Δευτέρα, 30 Δεκεμβρίου 2013

Ο Δεκέμβρης του '44 και ο βρετανικός παράγοντας

Του ΒΛΑΣΗ ΑΓΤΖΙΔΗ*
Ο Αρης Βελουχιώτης, στη σύσκεψη των καπεταναίων στη Λαμία,
είχε προτείνει την είσοδο του ΕΛΑΣ στην Αθήνα

Θα μπορούσε η απελευθερωμένη Ελλάδα να αποφύγει την ένοπλη αντιπαράθεση τον Δεκέμβρη του
'44; Επιχείρησε το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ -και κατά συνέπεια το ΚΚΕ, που αποτελούσε και τη μεγαλύτερη δύναμη στον αντιστασιακό συνασπισμό- να ρίξει την κυβέρνηση και να καταλάβει την εξουσία;

Μέχρι σήμερα τα ερωτήματα αυτά αποτελούν αντικείμενο δημόσιας αντιπαράθεσης, παρ' ότι η πλειονότητα των σύγχρονων ιστορικών συμφωνούν σε κάποια δεδομένα, όπως στη διαπίστωση ότι από τη στιγμή που η Ελλάδα «δόθηκε» στους Βρετανούς από τον Στάλιν κατά τη συνάντηση των ηγετών των συμμαχικών χωρών στη Μόσχα, οι Βρετανοί θα κατέφευγαν σε κάθε δυνατό μέτρο για να καταστήσουν την κυριαρχία τους αναμφισβήτητη. Ηδη ο Τσόρτσιλ είχε ξεκάθαρη άποψη για το διεθνές μεταπολεμικό σκηνικό, όταν είχε εκμυστηρευθεί: «Η μοιρασιά που συμφωνήσαμε στη Μόσχα (Οκτώβριος του '44) τον συμφέρει (τον Στάλιν). Θα εγκαταλείψει τους δικούς του στην Ελλάδα στην τύχη τους για χάρη των γενικότερων σχεδίων του...» (αναφορά Γ. Ιατρίδη στο «Επισκόπηση της αγγλόφωνης ιστοριογραφίας»).

Οι Βρετανοί στην Κατοχή

Η επιρροή που ασκούσε η Βρετανία στα ελληνικά πράγματα μπορεί να χαρακτηριστεί ως ολοκληρωτικός έλεγχος. Ο θεσμός που εγγυάτο αυτό τον έλεγχο ήταν η μοναρχία. Μετά την εισβολή των Γερμανών στην Ελλάδα και την κατάρρευση του Μετώπου, οι Βρετανοί μετέφεραν στη Μέση Ανατολή τον μονάρχη, την κυβέρνησή του και τα στελέχη που θεωρούσαν ότι θα μπορούσαν να έχουν σημαντικό ρόλο.

Η μεγάλη απειλή για τα βρετανικά συμφέροντα στην Ελλάδα υπήρξε η ανάδυση, μέσα στις συνθήκες της Κατοχής και στο κενό εξουσίας που αυτή δημιούργησε, ενός γιγάντιου αντιστασιακού κινήματος, που ανέτρεπε όλες τις παραδοσιακές, προπολεμικές δομές και σχέσεις. Τη στιγμή της Απελευθέρωσης της Ελλάδας από τους ναζί, οι αντιστασιακές δυνάμεις του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ θα μπορούσαν να θέσουν όλη τη χώρα υπό τη διακυβέρνηση της υπαρκτής Κυβέρνησης του Βουνού, της ΠΕΕΑ, υπό τον Αλέξανδρο Σβώλο, καταλαμβάνοντας έτσι ομαλά τη μετακατοχική εξουσία και δημιουργώντας τετελεσμένα, τα οποία δεν θα μπορούσαν να αγνοήσουν εύκολα οι Βρετανοί και ο ελεγχόμενος απ' αυτούς Γεώργιος Παπανδρέου.

Η κύρια γραμμή στο ΚΚΕ εκείνη την κρίσιμη εποχή υπήρξε η πολιτική επιλογή της συνεννόησης και της συνδιαλλαγής με τις προπολεμικές δυνάμεις, με τις οποίες είχε έρθει σε συμφωνία στον Λίβανο και την Καζέρτα. Παρ' ότι η παραδοσιακή μαρξιστική-λενινιστική αντίληψη δεν έλειπε από τους στοχασμούς της ηγεσίας, εν τούτοις η επιλογή της εκείνη τη στιγμή ήταν η δημοκρατική μετεξέλιξη της Ελλάδας και η οριστική απαλλαγή από τη μοναρχία.

Την αντίληψη της ρήξης και της στρατιωτικής σύγκρουσης εξέφρασε κυρίως ο Αρης Βελουχιώτης, ο οποίος στη σύσκεψη των καπεταναίων στη Λαμία είχε προτείνει την είσοδο του ΕΛΑΣ στην Αθήνα, όπως ακριβώς είχε κάνει ο ΕΛΑΣ στη Θεσσαλονίκη, με πρωτοβουλία των επικεφαλής του στη Μακεδονία, Ευριπίδη Μπακιρτζή και Μάρκου Βαφειάδη. Η ηγεσία του ΚΚΕ απέρριψε την πρόταση του Βελουχιώτη και επέλεξε το δρόμο που είχαν ορίσει οι ίδιοι οι Βρετανοί. Είναι χαρακτηριστικά τα όσα γράφει ο υπαρχηγός του ΕΔΕΣ Κομνηνός Πυρομάγλου στο βιβλίο του «Δούρειος Ιππος» για το μεγάλο του αντίπαλο: «Ο Βελουχιώτης ήταν ο κατ' εξοχήν ανεγνωρισμένος και ο δυναμικός αρχηγός τού ΕΛΑΣ. (...) Το αδιαφιλονίκητο γόητρο του στις τάξεις του ΕΑΜ - ΕΛΑΣ τον έφερεν ως τον ενδεχόμενο αντίπαλο του Πολιτικού Γραφείου του ΚΚΕ, του οποίου δεν ήτο μέλος. Εξηρτάτο από αυτόν να αγνοήσει τις αποφάσεις του τελευταίου ή και να το ανατρέψει. Με τον Μάρκο στη Μακεδονία, τον Ορέστη στην Αττική, αλλά και μόνος, ήταν σε θέση να δώσει μία άλλη τροπή και εξέλιξη στο ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, αντίθετη από αυτήν που ήταν στη σκέψη της ηγεσίας του ΚΚΕ...».

