύλιος πόλεμος, που τελειώνει με την απόλυτη επικράτηση της μιας πλευράς πάνω στην άλλη και συνοδεύεται από μεγάλο αριθμό νεκρών, εξόριστων και φυλακισμένων δεν είναι ένα γεγονός που μπορεί να μνημονεύεται. Ο εορτασμός της νίκης επί ενός αντιπάλου-αδερφού είναι ένα ζήτημα εξαιρετικά λεπτό. Είναι πολύ δύσκολο να συμβαδίσουν η χαρά της νίκης για το τέλος των εχθροπραξιών και ο θρίαμβος των νικητών με την τραγωδία μιας αδελφοκτόνου σύγκρουσης.

Ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος υπήρξε ένας από τους πιο αιματηρούς και καταστροφικούς πολέμους στη νεότερη ελληνική ιστορία. Αμέσως μετά τη λήξη των συγκρούσεων τον Αύγουστο του 1949, επιθυμία όλων, και των νικητών και των ηττημένων, ήταν να ξεχάσουν το παρελθόν για να επιστρέψουν στην ειρηνική συμβίωση, στην πρόοδο και στην ευημερία που υποσχόταν η μεταπολεμική περίοδος. Υπήρχε, όμως, τρόπος να ξεχάσει η κοινωνία αυτήν τη διαίρεση; Και αν δεν την ξεχνούσε πώς θα μπορούσε να τη θυμάται;

Νικητές και ηττημένοι σε διαφορετική πορεία

Ο εμφύλιος πόλεμος και η ήττα των Ελλήνων κομμουνιστών δεν μπορούσαν απλώς να περιπέσουν στη λήθη, παρά την επιθυμία όλων για το αντίθετο. Η κοινωνία πριν από την επιστροφή στην καθημερινότητα είχε ανάγκη, καταρχήν, να ερμηνεύσει τη διαμάχη και να δικαιώσει τους πολεμιστές της. Οι νικητές επιπλέον δεν μπορούσαν να αρκεστούν μόνο στον στρατιωτικό θρίαμβο. Χρειάζονταν και μια πολιτική νίκη, η οποία θα επισφράγιζε τη στρατιωτική και θα εγγυόταν ότι η διαίρεση σε εθνικόφρονες και μη εθνικόφρονες θα οριοθετούσε στο εξής την πολιτική και κοινωνική ζωή. Με άλλα λόγια, μετά τη στρατιωτική συντριβή έπρεπε επιπλέον να διασφαλιστεί και η ολοκληρωτική περιθωριοποίηση των ηττημένων. Η συγκρότηση μιας επίσημης ερμηνείας για το διαιρετικό παρελθόν ήταν, λοιπόν, απαραίτητη προκειμένου να δικαιώσει τις πολιτικές επιλογές των νικητών στο παρελθόν, αλλά κυρίως στο παρόν και στο μέλλον.

Η ερμηνεία αυτή συγκροτήθηκε καταρχήν με τη θεσμοθέτηση της 29ης Αυγούστου 1949 ως εθνικής εορτής το 1950. Από την επόμενη χρονιά, το 1951, ορίστηκε με Β.Δ. ως «ημέρα προσκυνήματος και δεήσεως υπέρ των πεσόντων καθ’ όλον τον αντικομμουνιστικόν αγώνα του Εθνους» και εορτασμού της «πολεμικής αρετής των Ελλήνων». Με αυτόν τον τρόπο ο αντικομμουνιστικός αγώνας αφενός οριζόταν ως συνέχεια των μεγάλων εθνικών αγώνων εναντίον των ξένων επιδρομέων και κατοχυρωνόταν ως η τελευταία μεγάλη νίκη του ελληνικού έθνους εναντίον των εχθρών του. Αφετέρου, η επέτειος αποκτούσε ευρύτερη αποδοχή και θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να αναδειχθεί εξίσου σημαντική με την 28η Οκτωβρίου και την 25η Μαρτίου.

«Εξωθεν»

Παράλληλα, η αφήγηση των νικητών για τον εμφύλιο πόλεμο αποκρυσταλλώνεται και χρησιμοποιείται στον πολιτικό λόγο των κομμάτων της Δεξιάς και του Κέντρου. Η εμφύλια σύγκρουση, ο «συμμοριτοπόλεμος», ερμηνεύεται μέσα από το σχήμα των τριών κομμουνιστικών επαναστάσεων, οι οποίες υπαγορευμένες από τα συμφέροντα του διεθνούς κομμουνισμού είχαν στόχο να υποβιβάσουν την Ελλάδα σε δορυφόρο της Σοβιετικής Ενωσης. Την αποχώρηση των στρατευμάτων Κατοχής το 1944 ακολούθησε η ανταρσία του Δεκεμβρίου, η οποία βύθισε τη χώρα στο χάος του «συμμοριτοπόλεμου» αφού υπέστη την κομμουνιστική επιδρομή η οποία σχεδιάστηκε εξ ολοκλήρου «έξωθεν». Η γενικευμένη σύγκρουση της περιόδου 1946-1949 δεν αντιμετωπίζεται ως εμφύλια, αλλά ως αγώνας μέχρις εσχάτων μεταξύ Ελλήνων και ξένων, δηλαδή Σλάβων, και εντάσσεται στο μακραίωνο παρελθόν της φυλής και σε όλους τους μεγάλους αγώνες που έδωσαν οι Ελληνες για να διασφαλίσουν την ελευθερία τους, ενώ θεωρείται επίσης αυτονόητη συνέχεια του ελληνοϊταλικού πολέμου 1940-1941.

Αντιθέσεις στο Κέντρο

Σε αυτήν την αφήγηση, η οποία κατοχύρωνε τη διαίρεση της εθνικοφροσύνης, βασίστηκε και η πολιτική ταυτότητα της αναδομημένης μεταπολεμικής Δεξιάς. Το Κέντρο, παρόλο που ανήκε στους νικητές του εμφυλίου πολέμου, δεν μπόρεσε ποτέ να ταυτιστεί πλήρως με τις διαιρέσεις της εθνικοφροσύνης. Από τη μια πλευρά ανταγωνιζόταν με τη Δεξιά διεκδικώντας τη θέση του στον χώρο των εθνικοφρόνων. Οι πολιτικοί του Κέντρου εκείνη την εποχή υπενθύμιζαν στους λόγους τους τον ρόλο που έπαιξαν στην τελική έκβαση του πολέμου οι κεντρώες κυβερνήσεις. Από την άλλη πλευρά, όμως, στόχευε στην πολιτική εκπροσώπηση ενός μεγάλου τμήματος της μη κομμουνιστικής Αριστεράς, η οποία κινούνταν εκτός των ορίων της εθνικοφροσύνης. Ετσι, η σχέση της παράταξης με το εμφυλιοπολεμικό παρελθόν παρέμεινε αμφίθυμη και προβληματική, φέρνοντας στην επιφάνεια τις αντιθέσεις στο εσωτερικό της παράταξης και την αδυναμία της να συγκροτηθεί σε ενιαίο κομματικό φορέα.

Για τους ηττημένους τα πράγματα ακολούθησαν διαφορετική πορεία. Μετά την ήττα του 1949, το ΚΚΕ δεν ήταν παρά ένα μικρό παράνομο κόμμα αποτελούμενο από την ηγετική ομάδα και έναν υποτυπώδη κομματικό μηχανισμό. Στην ασφάλεια της υπερορίας ο μηχανισμός αυτός συντηρούσε μια επαναστατική ρητορική, η οποία επαγγελλόταν τη διατήρηση της «επαναστατικής κατάστασης» στην Ελλάδα. Η ρητορική αυτή εκφραζόταν με το γνωστό σύνθημα το «όπλο παρά πόδα». Στο εσωτερικό της χώρας τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά. Οσοι αριστεροί παρέμειναν στην Ελλάδα εκφράστηκαν πολιτικά μέσα από τη Δημοκρατική Παράταξη και κυρίως από την Ενιαία Δημοκρατική Αριστερά (ΕΔΑ), η οποία ιδρύθηκε λίγο πριν από τις εκλογές του 1951. Στον λόγο της ΕΔΑ ο εμφύλιος πόλεμος αποσιωπάται, ενώ αναδεικνύεται το εαμικό-αντιστασιακό παρελθόν το οποίο θα αποτελέσει τη σταθερή αναφορά της Αριστεράς στον μεταπόλεμο