Παρ' όλες τις κατηγορίες των αντιπάλων του, το ΚΚΕ δεν είχε επιλέξει το δρόμο της σύγκρουσης και πολύ περισσότερο τη βίαιη κατάληψη της εξουσίας. Την εκτίμηση αυτή είχε διατυπώσει από το 1945 ο Κρις Γουντχάουζ, ένας από τους καλύτερους γνώστες τόσο της βρετανικής πολιτικής όσο και της ελληνικής Αντίστασης. Ο Γουντχάουζ υποβαθμίζει στα κείμενά του την επιρροή ξένων κέντρων στη συμπεριφορά του ΚΚΕ. Θεωρεί ότι κινήθηκε προς την κατεύθυνση της στρατιωτικής σύγκρουσης, μόνο όταν οι Βρετανοί και οι ελληνικές αντικομμουνιστικές δυνάμεις απέκλεισαν κάθε άλλο δρόμο...


* Διδάκτωρ Σύγχρονης Ιστορίας, μαθηματικός http://kars1918.wordpress. com/

Αναδημοσίευση από http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=405722

Παρασκευή, 8 Νοεμβρίου 2013

Αφιέρωμα του περιοδικού Αρχειοτάξιο στον Εμφύλιο

ΑΡΧΕΙΟΤΑΞΙΟ ΤΕΥΧΟΣ 2 - ΙΟΥΝΙΟΣ 2000
ΑΡΧΕΙΑ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

Περιεχόμενα

Από το Αρχειοτάξιο
ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ
Άννα Ματθαίου - Πόπη Πολέμη "Οι διεθνείς σχέσεις της Δημοκρατικής Ελλάδας μέσα στο 1948" : μια έκθεση του Πέτρου Ρούσσου
Φίλιππος Ηλιού Ένα υπόμνημα του Κώστα Κουλουφάκου για την Επιθεώρηση Τέχνης : κομματική διανόηση και κομμουνιστική ανανέωση
Ηλίας Νικολακόπολος Δημοτικές εκλογές 1964
Άγγελος Ελεφάντης 1947: Ανταρτόπληκτοι, μια μέρα
ΑΡΧΕΙΟΛΟΓΗΜΑΤΑ
Ευδοκία Ολυμπίτου Το Αρχείο του Αντώνη Μπριλλάκη
Σία Αναγνωστοπούλου Η Κύπρος και το Κυπριακό πρόβλημα στα ΑΣΚΙ
ΔΙΑΣΤΑΥΡΩΣΕΙΣ
Χριστίνα Αγριαντώνη Βιομηχανικά αρχεία και ιστορία του εργατικού κινήματος
Ιωάννα Παπαθανασίου Και πάλι για τα "σοβιετικά αρχεία" : συλλογές τεκμηρίων και σιωπές των αρχείων για τον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο
Θανάσης Δ. Σφήκας Τα βρετανικά αρχεία και ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος
Τασούλα Βερβενιώτη - Ουρανία Παπαδοπούλου Η Λίγκα για τη Δημοκρατία στην Ελλάδα και το αρχείο της
ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ
Σπ. Ι. Ασδραχάς Η μαρτυρία της Βίργως Βασιλείου
ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ
Γιώργος Μαργαρίτης Ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος και η ιστορία του το "επετειακό" 1999
Στρατής Μπουρνάζος Οι εμφύλιοι στην Ευρώπη του 20ου αιώνα
ΧΡΟΝΙΚΟ Το ημερολόγιο των ΑΣΚΙ
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ
Από τη βιβλιοθήκη των ΑΣΚΙ


Το περιοδικό μπορείτε να το διαβάσετε εδώ http://askiweb.eu/images/Archeiotaxio/Archeiotaxio2.pdf

Παρασκευή, 1 Νοεμβρίου 2013

Τα παιδιά στη δίνη του Εμφυλίου Πολέμου

Δέσποινα Καραθανάση

Οι τύχες των παιδιών του εμφυλίου

Ο ελληνικός εμφύλιος αποτέλεσε την πρώτη πράξη του Ψυχρού πολέμου. Ξεκίνησε το 1946 και
έληξε στις 15 Οκτωβρίου 1949 με την ήττα και παράδοση του ΔΣΕ.  Την περίοδο του εμφυλίου 340.000- 360.000 παιδιά είχαν την ανάγκη φροντίδας.  Παιδιά που είχαν γεννηθεί και μεγαλώσει μέσα στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και στον ελληνικό εμφύλιο.  Πρόκειται για τα παιδιά που έμειναν ορφανά στη διάρκεια της πολεμικής δεκαετίας, για παιδιά που μετακινήθηκαν από τις εστίες τους και απομακρύνθηκαν από τις οικογένειές τους, και τέλος για παιδιά που μεγάλωσαν σε φυλακές εξαιτίας της σύλληψης των γονιών τους για την δράση τους και τις πολιτικές τους πεποιθήσεις.  Εκατοντάδες παιδιά μετακινήθηκαν, χωριά εκκενώθηκαν από τους κατοίκους τους, για να εξυπηρετηθούν τα σχέδια του εθνικού στρατού ή μεγαλύτερα παιδιά και έφηβοι στρατολογήθηκαν από το Δημοκρατικό Στρατό για να εξυπηρετήσουν τις πολεμικές τους ανάγκες.  Επίσης, γύρω στις 28.000 παιδιά (στην περίπτωση αυτή οι αριθμοί είναι ενδεικτικοί) πέρασαν τα σύνορα και εγκαταστάθηκαν στην υπερορία, κάποτε και χωρίς τους γονείς τους.( Βερβενιώτη, 1999: 22-24)
Εκτός από τη μετακίνηση των παιδιών στις παιδουπόλεις, η πολιτική που εφάρμοσε η κυβέρνηση των Αθηνών και το παλάτι επηρέασε τις ζωές χιλιάδων άλλων παιδιών.  Οι υποχρεωτικές μετακινήσεις των 700.000 που εγκατέλειψαν τα σπίτια τους και μεταφέρθηκαν το 1948 σε παλιές αποθήκες και εγκαταλειμμένα υπόγεια σε άθλιες συνθήκες διαβίωσης, οδήγησαν στο θάνατο και στη ζητιανιά πολλές εκατοντάδες παιδιών και σε αύξηση της παιδικής εγκληματικότητας.(Γκαγκούλιας, 2004:44-46)