Εγινε θέμα - ταμπού για την ελληνική κοινωνία

Η πρώτη αυτή μετεμφυλιακή περίοδος κλείνει με τη διατύπωση του αιτήματος της λήθης, της οριστικής, δηλαδή, τοποθέτησης του διχαστικού εμφυλίου πολέμου στο παρελθόν. Οι δύο μεγάλοι αντίπαλοι, η Δεξιά και η Αριστερά, σχεδόν ταυτόχρονα εντάσσουν στον πολιτικό τους λόγο τη «λήθη» ως στρατηγική και ως πρόταγμα. Η μνημόνευση των διαιρέσεων, έστω και σε επίπεδο ρητορικής, εκείνη τη χρονική στιγμή δεν θα προσέφερε καμία απολύτως υπηρεσία ούτε στους νικητές ούτε στους ηττημένους. Αντίθετα, θα δυναμίτιζε την προσπάθεια της χώρας να επουλώσει τις πληγές της και να ανασυγκροτηθεί. Ούτε η Δεξιά ούτε η Αριστερά, αντίθετα ίσως με ό,τι πιστεύουμε, θέλησαν να συγκροτήσουν τον πολιτικό τους λόγο με άξονα τη διαίρεση της κοινωνίας. Αντίθετα, νικητές και ηττημένοι, αμέσως μετά τη λήξη του εμφυλίου πολέμου, αναζήτησαν στο παρελθόν γεγονότα, πρότυπα και σύμβολα, των οποίων η υπενθύμιση θα μπορούσε να λειτουργήσει στο παρόν ενωτικά και όχι διαιρετικά.

Για τη Δεξιά, μετά τις εκλογές του 1952 και τη συντριπτική νίκη του Ελληνικού Συναγερμού (Ε.Σ.), το σύνθημα «λήθη στο παρελθόν» αποδείχθηκε σοφή πολιτική επιλογή. Ο Α. Παπάγος παρουσιάστηκε ως «ειρηνοποιός», γεγονός που επέτρεψε στον Ε.Σ. να διευρύνει την επιρροή του στο εκλογικό σώμα και ταυτόχρονα προσέδωσε περισσότερο κύρος στην πολιτική του. Για την Αριστερά, η διατύπωση του αιτήματος της «λήθης» από το ΚΚΕ την άνοιξη του 1951 αποτελεί το εισιτήριο για την επανεγγραφή των αριστερών στην πολιτική ζωή της χώρας. Η εγκατάλειψη της εμφυλιοπολεμικής ρητορικής ήταν απαραίτητη προκειμένου να εδραιώσει η ΕΔΑ την κοινοβουλευτική της παρουσία. Επιπλέον, στο εσωτερικό της παράταξης, η προτροπή της ηγεσίας του ΚΚΕ «να ξεχάσουν όλοι τις παλιές αντιπαραθέσεις», αφού πρέπει να εργαστούν για τον ίδιο σκοπό, στόχευε να αμβλύνει τις αντιθέσεις με τη μη κομμουνιστική Αριστερά και να ενδυναμώσει την ΕΔΑ. Για τον χώρο του Κέντρου, τέλος, οι διαιρέσεις του παρελθόντος αποτελούσαν πάντοτε ένα επικίνδυνο παρελθόν. Η παράταξη, βέβαια, είχε δημιουργηθεί εξαιτίας της ρήξης μεταξύ της Αριστεράς και της Δεξιάς, αλλά η ύπαρξη και η ενδυνάμωσή της προϋπέθεταν την υπέρβασή της.

Στον λόγο του Ε.Σ. ήδη από την προεκλογική περίοδο του 1951, η επίκληση του εμφυλίου πολέμου αποφεύγεται. Αντικαθίσταται από την υπόσχεση για ένα καλύτερο και ειρηνικό μέλλον. Επίσης, από το 1952 και μετά, ο εορτασμός της 29ης Αυγούστου αν και συνεχίζεται δεν προβάλλεται με την ίδια έμφαση από τον Τύπο, ενώ κάθε χρόνο όλο και λιγότεροι εκπρόσωποι της κυβέρνησης παρίστανται στις εκδηλώσεις. Αλλωστε η 29η Αυγούστου δεν έγινε ποτέ επίσημη αργία, όπως συνέβη με τις άλλες δύο εθνικές επετείους. Ο εμφύλιος πόλεμος, ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1950, έγινε ένα θέμα ταμπού για την ελληνική κοινωνία. Παρόλο που οι διαιρέσεις που κληροδότησε καθόρισαν την ελληνική πολιτική ζωή τουλάχιστον μέχρι το 1974, καμία πολιτική δύναμη δεν θέλησε να ταυτιστεί με τις αρνητικές και διαιρετικές συμπαραδηλώσεις που προκαλούσε η υπενθύμισή του.

Αναδημοσίευση από http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_ell_1_22/12/2012_505901

Κυριακή, 16 Δεκεμβρίου 2012

Εμφύλιος, μια ελληνική υπόθεση


Η αδυναμία της κυβέρνησης να επιβάλει τον νόμο και η άρνηση της ηγεσίας του ΚΚΕ να συνεργαστεί με τους αντιπάλους της
Του Θανου Bερεμη*

Η ένοπλη αναμέτρηση του εμφυλίου δεν ήταν προϊόν συνωμοσίας της Αριστεράς ή της Δεξιάς μολονότι ήταν αναπόφευκτο να επιδιώξουν και οι δύο πλευρές να ταυτίσουν το αποτέλεσμα της σύγκρουσης με τα σχέδια των πρωταγωνιστών του Ψυχρού Πολέμου, της Σοβιετικής Ενωσης και των ΗΠΑ. Ομως τον ελληνικό εμφύλιο δεν προκάλεσαν ούτε οι ΗΠΑ, ούτε η Σοβιετική Ενωση αλλά η αδυναμία της ελληνικής κυβέρνησης να επιβάλει τον νόμο και να εξασφαλίσει την ισονομία και η άρνηση της ηγεσίας του ΚΚΕ να συνεργαστεί με τους πολιτικούς της αντιπάλους τους οποίους περιφρονούσε. Υπήρξαν και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, μεταπολεμικές εκρηκτικές κοινωνικές συνθήκες χωρίς όμως να οδηγηθούν στην ένοπλη σύγκρουση.

Περισσότερο από όλες τις μορφές ένοπλης βίας, ο εμφύλιος πόλεμος ενέχει το στοιχείο της οικειότητας ανάμεσα στους εμπόλεμους που καθιστά τις διαφορές τους πιο προσωπικές και γι’ αυτό δυσεπίλυτες. Αν οι μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού έβλεπαν τους αντιπάλους του Εθνικού Στρατού σαν μίσθαρνα όργανα του «μοναρχοφασισμού», οι αντίπαλοι τους θεωρούσαν αποστάτες μιας μεγάλης εθνικής παράδοσης και ενεργούμενα μιας ξενοκίνητης συνωμοσίας. Ετσι ενώ οι πόλεμοι μεταξύ κρατών τερματίζονται συνήθως όταν μια από τις δύο πλευρές επιβληθεί στο πεδίο της αναμέτρησης, ο εμφύλιος συνεχίζεται μέσα στις ψυχές των αντιπάλων πολλά χρόνια μετά την έκβασή του. Τον ελληνικό εμφύλιο προκάλεσαν κυρίως οι Ελληνες και όσο πιο γρήγορα οι ιστορικοί μας αντιληφθούν την απλή αυτή αλήθεια τόσο πιο γρήγορα θα αρχίσει να ξετυλίγεται ο μπερδεμένος μίτος της ιστορικής μας Αριάδνης. Υπήρξαν βέβαια ξένες δυνάμεις που θέλησαν να επωφεληθούν από την αδυναμία της Ελλάδας να επιβάλει την κυριαρχία της σε πληθυσμούς της βορειοδυτικής, κυρίως, Μακεδονίας οι οποίοι είχαν συνεργαστεί με τους κατακτητές και με γιουγκοσλάβικη ενθάρρυνση αναζητούσαν αυτόνομη ή ανεξάρτητη κρατική οντότητα μετά τον Πόλεμο. Μια από τις τελευταίες πράξεις του Νίκου Ζαχαριάδη, γενικού γραμματέα του ΚΚΕ, ήταν η απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ (Ε΄ Ολομέλεια) τον Ιανουάριο του 1949 με την οποία υποσχόταν την «εθνική αποκατάσταση» των Σλαβομακεδόνων. Ο γενικός γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ είχε προφανώς οδηγηθεί στην απόφαση αυτή για το Μακεδονικό από την επιθυμία του να θέσει υπό τον έλεγχο του κόμματός του τους φιλογιουγκοσλάβους κομμουνιστές, τη στιγμή ακριβώς που ο Τίτο, εξαιτίας της ρήξης του με την Κομινφόρμ, είχε αναγκαστεί να αναστείλει τον μακεδονικό αλυτρωτισμό. Ο Ζαχαριάδης έσπευσε να ταυτισθεί με τον αντίπαλο του Τίτο, βουλγαρικό αλυτρωτισμό στη Μακεδονία. Η θέση για την αυτονομία αυτή της Μακεδονίας εγκαταλείφθηκε με απόφαση της ΣΤ΄ Ολομέλειας τον Οκτώβριο του 1949, όμως η ζημιά είχε γίνει πια.

Η σύνθεση των δύο αντιπάλων

Σημαντικοί νέοι ιστορικοί της Θεσσαλονίκης κυρίως καταπιάστηκαν με ευαίσθητα θέματα του εμφυλίου χωρίς δεξιές ή αριστερές αγκυλώσεις. Ομως ακόμα και κατά την εποχή του Ψυχρού Πολέμου δεν είναι αμελητέος ο αριθμός ιστορικών που απέκτησαν πρόσβαση σε αρχειακό υλικό που μέχρι την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού ήταν απρόσιτο. Οι Φίλιππος Ηλιού, Βασίλης Κόντης, Σπύρος Σφέτας, Ιάκωβος Μιχαηλίδης, Κώστας Κατσάνος, Κατερίνα Τσέκου υπήρξαν μερικοί από αυτούς. Ολοι αυτοί και πολλοί ακόμα που ασχολήθηκαν με πτυχές του ελληνικού εμφυλίου είναι δυνατό να καταταχθούν στις γνωστές ιστοριογραφικές κατηγορίες: την ορθόδοξη ή παραδοσιακή, την αναθεωρητική και τη μετα-αναθεωρητική ή ρεαλιστική. Και αν η ιστορία του ΚΚΕ του Γεωργίου Κούσουλα τοποθετείται εύκολα στην παραδοσιακή κατηγορία, πού να κατατάξουμε τον Κ. Μ. Γουντχάουζ αυτόπτη του εμφυλίου και πρωταγωνιστή; Αξίζει να θυμίσουμε ότι ο Γουντχάουζ ως συντηρητικός βουλευτής στο βρετανικό Κοινοβούλιο άσκησε αυστηρή κριτική κατά της ελληνικής στρατιωτικής δικτατορίας και στο αυτοβιογραφικό του έργο «Something Ventured», κατέκρινε την πατρίδα του για την πολιτική της στο Κυπριακό. Πού να κατατάξουμε ακόμα τον Γιάννη Ιατρίδη που πρώτος έγραψε επιστημονικά για τον Δεκέμβριο του 1944 και υπήρξε υπεύθυνος για το «αναθεωρητικό» συνέδριο για την περίοδο 1944-49; Ασφαλώς ούτε παραδοσιακός είναι ούτε και αναθεωρητικός και σίγουρα όχι μετα-αναθεωρητικός. Τι είναι; Ισως όπως οι περισσότεροι ξεχωριστοί της επιστήμης, πρόδρομος μιας μελλοντικής ανεξάρτητης ιστοριογραφίας.

Και πρώτα από όλα μια ματιά στα δύο αντίπαλα στρατόπεδα που δεν είχαν ενιαίο ιδεολογικό χαρακτήρα. Οι αριστεροί πέραν του ΚΚΕ αγκάλιαζαν μια ευρύτερη τάξη που ταυτίστηκε με την ένοπλη αντίσταση κατά του κατακτητή και αποτέλεσε ένα δυναμικό και ακέραιο ηθικά τμήμα της κατεχόμενης Ελλάδας. Ακόμα και πρόκριτοι του βενιζελισμού, όπως ο Κυριάκος Βαρβαρέσος, είχαν να πουν επαινετικά λόγια για όσους επάνδρωσαν την Αντίσταση ως μια νέα μεταρρυθμιστική δύναμη στην ελληνική κοινωνία. Ο πυρήνας βέβαια του Δημοκρατικού Στρατού, πολύ περισσότερο από τους συναγωνιστές του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, επέδειξε υποδειγματική πειθαρχία στα κελεύσματα της Μόσχας. Οταν επήλθε η ρήξη του Τίτο με τον Στάλιν, η ηγεσία του ΚΚΕ προτίμησε να ταυτιστεί με τον λιγότερο αποτελεσματικό για τις ανάγκες του Δημοκρατικού Στρατού σύμμαχο. Το κόστος της επιλογής υπήρξε υψηλότατο για τους Ελληνες κομμουνιστές.

Οι αντικομμουνιστές

Το αντικομμουνιστικό στρατόπεδο κάθε άλλο παρά ενιαίο υπήρξε ώστε να δυσκολεύεται σήμερα ο ιστορικός να το προσδιορίσει μονολεκτικά. Αν εξαιρεθούν οι συνεργάτες του κατακτητή που δικάστηκαν μεταπολεμικά, το φάσμα που παραμένει εξακολουθεί να περιλαμβάνει όσους προτίμησαν την ακινησία κατά την Κατοχή, τους πρόθυμους και απρόθυμους αντιστασιακούς, την κυβέρνηση εν εξορία η οποία θεωρήθηκε από πολλούς συνέχεια του μεταξικού καθεστώτος και του άνακτος που το ευλόγησε, τους βασιλόφρονες που επανέφεραν τον Γεώργιο στην Ελλάδα το 1946, αλλά και τους φιλελεύθερους όλων των κατηγοριών που συμμετείχαν στην κυβέρνηση Τσαλδάρη-Σοφούλη. Αναμφίβολα οι πολιτικοί που αποτέλεσαν το αντικομμουνιστικό στρατόπεδο του 1946-49 δεν υπήρξαν ηγέτες με ιδεολογική συνοχή και όραμα. Πολιτικοί όπως ο Κανελλόπουλος, ο Παπανδρέου, ο Καρτάλης και ακόμα και ο Πλαστήρας, δεν κατάφεραν παρά τις ικανότητες, την τιμιότητα και τη φαντασία που τους διέκρινε, να οικοδομήσουν μια ενιαία προοδευτική παράταξη. Η δεξιά που αναδεικνύεται δεν βαδίζει πάνω στα χνάρια του προπολεμικού Λαϊκού Κόμματος. Απευθύνεται κυρίως στην ανασφάλεια των μαζών και στην αναρρίπιση του εθνικισμού και άλλων παραδοσιακών αξιών.

Κίνητρα και ελιγμοί των ξένων δυνάμεων

Οι μεγάλες δυνάμεις που ενίσχυσαν τα δύο στρατόπεδα κινήθηκαν βέβαια από ιδιοτελή κίνητρα, όμως θα ήταν υπερβολικό το συμπέρασμα ότι ο Εμφύλιος υποκινήθηκε αποκλειστικά από αυτές. Οι Βρετανοί αντιμετώπισαν το κίνημα του Δεκεμβρίου 1944 ως πρόκληση του ΚΚΕ κατά της ζώνης επιρροής που θέλησαν να κατασκευάσουν μεταπολεμικά στην ανατολική Μεσόγειο. Η συμφωνία Στάλιν-Τσώρτσιλ στη Μόσχα για τη διανομή των Βαλκανίων, άλλωστε, έδωσε στους Βρετανούς τη βεβαιότητα ότι οι σύμμαχοι της Μόσχας θα υπάκουαν στα κελεύσματα του Στάλιν. Η πραγματικότητα αποδείχθηκε περίπλοκη καθώς ο Στάλιν στάθμιζε με προσοχή το συμφέρον του κέντρου του υπαρκτού σοσιαλισμού και ήταν πάντοτε έτοιμος να θυσιάσει το συμφέρον των μικρών συμμάχων στον βωμό των προτεραιοτήτων του. Ετσι, κατά την περίοδο 1946-49 όταν ο Στάλιν αντελήφθη ότι ο έλεγχός του στην Ελλάδα και τη Γιουγκοσλαβία ήταν περιορισμένος, προτίμησε τη σύγκρουση με τους Γιουγκοσλάβους για να στείλει μηνύματα πειθαρχίας στους άλλους ανατολικούς συμμάχους του. Η κίνηση αυτή σήμαινε την εγκατάλειψη των Ελλήνων ανταρτών και την άρνηση δημιουργίας ενός χρόνιου μετώπου στα Βαλκάνια που χάρη στην αμερικανική ισχύ θα μπορούσε να αποδειχθεί εξαιρετικά δαπανηρό για τα σοβιετικά συμφέροντα.