Τα παιδιά των φυλακών και της εξορίας

Δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις που κλείνονταν στις φυλακές μητέρες με τα βρέφη και τα νήπιά τους.  Στο Τρίκερι το καλοκαίρι του 1949 κρατούνταν μαζί με τις εξόριστες μητέρες τους 235 παιδιά, με ανώτατο όριο ηλικίας τα 12 έτη.( Σέρβος, 2001: 210)  Στις φυλακές Αβέρωφ ήταν κλεισμένα με τις μητέρες τους 70 μωρά, ενώ δεν λείπουν και περιπτώσεις γεννήσεων μέσα στη φυλακή.  Οι συνθήκες διαβίωσής τους περιγράφονται με τα μελανότερα χρώματα.( Γκαγκούλιας, 2004:53)  Σύμφωνα με τη Μαντώ Δαλιάνη, γιατρό και κρατούμενη στις φυλακές Αβέρωφ, μέχρι το 1950 περίπου 119 παιδιά είχαν ζήσει εκεί.  Τα παιδιά δεν ήταν καταχωρημένα σαν τρόφιμοι, επομένως δεν συμπεριλαμβάνονταν στο συσσίτιο της φυλακής. ( Mazower,2004: 105) Είναι χαρακτηριστική η μαρτυρία του παιδιάτρου Σ.Μπαρτζιώτα, ο οποίος εξέτασε παιδιά στις φυλακές Αβέρωφ, ότι τα παιδιά –όπως και οι μητέρες τους- τρέφονταν μόνο με κρεμμύδια.( Σέρβος, 2001: 208)  Το 1950, η διεύθυνση των φυλακών απομάκρυνε τα παιδιά από τις μητέρες τους, ως τιμωρία για τη διαμαρτυρία τους ενάντια στις εκτελέσεις πολιτικών κρατουμένων.  54 από αυτά τα παιδιά δόθηκαν σε θετούς γονείς και άλλα 37 στάλθηκαν σε κρατικά ιδρύματα μέχρι τη δεκαετία του 1960.  Οι στερήσεις και η έλλειψη ελευθερίας ήταν τα βασικά χαρακτηριστικά της ζωής των παιδιών μέσα στις φυλακές.  Παρ’ όλες τις κακουχίες, τα παιδιά έβρισκαν στοργή στο γυναικείο περιβάλλον, εξαιτίας της ανάπτυξης του αισθήματος  ότι ανήκαν σε μία κοινότητα και του θεσμού της νονάς, που έδενε πολλές γυναίκες  με ένα παιδί.(Mazower, 2004: 105)
Επιπλέον, χιλιάδες ήταν τα βρέφη που αποχωρίστηκαν την αγκαλιά της μητέρας τους βίαια ή δηλώθηκαν ως νεκρά μετά τη γέννησή τους και προσφέρθηκαν στο διεθνές εμπόριο «υιοθεσίας», ενισχύοντας τα βασιλικά ταμεία και όσους εμπλέκονταν στη διακίνηση αυτή.  Το 1951 ανακοινώθηκε ότι 2.500 ορφανά θα μεταφέρονταν στην Αμερική («Ραδιοφωνικός Σταθμός Αθηνών 19.1.1951), ενώ λίγους μήνες αργότερα 5.000 ελληνόπουλα θα επιλέγονταν και θα μεταφέρονταν στη Βραζιλία.  Άλλες πηγές αναφέρουν πως το 1951 έφυγαν από την Ελλάδα 1.500 παιδιά για τις ΗΠΑ, 1.500 για τον Καναδά, 2.000 για την Αυστραλία και 2.000 για τη Νότια Αμερική.( Γκαγκούλιας, 2004:43-44)
Η «εξαγωγή» παιδιών συνεχίστηκε μέχρι και το 1962, έχοντας ολοκληρώσει την αποστολή 10.000 παιδιών στις ΗΠΑ.  Ο πυρήνας του κυκλώματος των παράνομων υιοθεσιών φαίνεται πως περιελάμβανε το παλάτι, ανώτατους αξιωματούχους της εκκλησίας, πολιτικούς παράγοντες, δικαστικούς, στελέχη του κρατικού μηχανισμού, ιατρούς και δικηγόρους, οι οποίοι παράλληλα προέβαλαν την αφοσίωσή τους «στην πατρίδα, τη θρησκεία και την οικογένεια».  Επίσης, σημαντικό ρόλο στη διακίνηση των παιδιών είχαν Αμερικανοί αξιωματούχοι, οι οποίοι είχαν έρθει στην Ελλάδα με το πρόσχημα της προσφοράς ανθρωπιστικής βοήθειας.  Εκατοντάδες βρέφη παρουσιάζονταν ως νεκρά στους γονείς τους και στέλνονταν στην Αμερική για υιοθεσία, προς 2.000-3.000 δολάρια το παιδί, ενώ η τιμή έφτασε και τις 10.000 δολάρια λόγω της ζήτησης.  Σύμφωνα με δημοσίευμα της New York Times (Απρίλης 1996), το 1950 υιοθετήθηκαν από οικογένειες της Νέας Υόρκης 2.000 Ελληνόπουλα, χωρίς τη συγκατάθεση των φυσικών τους γονιών.  Στο ίδιο δημοσίευμα αναφέρεται ως «εγκέφαλος» της σπείρας ο Στέφεν Σκόπας, ο οποίος εκτός από ειρηνοδίκης ήταν και ανώτατο στέλεχος Ελληνοαμερικανικών Θρησκευτικών και Πολιτικών Οργανώσεων. (Σέρβος, 2001:159-162)