Οι ΗΠΑ παρέλαβαν την Ελλάδα από τους Βρετανούς όταν αυτοί έπαψαν να είναι σε θέση να χρηματοδοτούν την ετοιμόρροπη ελληνική οικονομία. Η αμερικανική βοήθεια, στρατιωτική και άλλη, αποδείχθηκε πολύτιμη για το αντικομμουνιστικό στρατόπεδο. Θα ήταν ίσως δίκαιο να πούμε ότι ο Εμφύλιος θα βράδυνε για πολλά ακόμα χρόνια αν δεν είχε υπάρξει η αμερικανική συμβολή. Η συμβολή αυτή ήταν υπεύθυνη για τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας του Εθνικού Στρατού αλλά όχι του μεταπολεμικού ελληνικού Δημοσίου. Το αμερικανικό κίνητρο για την εμπλοκή στις ελληνικές υποθέσεις υπήρξε η εντύπωση ότι η Σοβιετική Ενωση σχεδίαζε να επεκταθεί σε όλη την ανατολική Μεσόγειο. Ο ελληνικός εμφύλιος προσέφερε στους Σοβιετικούς και τους Αμερικανούς ευκαιρίες αλλά και καταναγκασμούς. Οταν ο Στάλιν κατάλαβε ότι αδυνατούσε πλέον να επεκταθεί ιδεολογικά στις ζώνες επιρροής των Αμερικανών, προτίμησε την αναδίπλωση και τη συντήρηση των κεκτημένων του στην ανατολική Ευρώπη. Η θέση του ΚΚΕ ήταν πλέον προδιαγεγραμμένη.

*Ο κ. Θάνος Βερέμης είναι αντιπρόεδρος του ΕΛΙΑΜΕΠ

Αναδημοσίευση από http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_ell_2_16/12/2012_505231

Δευτέρα, 3 Δεκεμβρίου 2012

Τα Δεκεμβριανά του 1944

Γιώργος Μαργαρίτης 

Η πορεία προς την σύγκρουση

   Στις 9 Νοεμβρίου έφθασε στην Αθήνα η 3η Ορεινή Ταξιαρχία, προερχόμενη από το μέτωπο της Ιταλίας όπου είχε "ματώθεί" με προσωπική εντολή του Τσώρτσιλ - με τρόπο ώστε να αποκτήσει χρήσιμες "δάφνες δόξας" ενόψει της ουσιαστικής  αποστολής της στην Αθήνα. Η πανηγυρική υποδοχή της έβγαλε στους δρόμους όλη τη δύναμη των αντιεαμικών χώρων στην Αθήνα. Είχαν επιτέλους τον "δοκό τους" στρατό στην πρωτεύουσα. Οι Βρετανοί του στρατηγού Σκόμπυ θεώρησαν επίσης ότι η άφιξη αυτού του "επίσημου" ελληνικού στρατού επέτρεπε και επέβαλε τον αφοπλισμό των "ανεπίσημων" στρατών της Αντίστασης, του ΕΛΑΣ δηλαδή. Η Αριστερά, που γνώριζε καλά τον τρόπο συγκρότησης της Ορεινής Ταξιαρχίας από φιλοβασιλικά στοιχεία μετά την διάλυση του ελληνικού στρατού της Μέσης Ανατολής τον Απρίλιο του 1944, δεν αποδέχθηκε αυτή τη λογική. Η γύρο από τον "αφοπλισμό" διαμάχη τέθηκε έτσι σε τροχιά.
   Οι πιέσεις από την πλευρά των Βρετανών, οι "διαταγές" του στρατηγού Σκόμπυ και οι αιματηρές προκλήσεις από τους έγκλειστους στα κεντρικά ξενοδοχεία "δωσίλογους" πολλαπλασιάστηκαν τις επόμενες ημέρες. Η σχεδόν "επίσημη" μαζική απόδραση 668 στελεχών του κατοχικού κράτους από τις φυλακές Αβέρωφ βάρυνε το κλίμα. Βρετανικές ενισχύσεις - ολόκληρη η 4η Ινδική Μεραρχία - έσπευσαν προς την Αθήνα και στο αεροδρόμιο του Ελληνικού εγκαταστάθηκαν σμήνη βρετανικών μαχητικών. Οι συσχετισμοί επέτρεπαν πλέον τα τελεσίγραφα. Ο στρατηγός Σκόμπυ ζήτησε την αποστράτευση της Εθνικής Πολιτοφυλακής - των αστυνομικών δυνάμεων του ΕΑΜ - την 1η Δεκεμβρίου και του ΕΛΑΣ στις 10 Δεκεμβρίου. Μαζί του διαλυόταν ο ΕΔΕΣ στην Ήπειρο χωρίς όμως να θιγούν οι επίμαχες δυνάμεις της Ορεινής Ταξιαρχίας, της αστυνομίας και χωροφυλακής ή έστω της ημιεπίσημης Χ του Γρίβα. Η επιλεγμένη διαδικασία μάλλον δεν διασφάλιζε το μέλλον - πολιτικό ή βιολογικό - της Αριστεράς και των αριστερών.
   Στην ουσία επρόκειτο για την ολοκλήρωση προσεκτικών, όσο και αποφασιστικών, κινήσεων που είχαν ξεκινήσει τις παραμονές της Απελευθέρωσης` η "κρυφή" τοποθέτηση του Σπηλιωτόπουλου και του επιτελείου των "εθνικών δυνάμεων" στην στρατιωτική διοίκηση της Αθήνας. Ο εξοπλισμός με βρετανικά όπλα - που έφθασαν με μικρά σκάφη στο Πόρτο Ράφτη πριν ακόμα αναχωρήσουν οι Γερμανοί από την Αθήνα - των έμπιστων μονάδων της Χωροφυλακής, της αστυνομίας και της οργάνωσης Χ, η στρατιωτική οργάνωση - σε συντάγματα - των ενόπλων των "εθνικών οργανώσεων" και η στρατηγική τοποθέτησή τους στο κέντρο της Αθήνας κοντά στα κυβερνητικά κτίρια, η συνεχής ροή δυνάμεων από τη Μέση Ανατολή και την Ιταλία με κορύφωση την άφιξη της Ορεινής Ταξιαρχίας, η μεταφορά στελεχών της χωροφυλακής αλλά και του ΕΔΕΣ στην πρωτεύουσα, αποτέλεσαν ψηφίδες μιας στρατηγικής που εύλογα θα μπορούσε να την ονομάσει κανείς πραξικόπημα. Την ίδια στιγμή η Αριστερά καταγγέλλονταν συνεχώς για "παραβιάσεις των συμφωνιών", ενώ "δοκιμαστικά" άρχιζαν και οι πρώτες δικαστικές διώξεις στελεχών της Αντίστασης.
   Για το ΕΑΜ και την Αριστερά η κατάσταση πλησίαζε το αδιέξοδο. Οι δυνάμεις τους ήταν κυρίαρχες σε όλη την εκτός Αθηνών Ελλάδα. Όμως στην πρωτεύουσα χτίζονταν προσεκτικά ένα καθεστώς που καμία συμφωνία δεν είχε προβλέψει. Η βρετανική αποφασιστικότητα εμπόδιζε κάθε συζήτηση και ακύρωνε "εν τη γενέσει" κάθε εναλλακτικό σχέδιο. Μερικές κινήσεις εντυπωσιασμού και επίδειξης δύναμης - η σύσκεψη των Καπεταναίων στη Λαμία στις 17 Νοεμβρίου και ο εορτασμός της 26ης επετείου από την ίδρυση του ΚΚΕ στις 19 του ίδιου μήνα - δεν έκαμψαν την επιμονή του Σκόμπυ. Από την άλλη η ηγεσία της Αριστεράς έπρεπε να λάβει υπόψη της τόσο την ανάγκη για εξωτερική επισιτιστική βοήθεια όσο και τις περιπλοκές που θα προέκυπταν από τη σύγκρουση με τα συμμαχικά στρατεύματα ενώ ο πόλεμος διαρκούσε ακόμα. Το αδιέξοδο φαινόταν απόλυτο.
   Την 1η Δεκεμβρίου εξαιτίας αυτού του αδιεξόδου αλλά και εσωτερικών προστριβών, οι υπουργοί της Αριστεράς παραιτήθηκαν από την κυβέρνηση Παπανδρέου. Η τελευταία απάντησε σε αυτή την κίνηση με καταιγισμό διαταγμάτων κατά της Αριστεράς. Το ΕΑΜ και τα κόμματα της Αριστεράς οργάνωσαν συγκέντρωση διαμαρτυρίας για την Κυριακή 3 Δεκεμβρίου και κήρυξαν γενική απεργία από την Δευτέρα 4 Δεκεμβρίου. Ο δρόμος προς τα Δεκεμβριανά είχε φθάσει στο τέλος του.

Η Αθήνα πεδίο μάχης 

   Η μεγάλη διαδήλωση της Κυριακής 3 Δεκεμβρίου χτυπήθηκε στην πλατεία Συντάγματος από πυροβολισμούς που ρίχθηκαν από το κτίριο της Αστυνομικής Διεύθυνσης της Αθήνας. Υπήρξαν νεκροί - 16 ή 17 - και πολλοί τραυματίες. Το πολιτικό μήνυμα της επίθεσης ήταν σαφές: οι Βρετανοί δεν θα υποχωρούσαν ακόμα και αν η στάση τους οδηγούσε σε λουτρό αίματος στη μόλις απελευθερωμένη Αθήνα. Στην ουσία επρόκειτο για την τελευταία στάση της πολιτικής πριν αναλάβουν την επίλυση των διαφορών τα όπλα. Από τις 2 Δεκεμβρίου ο ΕΛΑΣ κινητοποιούσε τις δυνάμεις του.
   Καθώς ξημέρωνε η Δευτέρα 4 Δεκεμβρίου, το κλίμα στην Αθήνα γινόταν περισσότερο βαρύ και ηλεκτρισμένο. Τα αιματηρά γεγονότα στο συλλαλητήριο του ΕΑΜ της προηγούμενης ημέρας προκάλεσαν νέες συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας όπου περίσσευε η οργή. Η γενική απεργία παρέλυσε κάθε δραστηριότητα στο κέντρο της πόλης, η παροχή ηλεκτρικού διακόπηκε και, σε πολλές περιοχές, σταμάτησαν να λειτουργούν τα τηλέφωνα. Στον Πειραιά η εκφόρτωση των πλοίων σταμάτησε και τα περισσότερα από αυτά διατάχτηκαν να αγκυροβολήσουν έξω από το λιμάνι. Τον εκκωφαντικό θόρυβο των αεροπλάνων που πετούσαν σε χαμηλό ύψος, ρίχνοντας φυλλάδια με τις διαταγές της βρετανικής στρατιωτικής διοίκησης, συμπλήρωναν οι φωνές και τα συνθήματα που αναπαράγονταν σε κάθε συνοικία από τα χωνιά των οργανώσεων της Αριστεράς, ΕΑΜ, Ενιαία Πανελλαδική Οργάνωση Νέων (ΕΠΟΝ), ΚΚΕ. Προοδευτικά νέοι ήχοι προστέθηκαν στους προηγούμενους. Πυκνοί πυροβολισμοί ξεσπούσαν γύρο από το κέντρο και τις συνοικίες της Αθήνας. Μέλη των δεξιών οργανώσεων και δωσίλογοι (στελέχη του κατοχικού κράτους) "υπό περιορισμό"  σε κεντρικά ξενοδοχεία χτυπούσαν τις διαδηλώσεις του ΕΑΜ που αυτή τη φορά συνοδεύονταν από ενόπλους. Την ίδια στιγμή οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ της Αθήνας καταλαμβάνουν τα αστυνομικά τμήματα και αφοπλίζουν τους αστυνομικούς. Σε λίγες ώρες είχαν καταληφθεί 17 τμήματα και ο οπλισμός του προσωπικού τους προστέθηκε στα όπλα του ΕΛΑΣ. Στο Θησείο και στα Πετράλωνα οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ συγκρούστηκαν με μερικές εκατοντάδες μέλη της Χ του Γρίβα. Όταν η κατάσταση έγινε δύσκολη για τους τελευταίους, ισχυρά βρετανικά αποσπάσματα επενέβησαν για να τους απεγκλωβίσουν και να τους μεταφέρουν στο κέντρο της πόλης.
   Την επομένη, στις 5 Δεκεμβρίου, πραγματοποιήθηκαν ακόμα μια φορά μεγάλες διαδηλώσεις του ΕΑΜ στις συνοικίες. Ήταν όμως φανερό πλέον ότι τον λόγο είχαν τα όπλα. Η ραγδαία επιδείνωση της κατάστασης είχε οπωσδήποτε αιφνιδιάσει και τα δύο στρατόπεδα. Στην αρχή των μαχών οι Βρετανοί είχαν στην Αθήνα και στον Πειραιά μία ελλειπή ταξιαρχία τεθωρακισμένων, την 23η, η οποία όμως είχε εξοπλιστεί για την περίσταση με μία επιλαρχία αρμάτων Sherman, των 35 τόνων, ακαταμάχητα για οποιοδήποτε όπλο που ο ΕΛΑΣ μπορούσε να διαθέτει. Υπήρχαν επίσης μονάδες αλεξιπτωτιστών και δύο τάγματα πεζικού που έφθασαν αεροπορικός στην αρχή των γεγονότων, συνολικά 5.000 άνδρες. Αντίθετα υπήρχε ένα πλήθος βοηθητικών μονάδων με το προσωπικό τους, σχεδόν 10.000 άτομα, η προστασία των οποίων έθετε προβλήματα στον γενικό διοικητή, τον στρατηγό Σκόμπυ. Σε αυτές τις δυνάμεις προστέθηκαν τα πιστά στην κυβέρνηση Παπανδρέου ελληνικά στρατεύματα, η 3η Ορεινή Ταξιαρχία με 2.800 άνδρες, μονάδες της Χωροφυλακής, της αστυνομίας και των οργανώσεων τύπου Χ με 2.500 έως 3.000 ενόπλους. Ως εφεδρεία αυτών των δυνάμεων υπολογίζονταν οι περίπου 12.000 άνδρες των Ταγμάτων Ασφαλείας και άλλων δωσιλογικών σωμάτων που βρίσκονταν "έγκλειστοι" είτε στην Αθήνα είτε σε νησιά του Σαρωνικού.Ο όγκος των βρετανικών ενισχύσεων - τρεις μεραρχίες πεζικού, η 4η Ινδική, η 4η και 46η Βρετανικές, σε πρώτη φάση - θα έφθαναν στα μέσα Δεκεμβρίου.
   Από την άλλη πλευρά η μεγάλη μονάδα του ΕΛΑΣ της Αθήνας, το Α΄ Σώμα Στρατού, είχε μεν στα χαρτιά μία καταγεγραμμένη δύναμη που πλησίαζε τις 20.000 γυναίκες και άνδρες, διέθετε όμως μόλις 6.000 όπλα, πολλά από τα οποία πιστόλια και περίστροφα. Επιπλέον, από την Απελευθέρωση και μετά, οι δυνάμεις του βρίσκονταν σε κατάσταση αποστράτευσης και στην ουσία έπρεπε να συγκροτηθούν από την αρχή. Ο εφοδιασμός σε πυρομαχικά εξαρτιόταν από τη δυνατότητα αφοπλισμού των αντιπάλων του.
   Οι μονάδες του ΕΛΑΣ της επαρχίας ήταν σε καλύτερη κατάσταση. Οι μονάδες της Στερεάς, η IIη και η ΧΙΙΙη μεραρχίες, είχαν περίπου 5.000 ενόπλους κοντά στην Αθήνα. Μία από τις καλύτερες μονάδες του όμως, το 2ο Σύνταγμα, αφοπλίστηκε από βρετανικά στρατεύματα στη Φιλοθέη, στο Κολέγιο Αθηνών, λίγο πριν αρχίσουν οι συγκρούσεις, εξαιτίας απουσίας σαφών οδηγιών για την στάση απέναντι στον αγγλικό στρατό. Οπωσδήποτε ήταν ένα σοβαρό πλήγμα για τον ΕΛΑΣ. Η ενίσχυση των δυνάμεων του ΕΛΑΣ στην Αθήνα από δυνάμεις της κεντρικής και της βόρειας Ελλάδας ήταν προβληματική εξαιτίας των αποστάσεων - χρειαζόταν 12 έως 15 ημέρες πορεία για την άφιξη δυνάμεων από την Θεσσαλία - της απουσία μεταφορικών μέσων και της βρετανικής κυριαρχίας στον αέρα. Πάντως στη διάρκεια των μαχών έφθασαν στην Αθήνα μονάδες από την Πελοπόννησο, τη Στερεά ή και τη Θεσσαλία (η Ταξιαρχία Ιππικού και το 54ο Σύνταγμα), συνολικά 6.000 έως 7.000 ένοπλοι.
   Οι συγκρούσεις κλιμακώθηκαν προοδευτικά και τις πρώτες τουλάχιστον ημέρες πήραν τη μορφή κλεφτοπολέμου. Οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ προσπαθούσαν να καταστρέψουν τις ελληνικές μονάδες των αντιπάλων τους χωρίς όμως να εμπλακούν σε μάχες με τα βρετανικά στρατεύματα. Πίστευαν ίσως ότι με τον τρόπο αυτό θα εξανάγκαζαν τους Βρετανούς να έρθουν σε συμβιβασμό καθώς δεν θα διέθεταν πλέον τοπικά στηρίγματα. Για τον λόγο αυτό οι μεμονωμένες βρετανικές μονάδες στην Αττική και στην επαρχία δεν δέχτηκαν επίθεση και μάλιστα μπόρεσαν να μετακινηθούν σχεδόν ελεύθερα. 
   Το σχέδιο αυτό δεν καρποφόρησε εξαιτίας της αδυναμίας του ΕΛΑΣ να νικήσει τόσο τις δυνάμεις της Ορεινής Ταξιαρχίας που βρίσκονταν εγκατεστημένες στο Γουδί μέχρι και τους Αμπελοκήπους, όσο και τις δυνάμεις της χωροφυλακής που βρίσκονταν οχυρωμένες στο στρατόπεδο Μακρυγιάννη, κάτω από την Ακρόπολη. Οι αποτυχίες αυτές οφείλονταν στην καθυστερημένη άφιξη των μονάδων του ΕΛΑΣ της επαρχίας, στην εμφανή κατωτερότητα του οπλισμού του ΕΛΑΣ της Αθήνας και προπαντός στην παρέμβαση των βρετανικών δυνάμεων κάθε φορά που η μάχη έφθανε σε κρίσιμο σημείο.  Η κατάληψη από τον ΕΛΑΣ κτιρίων στην περιφέρεια και η ουσιαστική κυριαρχία του σε όλες τις συνοικίες της Αθήνας και του Πειραιά δεν μπορούσε να οδηγήσει σε νίκη. Αντίθετα οι βρετανικές δυνάμεις με την αδιάκοπη υποστήριξη των αεροπλάνων που πολυβολούσαν και βομβάρδιζαν τις συνοικίες της πόλης και του ναυτικού πυροβολικού, εγκατέστησαν ένα προγεφύρωμα στο Φάληρο στο οποίο άρχισαν να συγκεντρώνουν ισχυρές δυνάμεις. Ταυτόχρονα άρχισαν να εξοπλίζουν εκ νέου τα πρώην μέλη των Ταγμάτων Ασφαλείας δημιουργώντας  Τάγματα Εθνοφυλακής.
    Οι πρώτες βρετανικές απώλειες συνέβησαν στις 6 Δεκεμβρίου στις επιχειρήσεις εκκαθάρισης της οδού Πανεπιστημίου όπου και καταλήφθηκαν τα γραφεία του ΕΑΜ και του ΚΚΕ στην οδό Κοραή. Η πρώτη όμως συγκροτημένη επίθεση του ΕΛΑΣ ενάντια σε βρετανικές δυνάμεις έγινε τι νύχτα της 12ης προς 13η Δεκεμβρίου στα Παραπήγματα, στο σημερινό Πάρκο της Ελευθερίας πίσω από το Μέγαρο Μουσικής. Στη λυσσαλέα σύγκρουση οι Βρετανοί είχαν 150 νεκρούς, τραυματίες και αιχμαλώτους. Η αναμέτρηση έφθασε έτσι στη δεύτερη και σκληρότερη φάση της. 