Οι παιδουπόλεις της βασίλισσας Φρειδερίκης

Η επιστροφή της βασιλικής οικογένειας στην Ελλάδα με το δημοψήφισμα του 1946 συνοδεύτηκε με την προσπάθεια των μελών της να κερδίσουν και πάλι την εύνοια του ελληνικού λαού.  Η θέση της βασίλισσας ήταν ιδιαιτέρως δύσκολη, αφού είχε κατηγορηθεί από αντιμοναρχικούς της εποχής για φιλοναζισμό και συμμετοχή στη ναζιστική νεολαία, ενώ φαίνεται πως ακόμη και οι φιλοβασιλικοί την αντιπαθούσαν εξαιτίας της γερμανικής της καταγωγής.  Το μέσο με το οποίο προσπάθησε να αποκαταστήσει την εικόνα της στον ελληνικό λαό και παεμφυλιος 24γραμματαράλληλα να ασκήσει πολιτική ήταν η φιλανθρωπία.  Ιδρύθηκαν, λοιπόν, δύο οργανισμοί : το Βασιλικό    Εθνικό Ίδρυμα και η Βασιλική Πρόνοια, η οποία ιδρύθηκε στις 10 Ιουλίου 1947.  Το πρώτο βρισκόταν υπό τη διοίκηση του βασιλιά και αφορούσε την εκπαίδευση των Ελληνόπουλων, ενώ το δεύτερο αφορούσε τη συγκέντρωση των παιδιών ηλικίας 4 έως 16 ετών σε 53 ιδρύματα, τις λεγόμενες «παιδουπόλεις».( Vervenioti, 2002:4)
Οι εργασίες της Βασιλικής Πρόνοιας απευθύνονταν κυρίως στη Βόρεια Ελλάδα, όπου μαινόταν το μεγαλύτερο μέρος των εμφυλίων συγκρούσεων.  Οι παιδουπόλεις ιδρύθηκαν με χρήματα που συγκέντρωσε με τη διενέργεια εράνου, τον Έρανο «Πρόνοια Βορείων Επαρχιών της Ελλάδος. Υπολογίζεται ότι τα χρήματα που διακινήθηκαν από τα βασιλικά ιδρύματα ήταν πάνω από 300.000.000δρχ. το χρόνο, ενώ οι κρατικοί φορείς δεν ήταν σε θέση να ελέγξουν τη διαχείριση τους.(Βερβενιώτη, 1999: 22-24)
Τα ηλικιακά όρια των παιδιών που συγκεντρώθηκαν, ήταν 4-16 χρονών.  Τα όρια αυτά δεν τηρήθηκαν, καθώς ο Κυβερνητικός Στρατός μετακίνησε «παιδιά»  μέχρι και 20 ετών. Επιπλέον, λειτουργούσε και μία τεχνική σχολή στην Κω για «ανήλικους εγκληματίες». Πρέπει να αναφερθεί πως οι συνθήκες περιορισμού και αποκλεισμού σε ένα τέτοιο ίδρυμα – όπως συμβαίνει και σε κάθε είδους κέντρου κράτησης – δημιουργεί τις προϋποθέσεις για ανάρμοστες συμπεριφορές προς τους κρατούμενους (όπως βασανιστήρια και βιασμοί), οι οποίες δημοσιοποιήθηκαν την εποχή εκείνη.( Γκαγκούλιας, 2004:50-51) Στα κέντρα αυτά, τα παιδιά και οι νέοι διαπαιδαγωγούνταν με αντικομμουνιστικά συνθήματα και θεωρούσαν τους γονείς τους εγκληματίες, προδότες και άξιους για κατάδοσή τους στις αστυνομικές αρχές.
Ο τρόπος συλλογής των παιδιών ποικίλει ανάλογα με τις πηγές άντλησης πληροφοριών και τις μαρτυρίες. Σημειώνονται περιπτώσεις που οι γονείς έστειλαν οικειοθελώς τα παιδιά τους στις παιδουπόλεις, περιπτώσεις που τα παιδιά στάλθηκαν εν αγνοία των γονέων και άλλες που οι γονείς υπέκυψαν μετά από απειλές άμεσης εκτέλεσης.(Baerentzen, 1992:138, 141-142)
Υπολογίζεται ότι περίπου 18.000 παιδιά μεταφέρθηκαν στις παιδουπόλεις της βασίλισσας Φρειδερίκης, ενώ σύμφωνα με άλλες πηγές ο αριθμός τους ανερχόταν στις 25.000-28.000.( Vervenioti, 2002:4)    Από τις 53 παιδουπόλεις, οι 23 λειτουργούσαν στην Αθήνα, 12 στη Θεσσαλονίκη, 3 στα Γιάννενα, 2 στη Λαμία και από μια σε Καβάλα, Αγρίνιο, Βόλο, Λάρισα και Πάτρα.  Στα νησιά υπήρχαν 3 στη Ρόδο, 2 στη Σύρο και από μία σε Μυτιλήνη, Τήνο και Κέρκυρα.( Βερβενιώτη, 2004:107)

Ο τρόπος ζωής και διαπαιδαγώγησης στις παιδουπόλεις

Η διαπαιδαγώγηση των παιδιών στις παιδοπόλεις είχε ως στόχο την εσωτερίκευση των