Η ολοκληρωτική σύγκρουση 

Η βρετανική αντεπίθεση άρχισε στις 13 με 14 Δεκεμβρίου, καθώς έφθαναν οι πρώτες σημαντικές ενισχύσεις από το μέτωπο της Ιταλίας και ολοκληρωνόταν η συγκέντρωση στη Αθήνα των βρετανικών στρατευμάτων που βρίσκονταν έως τότε στην ελληνική επαρχία. Οι πρώτες βρετανικές επιδιώξεις ήταν η εξασφάλιση του λιμανιού του Πειραιά και η διασφάλιση της σύνδεσής του με το πολιορκημένο κέντρο της Αθήνας. Οι άξονες της επίθεσης θα ήταν η λεωφόρος Συγγρού και, όταν εξασφαλιζόταν ο Πειραιάς, η οδός Πειραιώς. Εξυπακούεται ότι ταυτόχρονα έπρεπε να ενισχυθούν οι δυνάμεις που υπεράσπιζαν το μέτωπο της Αθήνας, τη γραμμή μάχης που ξεκινούσε από το Παναθηναϊκό Στάδιο και τον λόφο του Αρδηττού, έφθανε έως τους στενούς δρόμους στα δυτικά της Ομόνοιας, ενώ από του Μακρυγιάννη έφθανε έως το Πεδίο του Άρεως, τους Αμπελοκήπους και το Γουδί.Ο ΕΛΑΣ
   Οι Βρετανοί πίστευαν ότι, ύστερα από δέκα ημέρες συγκρούσεων, η μάχη πλησίαζε προς το τέλος της. Ο ΕΛΑΣ δεν είχε πετύχει κανέναν από τους βασικούς στόχους του ενώ οι βρετανικές θέσεις είχαν σημαντικά ενισχυθεί. Οι απώλειες δεν ήταν ακόμα σοβαρές. Έως τις 15 Δεκεμβρίου οι Βρετανοί είχαν 63 νεκρούς (11 αξιωματικούς), 228 τραυματίες και 235 αγνοούμενους αιχμαλώτους στα χέρια του ΕΛΑΣ. Ο τελευταίος αντίθετα είχε χάσει - σύμφωνα με τις βρετανικές εκτιμήσεις - 4.000 μαχητές του από τους οποίους οι 2.900 ήταν αιχμάλωτοι στα χέρια των Βρετανών.
   Οι βρετανικές εκτιμήσεις αποδείχθηκαν γρήγορα υπερβολικά αισιόδοξες. Ο ΕΛΑΣ - ιδιαίτερα τα εφεδρικά του τμήματα της Αθήνας που σήκωσαν το βάρος των συγκρούσεων - είχε την ικανότητα να αναγεννιέται έπειτα από κάθε σύγκρουση. Εθελοντές δεν έλειπαν και μόνο ο διαθέσιμος οπλισμός περιόριζε τις δυνατότητες του. Οι επιθέσεις που εξαπέλυσαν οι βρετανικές δυνάμεις τις επόμενες ημέρες αντιμετώπισαν ισχυρή αντίσταση και πραγματοποίησαν αργές προόδους. Στον Πειραιά χρειάστηκαν διήμερες συγκρούσεις για να κλείσει ο σταθ΄μος της Τερψιθέας και να ανοίξει για τα τεθωρακισμένα ο περιφερικός δρόμος της Καστέλας. Οι Γκούρκας, επίλεκτα ινδικά στρατεύματα, κατέλαβαν τέλος την κορυφή της Καστέλας και το μέτωπο μετακινήθηκε προς τις γραμμές του ηλεκτρικού σιδηροδρόμου και το ποδηλατοδρόμιο (το σημερινό γήπεδο Καραΐσκάκη). Μερικές προκυμαίες του κυρίως λιμανιού άρχισαν να λειτουργούν από τις 19, αποφασιστικοί όμως πρόοδοι έγιναν στις 25 του μήνα όταν καταλήφθηκαν τα Ψυγεία Φιξ. Η οδός Πειραιώς προς την Αθήνα, παρέμεινε όμως κλειστή για τους Βρετανούς.
   Στις 18 η βρετανική επίθεση αναπτύχθηκε κατά μήκος της λεωφόρου Συγγρού, στηριγμένη στις σημαντικές ενισχύσεις που αποβιβάστηκαν στο Φάληρο. Ύστερα απο΄πολύωρες μάχες οι Βρετανοί κατέλαβαν δύο στρατηγικά σημεία, τον λόφο Σικελίας και το εργοστάσιο του Φιξ. Όμως παράλληλες επιθέσεις προς του Φιλοπάππου και τον Αρδιττό απέτυχαν. Από την πλευρά του ο ΕΛΑΣ συνέχισε τις κινήσεις στην περιφέρεια χτυπώντας στη Σχολή Ευελπίδων και στις φυλακές Αβέρωφ. Οι τελευταίες "φιλοξενούσαν" σημαντικούς δωσιλόγους (στελέχη του κατοχικού κράτους) και οι Βρετανοί οργάνωσαν τολμηρή επιχείρηση για την διάσωσή τους. Ο Ιωάννης Ράλλης, που βρίσκονταν εκεί φυλακισμένος, διέφυγε για να παραδοθεί αργότερα στους Βρετανούς. Την ίδια ώρα οι Βρετανοί γνώριζαν την πιο βαριά ήττα τους. Μονάδες του ΕΛΑΣ επιτέθηκαν στις εγκαταστάσεις και στις υπηρεσίες της RAF στη Κηφισιά και ύστερα από σύντομη μάχη αιχμαλώτισαν το σύνολο των εκεί Βρετανών. Οι εκατοντάδες αιχμάλωτοι οδηγήθηκαν προς τον βορρά παρακολουθούμενοι από αγγλικά αεροπλάνα που τους έριχναν διαρκώς εφόδια, τρόφιμα και σοκολάτες. Για τα παιδιά των χωριών απ΄ όπου περνούσε η πομπή, ο βομβαρδισμός αυτός προκαλούσε γενική ευφορία. 
   Οι συνοικίες της Αθήνας δεν βομβαρδίζονταν με ζαχαρωτά. Οι αεροπορικές επιθέσεις γίνονταν αρχικά με ρουκέτες και πολυβολισμούς, οι στρατιωτικές εξελίξεις όμως παραμέρισαν τους δισταγμούς και προκάλεσαν βαρύτερους βομβαρδισμούς με βόμβες και τα πυροβόλα των πλοίων. Η επίθεση ενάντια στη Δραπετσώνα και τον λόφο του Νεκροταφείου της Αναστάσεως στον Πειραιά συνοδεύτηκε από βαρύ βομβαρδισμό από πλοία, αεροπλάνα και πυροβόλα, σχεδόν 4.000 βλήματα κάθε είδους. Το πυροβολικό του ΕΛΑΣ απαντούσε με τα τέσσερα έως έξι ορειβατικά πυροβόλα του ρίχνοντας μετρημένα βλήματα σε επιλεγμένους στόχους. Ο προτιμώμενος στόχος ήταν το κτίριο της Βρετανικής Πρεσβείας στο Κολωνάκι και τα Παλαιά Ανάκτορα όπου οι πρώην άνδρες των Ταγμάτων Ασφαλείας μεταμορφώνονταν σε μονάδες εθνοφυλακής. Δεν ήταν όμως οι οβίδες του ΕΛΑΣ που ενοχλούσαν τους Βρετανούς και τους συμμάχους τους. Το κύριο όπλο του πρώτου ήταν οι νάρκες με τις οποίες παγίδευε τους δρόμους και τα κτίρια και τις οποίες χρησιμοποιούσε για να ανοίγει τρύπες στους τοίχους των κτιρίων που πολιορκούσε.

Η τελευταία φάση

   Τις ημέρες των Χριστουγέννων η πολιτική διαπραγμάτευση φάνηκε προς στιγμήν να επανέρχεται στο προσκήνιο. Η τολμηρή επίσκεψη του Τσώρτσιλ και του Ήντεν στη φλεγόμενη Αθήνα - την ώρα που εξελισσόταν η τελευταία γερμανική αντεπίθεση στο μέτωπο των Αρδενών - ήταν περισσότερο μία επίδειξη αποφασιστικότητας παρά μία προσπάθεια αναζήτησης ειρηνικής λύσης. Οι επιδιώξεις παρέμειναν αναλλοίωτες ως προς την ουσία τους εμπεριέχοντας μόνο μικρές αλλαγές προσώπων. Ο λόγος δόθηκε ξανά στα όπλα και οι μάχες εξακολούθησαν με μεγαλύτερη ένταση. Η εκστρατεία του ΕΛΑΣ στην Ήπειρο προκάλεσε την εύκολη κατάρρευση των δυνάμεων του Ζέρβα και έκανε ακόμα πιο επιτακτική για τους Βρετανούς την επίτευξη αποφασιστικής νίκης στην Αθήνα, το μοναδικό πλέον ανοικτό μέτωπο του πολέμου. Η συνεχής ροή βρετανικών ενισχύσεων και η ανάπτυξη των ελληνικών μονάδων της εθνοφυλακής με την στρατολόγηση όλων των αντιεαμικών χώρων έδινε σαφή πλέον υπεροχή στη βρετανική πλευρά.
   Οι προσπάθειες επικεντρώθηκαν στο Γκάζι, κατά μήκος της οδού Πειραιώς, στην Ομόνοια και στις ανατολικές συνοικίες όπου οι Βρετανοί εξαπέλυσαν επιθέσεις με τεθωρακισμένα στη Νέα Σμύρνη, στο Δουργούτι και στο Κατσιπόδι. Υπό πολλαπλές πιέσεις οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ εκκένωσαν την κατεστραμμένη από τις πολυήμερες μάχες και τους βομβαρδισμούς Καισαριανή τις νυχτερινές ώρες της 29ης προς 30ή Δεκεμβρίου. Μόνιμοι και έφεδροι αντάρτες και μαζί τους αρκετοί άμαχοι πέρασαν τον παγωμένο Υμηττό προς τα Μεσόγεια. Η αντοχή του ΕΛΑΣ και η ικανότητά του ύστερα από κάθε χτύπημα που δέχονταν, εξακολουθούσε να απελπίζει τους Βρετανούς ιθύνοντες. Ο πόλεμος στη δυτική και κεντρική Ευρώπη μαίνονταν, και η κοινή γνώμη στην Αγγλία και στις ΗΠΑ είχε αρχίσει να αναρωτιέται σε τι ακριβώς αποσκοπούσε μία ελληνική εκστρατεία που απασχολούσε ήδη στοιχεία τεσσάρων βρετανικών μεραρχιών. 
  Καθώς τελείωνε ο χρόνος οι βρετανικές απώλειες άγγιζαν πλέον απαγορευτικά επίπεδα. Περισσότεροι από 1.500 Βρετανοί στρατιωτική είχαν τεθεί εκτός μάχης και από αυτούς οι 600 ήταν αιχμάλωτοι, η τύχη των οποίων μπορούσε να δημιουργήσει περιπλοκές στις αναμενόμενες διαπραγματεύσεις. Ο ΕΛΑΣ δημιούργησε δύο ισχυρές συγκεντρώσεις δυνάμεων, μία στην Κυψέλη - Τουρκοβούνια - Πατήσια και μία στην Ακαδημία Πλάτωνος - Περιστέρι που απειλούσαν με ισχυρές αντεπιθέσεις κάθε προώθηση των Βρετανών. Η μεθοδική εκκαθάριση αυτών των πολυδαίδαλων συνοικιών εμπεριείχε των κίνδυνο να ξεπεράσουν οι βρετανικές απώλειες τα όρια του ανεκτού. Ήδη πολλές φωνές στο Λονδίνο υπενθύμιζαν ότι η Βρετανία είχε ήδη περισσότερες απώλειες στη σύγκρουση με την ελληνική Αντίσταση από τις αντίστοιχες που είχε στις όποιες συγκρούσεις για την απελευθέρωση της χώρας από τους Γερμανούς τον Οκτώβριο του 1944. 
   Την τελευταία εβδομάδα του πολέμου, η βρετανική τακτική άλλαξε. Επιδιώχθηκε η στήριξη στα νεοπαγή τάγματα εθνοφυλακής που είχαν συγκροτηθεί από μέλη των δεξιών οργανώσεων τύπου Χ, από χωροφύλακες της επαρχίας και, κυρίως, από μέλη των Ταγμάτων Ασφαλείας που, μετά τον αφοπλισμό τους, φρουρούνταν από τους Βρετανούς σε νησιά και σε φυλακές. Τα τάγματα αυτά εξαπέλυσαν απελπισμένες επιθέσεις ενάντια στις θέσεις του ΕΛΑΣ, υπό βρετανική υποστήριξη, ενώ ανέλαβαν και το αιματηρό έργο της εκκαθάρισης των συνοικιακών δαιδάλων - των προσφυγικών ιδιαίτερα συνοικιών - σε Αθήνα και Πειραιά. Οι απώλειές τους υπήρξαν τρομακτικές - περισσότεροι ίσως από 2.000 νεκροί σε λίγες ημέρες - οι πιέσεις όμως που άσκησαν πάνω στις δυνάμεις του ΕΛΑΣ υπήρξαν καθοριστικές για την συνέχεια. Απέναντι σε έναν εξαντλημένο αντίπαλο του οποίου τα εφόδια βρίσκονταν στο τέλος τους, οι Βρετανοί μπόρεσαν να προετοιμάσουν τις στρατηγικές τους κινήσεις. Την προέλαση με τεθωρακισμένα κατά μήκος του Κηφισού και η αντίστοιχη από τη λεωφόρο Κηφισίας και το Γηροκομείο προς τα βόρεια. Αυτές οι δύο κινήσεις, που απειλούσαν την αποκοπή των δυνάμεων του ΕΛΑΣ από τους γειτονικούς ορεινούς όγκους, επέβαλαν την υποχώρηση και την εγκατάλειψη της Αθήνας. Στις 5 Ιανουαρίου του 1945 η μάχη των 33 ημερών τελείωσε.