εθνικοχριστιανικών ιδεωδών, τα οποία προέβαλλε κατά κόρον η κυβερνητική παράταξη και το παλάτι.  Η στελέχωση των παιδοπόλεων έγινε σύμφωνα με την αποδεδειγμένη αφοσίωση των εργαζομένων στους εθνικούς και θρησκευτικούς θεσμούς, και όχι σύμφωνα με την παιδαγωγική τους κατάρτιση.  Η φρούρηση των ιδρυμάτων γινόταν από χωροφύλακες, οι οποίοι ονομάζονταν «παιδονόμοι».
Η ψυχαγωγία των παιδιών αφορούσε τον προσκοπισμό και τα κατηχητικά σχολεία, ενώ παράλληλα γινόταν εκκλησιασμός κάθε Κυριακή.  Το ημερήσιο πρόγραμμα ξεκινούσε με το χτύπημα της καμπάνας, εγερτήριο, πρωινό προσκλητήριο, έπαρση της σημαίας, πρωινή προσευχή, στρώσιμο των κρεβατιών, πρωινή και απογευματινή εθνική κατήχηση, βραδινό προσκλητήριο, εσπερινή προσευχή, κατάκλιση και χτύπος της καμπάνας, που σήμαινε το σιωπητήριο.
Η εμφάνιση των παιδιών στις πόλεις γινόταν σε στρατιωτικούς μετασχηματισμούς. Ήταν ντυμένα με ομοιόμορφες στολές, στρατιωτικό μπουφάν και χακί παντελόνι για τα αγόρια και γκρι φουστάνια για τα κορίτσια.
Η απασχόληση των κοριτσιών στις παιδοπόλεις ήταν το πλέξιμο, το μαντάρισμα, το σιδέρωμα, το μαγείρεμα, ο αργαλειός, η ταπητουργία, το κέντημα, σύμφωνα με τις ιδέες για τον προορισμό της γυναίκας : νοικοκυρά, σύζυγος, μητέρα.  Τα έργα των κοριτσιών πωλούνταν και τα έσοδα πήγαιναν στο ταμείο του Εράνου.(Σέρβος, 2001: 176-179)
Επίσης, το Βασιλικό Ίδρυμα είχε ιδρύσει Τεχνικές σχολές, οι οποίες τέθηκαν στην ευθύνη του Εράνου.  Η μεγαλύτερη όλων ήταν η Βασιλική Τεχνική Σχολή Λέρου, η οποία ιδρύθηκε το Μάρτιο του 1949, όπου είχαν μεταφερθεί αρχικά οι ανήλικοι που συμμετείχαν στο ΔΣΕ από την Πελοπόννησο, για να εκπαιδευτούν τεχνικά και να «αναμορφωθούν» ηθικά.  Η διάρκεια φοίτησης ήταν ένας χρόνος.  Οι συνθήκες που επικρατούσαν ήταν στρατιωτικές και η Σχολή της Λέρου αποτελούσε παράδειγμα εκφοβισμού για τους ανυπάκουους τροφίμους των υπόλοιπων παιδουπόλεων.( Βερβενιώτη, 2004:109)  Άλλος τίτλος που δόθηκε στα κέντρα αυτά ήταν «Αποικίαι ελεύθερων καταδίκων» (Καθημερινή, 15-12-1951).  Στις φυλακές αυτές κρατούνταν ανήλικοι, που αντιμετώπιζαν τη ποινή του θανάτου.  Στις φυλακέπαιδια εμφυλιος 24γραμματαjpgς ανηλίκων Κηφισιάς κρατούνταν 98 κορίτσια, 3 από τα οποία ήταν καταδικασμένα σε θάνατο (Δήμητρα Γκοτζινοπούλου, Τασία Γαραμανίδου, Κατίνα Καλλάτου).  Περισσότερα από 360 παιδιά της Μακρονήσου είχαν καταδικαστεί, χωρίς αφορμή, σε βαριές ποινές και υπόκεινταν σε βασανιστήρια.  Αίσθηση είχε προκαλέσει η έκκληση μιας ομάδας παιδιών που ήταν κλεισμένα στις φυλακές της Κηφισιάς, η οποία δημοσιεύτηκε στον «Δημοκρατικό Τύπο» το 1950, όπου καταγγέλλουν φόνους, βασανιστήρια και βιασμούς των ανήλικων τροφίμων.  Με τους παραπάνω τρόπους, οι φύλακες του αναμορφωτηρίου προσπαθούσαν να αποσπάσουν τις δηλώσεις μετανοίας και να ικανοποιήσουν τα αρρωστημένα πάθη τους.  Η ομάδα των νέων προχωράει στην καταγγελία πέρα από τους φυσικούς αυτουργούς και κατηγορεί τους ηθικούς αυτουργούς και εμπνευστές του σχεδίου αυτού.  Η έκκληση αυτή υπογράφηκε από όλους τους κρατούμενους των φυλακών Κηφισιάς.  330 ανήλικοι τρόφιμοι των φυλακών Μακρονήσου προχώρησαν σε παρόμοια έκκληση το 1950, 39 από τους οποίους αποπειράθηκαν να αυτοκτονήσουν το 1949.  Ακολούθησαν καταγγελίες και άλλων παιδιών από τη Βίδο και την Κέρκυρα.  Σε όλες τις παραπάνω εκκλήσεις γίνονταν ονομαστικές καταγγελίες των βασανιστών. (Γκαγκούλιας, 2004:49)

Η μετακίνηση παιδιών από το Δημοκρατικό Στρατό

Μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας (Φεβρουάριος 1945) και εξαιτίας των διώξεων που υφίσταντο, τα μέλη του ΚΚΕ είχαν ιδρύσει προσφυγικά κέντρα στη Βουλγαρία, Γιουγκοσλαβία και Αλβανία.  Το 1947 – όταν είχε ήδη σχηματιστεί η «Κυβέρνηση του Βουνού» και το ΚΚΕ είχε τεθεί εκτός νόμου – στο Μπούλκες της Γιουγκοσλαβίας λειτουργούσαν τρία δημοτικά σχολεία, δύο νηπιαγωγεία και ένας παιδικός σταθμός.  Οι εκδιωγμένοι  θεωρούσαν τη μετακίνηση αυτή προσωρινή. «Για δεκαπέντε μέρες φύγαμε και κάτσαμε 52 χρόνια» αναφέρει η κυρία Χ.Π., πολιτική πρόσφυγας από τη Ρουμανία. Υπεύθυνοι για τους προσφυγικούς καταυλισμούς τέθηκαν μέλη της ΕΠΟΝ (Ενιαία Πανελλαδική Οργάνωση Νέων) και το ΚΚΕ, ενώ ενεργό ρόλο είχαν και τα κομμουνιστικά κόμματα, οι Ερυθροί Σταυροί, οι οργανώσεις νεολαίας των χωρών υποδοχής και τα «Αετόπουλα».( Βερβενιώτη, 2004: 105-107)  Το ΚΚΕ είχε θέσει το ζήτημα στο Διεθνές Συνέδριο Δημοκρατικής Νεολαίας στο Βελιγράδι στις 3 Μαρτίου 1948, όπου οι εκπρόσωποι των νεολαίων των Λαϊκών Δημοκρατιών είχαν υιοθετήσει την πρόταση να φιλοξενήσουν προσωρινά τα ελληνόπουλα, σε συνεργασία με τις κυβερνήσεις.  Στις 7 Μαρτίου 1948 οι κυβερνήσεις των Λαϊκών Δημοκρατιών έκαναν δεκτό το αίτημα της Προσωρινής Δημοκρατικής να φιλοξενήσουν και να περιθάλψουν τα παιδιά, μέχρι οι συνθήκες στην Ελλάδα να επιτρέψουν την επιστροφή τους.(Σέρβος, 2001:222)  Το Μάιο του 1948, το ΚΚΕ συγκρότησε την «Επιτροπή Βοήθεια στο Παιδί» (ΕΒΟΠ) με έδρα αρχικά τη Βουδαπέστη και αργότερα το Βουκουρέστι, της οποίας πρόεδρος ανέλαβε ο Πέτρος Κόκκαλης, γιατρός και πρώην καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.  Η ΕΒΟΠ ανέλαβε την επίβλεψη της μεταφοράς και παραμονής των παιδιών στις Λαϊκές Δημοκρατίες.(Βερβενιώτη, 2004:105-107)
Οι λόγοι που οδήγησαν το ΔΣ να ξεκινήσει τη μεταφορά των παιδιών στις χώρες του ανατολικού μπλοκ, σύμφωνα με την αντάρτικη εφημερίδα «Εξόρμηση» ήταν οι εξής: α) οι καταστροφές που προκαλεί η πολιτική του κυβερνητικού στρατού, β) η έλλειψη τροφής, γ) η καθημερινή έκθεση στους δρόμους 150.000 και άνω παιδιών, με αποτέλεσμα τον θάνατό τους, δ) η διαταγή της Φρειδερίκης για συγκέντρωση όλων των παιδιών με σκοπό την «πλύση εγκεφάλου» και ε) τους βομβαρδισμούς των γυναικόπαιδων από τον κυβερνητικό στρατό, που είχε ως αποτέλεσμα το θάνατο 120 παιδιών τους πρώτους μήνες του 1948.(Baerentzen, 1992:141)
Το όριο ηλικίας των παιδιών ήταν 3-14 χρονών, αλλά όπως και στην περίπτωση του Εράνου, δεν τηρήθηκε.  Σύμφωνα με μαρτυρίες μαχητών του ΔΣ, υπήρχαν περιπτώσεις μεγαλύτερων παιδιών (14-18 ετών) που συλλέχθηκαν, εκπαιδεύτηκαν εντός ή εκτός Ελλάδας και πήραν μέρος στις μάχες.  Δεδομένου ότι ο ΔΣ αντιμετώπιζε πρόβλημα με τις εφεδρείες του, τον Φεβρουάριο του 1948 δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Προσωρινής Κυβέρνησης  στρατιωτική Διάταξη για την επιστράτευση των γυναικών. Ένας λόγος, λοιπόν, που απομακρύνθηκαν και τρίχρονα παιδιά ήταν η εισαγωγή των γυναικών στις στρατιωτικές υπηρεσίες του ΔΣ.(Βερβενιώτη, 2004:106-107)
Σύμφωνα με την εφημερίδα «Εξόρμηση», από τα μέσα του Φεβρουαρίου μέχρι τις 5 Μαρτίου, οι γονείς συγκέντρωσαν 4.784 παιδιά από 59 χωριά, ώστε να μεταφερθούν στις λαϊκές δημοκρατίες.  Την 1η Απριλίου του 1948, η εφημερίδα περιέγραφε τη διαδρομή 1.884 παιδιών με τα κάρα και τους συνοδούς τους.  Οι συνοδοί ήταν συνήθως κορίτσια και αγόρια μεγαλύτερης ηλικίας, «μωρομάνες» και ηλικιωμένοι. Σύμφωνα με πληροφορίες της UNSCOB (Ειδική Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών για τα Βαλκάνια), η μαζική εκτόπιση παιδιών δεν είχε αρχίσει πριν το Μάρτιο του 1948.( Baerentzen, 1992:141-148)
Η αποστολή των παιδιών στις Λαϊκές Δημοκρατίες έγινε με τη σύμφωνη γνώμη των γονιών τους, κι όπου δεν υπήρχαν γονείς, με τη σύμφωνη γνώμη των στενών τους συγγενών.  Επρόκειτο για παιδιά που στη μεγάλη τους πλειοψηφία ήταν παιδιά ανταρτών ή συγγενείς τους.  Προέρχονταν κυρίως από τις βόρειες περιοχές της χώρας, αν και ανάμεσά τους υπήρχαν «ανταρτόπαιδα» από τη Νότια Ελλάδα, τη Θεσσαλία και τη Ρούμελη.  Οι χώρες υποδοχής, σε συνεργασία με την Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση, είχαν φροντίσει για τη μεταφορά και την εγκατάσταση των παιδιών από τη στιγμή που περνούσαν τα σύνορα, για τη διατροφή τους και την ιατροφαρμακευτική τους περίθαλψη.  Χώρες που δέχτηκαν παιδιά ήταν η Γιουγκοσλαβία, η Ρουμανία, η Ουγγαρία, η Τσεχοσλοβακία, η Πολωνία, η Ανατολική Γερμανία, η Βουλγαρία.  Επίσης, παιδιά δέχτηκε και η Αλβανία, τα οποία προωθήθηκαν στις άλλες Λαϊκές Δημοκρατίες, καθώς και η ΕΣΣΔ μετά την ήττα του ΔΣΕ και το πέρασμα των ανταρτών στην πολιτική προσφυγιά (μετά το 1949).(Σέρβος, 2001:226-227)
Η κατάσταση της υγείας των παιδιών ήταν πολύ άσχημη.  Από το σύνολο των παιδιών που στάλθηκαν στις Λαϊκές Δημοκρατίες, έπασχαν: το 26% από πνευμονικές παθήσεις, το 17,5% από βρογχικά, το 10,5% από νευρικές παθήσεις, το 14% από ψώρα, το 21,5% από ρευματικά και άλλες αρρώστιες. Υγιή ήταν μόνο το 10,5%.  Επίσης, από  το  σύνολο  αυτών που  ήταν   σχολικής     ηλικίας το 60% ήταν τελείως αγράμματα.(Γκαγκούλιας, 2004:95)
Ο αριθμός των παιδιών που αναφέρεται ότι μεταφέρθηκαν από το ΔΣ και ζούσαν στις λαϊκές δημοκρατίες και την Σοβιετική Ένωση το 1950 υπολογίζεται σε 25-28.000.  Υπάρχει μία σχετική ασάφεια στον αριθμό των παιδιών που φιλοξενούνταν στη Γιουγκοσλαβία, καθώς οι σχέσεις Τίτο-Στάλιν διακόπηκαν.  Επίσης, υπάρχει σύγχυση σχετικά με τον αριθμό των παιδιών που μεταφέρθηκαν, καθώς στα 25-28.000 παιδιά συμπεριλαμβάνονται και οι νεαροί μαχητές του ΔΣ, τα παιδιά που γεννήθηκαν εκτός των ελληνικών συνόρων και εκείνα που μεταφέρθηκαν μαζί με τις οικογένειές τους πριν και κατά την διάρκεια του εμφυλίου πολέμου.  Οι μετακινήσεις συνεχίστηκαν μέχρι το τέλος σχεδόν της εμφύλιας σύγκρουσης, το καλοκαίρι του 1949.(Σέρβος, 2001:105-107)