Το παραπάτω κείμενο είναι απόσπασμα από το κεφάλαιο με τίτλο "Από τον Λίβανο έως τη Βάρκιζα" που έγραψε ο Γιώργος Μαργαρίτης και βρίσκεται στον 17ο τόμο της "Ιστορίας των Ελλήνων", β΄ έκδοση, εκδ. Δομή, σελ. 49-68.

Σάββατο, 1 Δεκεμβρίου 2012

Θ. Χατζής: Ο μεγάλος Δεκέμβρης 1944

Το κύριο πρόβλημα κάθε επανάστασης είναι το πρόβλημα της εξουσίας.

Το πρόβλημα αυτό η λαϊκή επανάσταση στην Ελλάδα μπορούσε και έπρεπε να το λύσει στις 12 με 18 του Οκτώβρη, όταν η λαϊκή επανάσταση με όργανά της τη Λαϊκή Αυτοδιοίκηση, τη Λαϊκή Δικαιοσύνη και την Εθνική Πολιτοφυλακή, στηριγμένη στον ΕΛΑΣ, τον μοναδικό εθνικό και συμμαχικό στρατό που υπήρχε στην Ελλάδα, προχωρούσε στην ολοκλήρωσή της. Δεν το έλυσε. Σταμάτησε μπροστά στις πόρτες της Αθήνας.

Τρομακτικό λάθος, με μοιραίες συνέπειες. Ήταν αποτέλεσμα της πλάνης της ηγεσίας για ομαλό πέρασμα από την κατοχή στην ελευθερία (σε συνεργασία με το παλιό κατεστημένο της ξεπεσμένης αστικής τάξης) και της αυταπάτης για το «συμμαχικό» ρόλο των Άγγλων. Έτσι η Ελλάδα βρέθηκε, αμέσως μετά την απελευθέρωση της Αθήνας, με μια ιδιόμορφη δυαδική εξουσία: Η μία, η λαοκρατική, που κυριαρχούσε σ’ όλη την Ελλάδα, και η άλλη, η κυρίαρχη στο παρελθόν και τώρα, ανύπαρκτη σε δύναμη και κύρος, αστική εξουσία, που ασφυκτιούσε μέσα σε λίγα τετραγωνικά χιλιόμετρα στο κέντρο της πρωτεύουσας.

Η ύπαρξη δυό εξουσιών σε μια χώρα σημαίνει πως η επανάσταση δεν τελείωσε. Η σύγκρουση για την επικράτηση της μιάς από τις δυό εξουσίες σ’ όλη την επικράτεια είναι αναπόφευκτη. Αυτό είχε κατανοηθεί και συνειδητοποιηθεί από το ντόπιο και ξένο αντιλαϊκό στρατόπεδο, που συστηματικά και επίμονα προωθούσε το σχέδιο εξόντωσης της λαοκρατικής εξουσίας, με εισαγωγή της αντεπανάστασης. Με μόνιμο και αμετακίνητο το στόχο του, επωφελούνταν από την επανάπαυση και τις αυταπάτες της ηγεσίας του λαϊκού κινήματος, κέρδιζε θέσεις, συγκέντρωνε βρετανικές δυνάμεις, που φέρναν και τους πραιτοριανούς τους, ενθάρρυνε τις ντόπιες εθνοπροδοτικές και φασιστικές ένοπλες δυνάμεις σε προκλήσεις, ενώ παράλληλα προσπαθούσε να αφοπλίσει το λαϊκό κίνημα. Προχωρούσε χωρίς ταλαντεύσεις και δισταγμούς προς την κορυφαία πράξη της επιχείρησης «Μάννα», που προέβλεπε πρωταρχικά την κυριαρχία στο χώρο της πρωτεύουσας και την επέκταση, σε συνέχεια, της καπιταλιστικής εξουσίας σ’ όλη τη χώρα.

Ο λαός, που έβλεπε τις προετοιμασίες των εχθρών του, θεωρούσε τον ΕΛΑΣ μοναδική εγγύηση για τη λευτεριά του, την ανεξαρτησία του και τη διατήρηση των επαναστατικών κατακτήσεών του.

Δεν συμφωνεί με την ηγεσία του που διαπραγματεύονταν τον αφοπλισμό του κινήματος. Αγωνιά, προσπαθεί να αντιδράσει. Αλλά το κύρος και η δύναμη επιβολής της ηγεσίας ήταν απροσπέλαστα. Ταλαντεύεται η ίδια και μεταδίνει την ταλάντευσή της και στις μάζες, που τις αποκοιμίζει, τις αφοπλίζει ιδεολογικά και τις αποπροσανατολίζει. Έτσι όταν οι Άγγλοι, –περνώντας πάνω από το κεφάλι της λεγόμενης ελληνικής κυβέρνησης–αποφάσισαν να βάλουν ωμά στο ΕΑΜ-ΕΛΑ το δίλημμα: ή παραδίνεις τα όπλα και διαλύεις τον ΕΛΑΣ εθελοντικά ή σας αφοπλίζουμε με τη δύναμη των όπλων μας και σας διαλύουμε, η ηγεσία του ΚΚΕ-ΕΑΜ βρέθηκε απροετοίμαστη. Αποφασίζει να αντιδράσει, και να μη δεχτεί τον μονόπλευρο αφοπλισμό του λαού, χωρίς όμως να έχει συνειδητοποιήσει ότι τα όπλα θα έλυναν το πρόβλημα της εξουσίας.

Φτάσαμε στην κρίσιμη στιγμή: Η σύγκρουση, που τόσο συστηματικά και επίμονα προετοιμαζόταν από τους Άγγλους έγινε αναπόφευκτη. Οι εχθροί του λαού είχαν κάνει την επιλογή τους, είχαν διαλέξει τον τόπο και το χώρο για την πολεμική τους εξόρμηση, είχαν διατάξει τις στρατιωτικές τους δυνάμεις και είχαν «το δάκτυλό τους στη σκανδάλη». Η στιγμή ήταν η πιο κατάλληλη: Στο στρατόπεδο του λαού επικρατούσαν στον ανώτατο βαθμό σύγχυση, αυταπάτες, συναισθηματισμοί και «πολιτική σκοπιμότητας».

Έτσι άρχισε η τελευταία φάση της ηρωικής εποποιίας του ελληνικού λαού. Γράφτηκαν νέες λαμπρές σελίδες ηρωισμού και αυταπάρνησης, αλλά ήταν το «κύκνειο άσμα» μιας νικηφόρας Επανάστασης..

Αναδημοσίευση από http://istorika.blogspot.gr/2008/12/normal-0-microsoftinternetexplorer4.html