Ιδρύματα φιλοξενίας και διαπαιδαγώγηση των παιδιών στις Λαϊκές Δημοκρατίες

Οι πρώτες πόλεις υποδοχής των παιδιών ήταν το Μπούλκες της Βοϊβοντίνας (Γιουγκοσλαβία), όπου ήταν συγκεντρωμένοι περίπου 6.000 αντάρτες και είχε μετατραπεί σε ελληνική αυτοδιοικούμενη κοινότητα, η Σκόδρα και η Αυλώνα (Αλβανία), το Μπάνκες της Βουλγαρίας. Τα έξοδα συντήρησης, διατροφής, ρουχισμού, νοσηλείας και μόρφωσης σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης ανέλαβαν οι Λαϊκές Δημοκρατίες.
Παιδίατροι, παιδοκόμοι, νηπιαγωγοί, νοσοκόμες του Ερυθρού Σταυρού και οργανώσεις της νεολαίας ανέλαβαν τη περίθαλψη των παιδιών, τη σίτιση, καθαρισμό και ένδυσή τους.  Στη συνέχεια, τα προσφυγόπουλα μεταφέρθηκαν με τρένα και λεωφορεία στις πόλεις προορισμού τους. Εκεί, τα παιδιά έμειναν σε παλιά ανάκτορα, παιδικές κατασκηνώσεις, στρατόπεδα και άλλα ιδρύματα τα οποία είχαν μετατραπεί σε παιδικούς σταθμούς.  Ο κάθε σταθμός λειτουργούσε με κατάλληλο προσωπικό και στην αρχή έμεναν και οι μητέρες που συνόδευαν τα παιδιά στις Λαϊκές Δημοκρατίες.  Επίσης, τα μεγαλύτερα σε ηλικία παιδιά φρόντιζαν τα μικρότερα.
Οι παιδικοί σταθμοί αποτελούνταν από μεγάλες αίθουσες, στις οποίες έμεναν 10 περίπου παιδιά (τα αγόρια χωριστά από τα κορίτσια) σε ξεχωριστό κρεβάτι το καθένα.  Μέσα ή δίπλα σε κάθε σταθμό  υπήρχαν λέσχες, όπου τα παιδιά σιτίζονταν.  Επίσης, σε κάθε σχολείο υπήρχαν εργαστήρια, γραφεία των μαθητικών οργανώσεων, αθλητικά και μουσικά όργανα, είδη ζωγραφικής, αίθουσες και μηχανήματα προβολής, ενώ στους μεγάλους παιδικούς σταθμούς λειτουργούσαν ιατρεία με μόνιμο ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό (παιδίατροι, παθολόγοι, νοσοκόμες).  Αρχικά, πολλά από τα παιδιά δυσκολεύτηκαν να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες, όπως στον ύπνο σε κρεβάτι –μιας και στην Ελλάδα κοιμόντουσαν σε ψάθες στο πάτωμα- και στην τήρηση κανόνων υγιεινής – όπως το μπάνιο με σαπούνι και πλύσιμο δοντιών.( Σέρβος, 2001:242-243)
Όταν τα παιδιά βρέθηκαν εκτός Ελλάδας, δόθηκε μεγάλη έμφαση στην αλληλογραφία τους με τους γονείς ή άλλους συγγενείς στην Ελλάδα. Όμως, πρέπει να σημειωθεί ότι αρκετοί πρόσφυγες τιμωρήθηκαν, επειδή άκουγαν «τα νέα» από την ελληνική ραδιοφωνία.( Γκαγκούλιας, 2004:144 )  Η επιρροή του Κόμματος στην καθημερινή ζωή των προσφύγων ήταν πολύ μεγάλη. Ακόμη, επιδιώχθηκε τα παιδιά να μετακομίσουν στις χώρες που ζούσαν και οι γονείς τους, αν και αυτό επιτεύχθηκε μετά τη λήξη του εμφυλίου, κυρίως το 1950.  Επίσης, τα παιδιά παρακολουθούσαν μαθήματα στην ελληνική και στη γλώσσα της χώρας υποδοχής.  (Σέρβος, 2001:237)
Σύμφωνα με την Κεντρική Επιτροπή Πολιτικών Προσφύγων ο αριθμός των παιδιών ανά χώρα ήταν ο εξής : Ρουμανία 5.132, Τσεχοσλοβακία 4.148, Πολωνία 3.590, Ουγγαρία 2.859, Βουλγαρία 672, Σοβιετική Ένωση 1.128, Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας 1.300, συνολικά 18.829 παιδιά.
Όσον αφορά τη διαπαιδαγώγηση των παιδιών της υπερορίας, οι Έλληνες δάσκαλοι ανελάμβαναν να διαμορφώσουν συγκεκριμένο τρόπο σκέψης στους μαθητές, σύμφωνα με οδηγίες του Κομουνιστικού Κόμματος.  Εάν οι δάσκαλοι δεν ακολουθούσαν την κομματική  γραμμή, απομακρύνονταν από τα καθήκοντά τους και κάποιες φορές «στέλνονταν στα εργοστάσια για να αποκτήσουν προλεταριακή συνείδηση».( Γκαγκούλιας, 2004:123-124) Στους μαθητές καλλιεργούνταν η πεποίθηση πως θα γύριζαν σύντομα στην Ελλάδα για να την «απελευθερώσουν» και τους καλούσαν να διαβάζουν και να μοχθούν, για την «σοσιαλιστική ανοικοδόμηση» της πατρίδας τους.

Η επιστροφή των παιδιών στις εστίες τους

Το θέμα της επιστροφής των παιδιών στις οικογένειές τους χρησιμοποιήθηκε και από τις δύο πλευρές για να ασκηθούν πολιτικές πιέσεις.  Η εκμετάλλευση του θέματος των παιδιών για την επίτευξη των πολιτικών σχεδίων της κάθε πλευράς έκανε το έργο της επιστροφής των παιδιών ακόμη πιο δύσκολο.
Όσον αφορά τα παιδιά των παιδοπόλεων της Φρειδερίκης, η επιστροφή τους στην οικογενειακή στέγη ήταν προβληματική λόγω πολιτικών επιπλοκών.  Η Επιτροπή του Εράνου αποφάσισε ότι θα μπορούσαν να επιστρέψουν όλοι οι τρόφιμοι, εκτός από εκείνους που ήταν ορφανοί και από τους δύο γονείς ή «των προς τούτοις εξομοιουμένων», δηλαδή τα παιδιά των οποίων οι γονείς ήταν αντάρτες εντός ή εκτός Ελλάδας, εξόριστοι ή φυλακισμένοι, οι οποίοι θεωρούνταν από τον Έρανο νεκροί.  Με λίγα λόγια, θεωρούνταν ορφανά και τα παιδιά που οι γονείς τους ζούσαν, αλλά είχαν διαφορετικές πολιτικές πεποιθήσεις από την επικρατούσα εθνικόφρονη κυβέρνηση.  Ακόμη και αν θεωρηθεί ότι τα παιδιά των εξόριστων και των φυλακισμένων ήταν «ανέστια», θεωρήθηκε αδικαιολόγητη η παρακράτηση των παιδιών, των οποίων οι γονείς ήταν μέλη του ΔΣ στο παρελθόν και ζούσαν, εφόσον η εμφύλια διαμάχη είχε σταματήσει.  Για την κράτηση των παραπάνω παιδιών είχε συνεχιστεί η λειτουργία 13 από τις 53 παιδοπόλεις.(Βερβενιώτη, 2004:118-119)  Στις 24 Ιουνίου του 1950 έγινε η «τελετή επαναπατρισμού» στην πλατεία Συντάγματος.  Σύμφωνα με στοιχεία του Βασιλικού Ιδρύματος, ο αριθμός των παιδιών που επέστρεψαν ήταν 15.000, δηλαδή περίπου τα μισά παιδιά.(Σέρβος, 2001:148)
Ο επαναπατρισμός των παιδιών που είχαν μετακινηθεί στις ανατολικές χώρες  ήταν δυσκολότερος, εξαιτίας της διεθνούς πολιτικής εμπλοκής.  Η πρώτη αποστολή από 21 παιδιά έφτασε στην Ελλάδα στις 23 Νοεμβρίου 1950.  Μέχρι το 1952 είχαν επιστρέψει περίπου 500 παιδιά, όλα από τη Γιουγκοσλαβία, εξαιτίας της σύγκρουσης Τίτο-Στάλιν.  Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ΄50 επέστρεψαν και άλλα παιδιά από χώρες της σοσιαλιστικής επιρροής, αλλά ο συνολικός αριθμός παραμένει άγνωστος.  Γεγονός είναι ότι τα περισσότερα παιδιά παρέμειναν στις λαϊκές δημοκρατίες και τη Σοβιετική Ένωση, μαζί με τους υπόλοιπους πολιτικούς πρόσφυγες.(Βερβενιώτη, 2004:119-120)
Τα παιδιά των παιδουπόλεων φαίνεται πως προσαρμόστηκαν ευκολότερα από τα προσφυγόπουλα, καθώς οι αξίες με τις οποίες είχαν διαπαιδαγωγηθεί ήταν συμβατές με την πολιτική και κοινωνική κατάσταση που συνάντησαν στην επιστροφή τους. Συχνά έτρεφαν αρνητικά αισθήματα προς τους «κομμουνιστές – προδότες» γονείς τους.
Τα περισσότερα παιδιά των φυλακισμένων γυναικών έσμιγαν με τις μητέρες τους μετά την αποφυλάκισή τους.  Τα δύο τρίτα των παιδιών της φυλακής μεγάλωσαν χωρίς  πατέρα, είτε γιατί είχε πεθάνει ή επειδή ήταν στην εξορία, στη φυλακή ή αγνοούμενος.    Οι γονείς που αποφυλακίζονταν ή επέστρεφαν από την εξορία συναντούσαν μεγάλα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα κατά την ένταξή τους στον κοινωνικό ιστό, και αυτό φαίνεται να δυσχεραίνει ακόμη περισσότερο τις σχέσεις τους με τα παιδιά τους. Σε πολλές περιπτώσεις, είχε δημιουργηθεί η εντύπωση πως η ζωή τους είχε καταστραφεί, εξαιτίας των πολιτικών ιδεών των γονιών τους.(Mazower, 2004:114-116)

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1.    Baerentzen,L.(1992). Το παιδομάζωμα και οι παιδουπόλεις της βασίλισσας, Μελέτες για τον εμφύλιο πόλεμο 1945-1949. Αθήνα: Ολκός.

2.    Βερβενιώτη,Τ.(21/11/1999). Ορφανοί και ανέστιοι. Η Καθημερινή : Η Ελλάδα τον 20ο αιώνα :1945-1950, 22-24.

3.    Βερβενιώτη,T.(2004). Περί ¨παιδομαζώματος¨ και ¨παιδοφυλάγματος¨ ο Λόγος ή τα παιδιά στη δίνη της εμφύλιας διαμάχης:Ιστορία του Νεότερου Ελληνισμού: 1770-2000.Ελληνικά Γράμματα.

4.    Vervenioti,T.(2002). Charity and Nationalism : The Greek Civil War and the Entrance of Right-Wing Women into Politics. New York and London: Routledge.

5.    Γκαγκούλιας,Γ.(2004). Παιδομάζωμα.. Αθήνα: Ιωλκός.

6.    Mazower,M.(2004). Μετά τον Πόλεμο : Η ανασυγκρότηση της οικογένειας, του έθνους και του κράτους στην Ελλάδα, 1943-1960.Αλεξάνδρεια.

7.    Σέρβος,Δ.(2001). Το παιδομάζωμα και ποιοι φοβούνται την αλήθεια. Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

Αναδημοσίευση από http://www.24grammata.com/?p=42475

Τρίτη, 29 Οκτωβρίου 2013

ΒΑΣΙΛΗΣ ΜΠΑΡΤΖΙΩΤΑΣ : Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΜΑΣ ΔΟΥΛΕΙΑ ΣΤΟ ΔΣΕ

Β. ΜΠΑΡΤΖΙΩΤΑ συνταγματάρχη Πολιτικού επιτρόπου του Γεν. Αρχηγείου

(περιοδικό «Δημοκρατικός Στρατός», Φλεβάρης 1948, No 2, σελ. 33-36)

Ο Βασίλης Μπαρτζιώτας
Η πολιτική μας δουλειά είναι ακόμα πολύ αδύνατη στο Δημ. στρατό της Ελλάδας. Γύρω απ' το χαραχτήρα και το περιεχόμενο της δουλειάς αυτής υπάρχουν ένα σωρό συγχύσεις ανάμεσα στα στελέχη μας, ανώτερα και κατώτερα. Πολλοί αντιπαραθέτουν την πολιτική δουλειά στην πολεμική προσπάθεια, στο καθήκον να αναπτύξουμε πιο πολύ την πολεμική μας απόδοση. Ενώ ίσα-ίσα η πολιτική μας δουλειά πρέπει ναχει σαν κεντρικό στόχο την ανάπτυξη της πολεμικής δραστηριότητας, την κατάχτηση της στρατιωτικής τέχνης, την πιο αποφασιστική διεξαγωγή του πατριωτικού πολέμου που κάνει ο ελληνικός λαός με ένοπλη πρωτοπορεία του το Δ.Σ.Ε. Άλλοι νομίζουν ότι η πολιτική δουλειά δεν έχει άμεση σχέση με τα καθημερινά προβλήματα του στρατού μας, μα σημαίνει «θεωρητικά» μαθήματα, διαφώτιση, όπως τη λένε, που δεν τα καταλαβαίνουν οι μαχητές μας και αντί να διαφωτίζονται γεμίζουν το κεφάλι τους με άχρηστα και ακατανόητα πράγματα. Οι συσκέψεις των πολιτικών επιτρόπων, που έγιναν σε πολλά αρχηγεία και ταξιαρχίες απόδειξαν ότι δεν κατανοήθηκε ακόμα σωστά ο ρόλος και τα καθήκοντα του αξιωματικού πολιτικού επιτρόπου. Αυτό μας επιβάλλει να σταθούμε ιδιαίτερα πάνω στην πολιτική μας δουλειά μέσα στο Δ.Σ.Ε. και να πάρουμε όλα τα μέτρα που χρειάζονται για να δυναμώσουμε και να ολοκληρώσουμε τη δουλιά αυτή.

Η πολιτική δουλειά είναι απαραίτητη μέσα στο Δ.Σ.Ε. Όποιος δεν καταλαβαίνει την ανάγκη αυτή και υποτιμά την πολιτική δουλειά, αυτός δε νιώθει το βαθύτερο νόημα του αγώνα μας, τις μεγάλες δυσκολίες που αντιμετωπίζουμε (αντικειμενικές και υποκειμενικές) και το επιταχτικό καθήκον να ξεπεράσουμε έγκαιρα και αποφασιστικά τις δυσκολίες αυτές. Ο μαχητής, που κρατά γερά το όπλο του, μαθαίνει με την πολιτική δουλιά πώς να το χρησιμοποιεί καλύτερα προς όφελος του λαού, είναι ένας συνειδητός μαχητής, που ξέρει τις επιδιώξεις του Δ.Σ.Ε., την άμεση σύνδεσή του με το λαό και είναι έτοιμος κάθε ώρα και στιγμή να πολεμήσει ως το τέλος  για την υπόθεση του ελληνικού
λαού.

Ο κύριος υπεύθυνος για την πολιτική δουλειά στο Δ.Σ.Ε. είναι ο πολιτικός επίτροπος και η κύρια αποστολή του είναι να βοηθά έτσι με την όλη δουλιά του το έργο του διοικητή ώστε αυτός να μπορεί να 'χει στη διάθεσή του ένα καθόλα αξιόλογο τμήμα για να το οδηγά στη νίκη. Γι' αυτό ο στρατός μας καθόρισε το θεσμό του πολιτικού επιτρόπου σε όλη την ιεραρχία, απ' το Γενικό Αρχηγείο ως τη διμοιρία. Ο πολιτικός επίτροπος οργανώνει την πολιτική δουλιά μέσα στο στρατό, πρωτοστατεί στη γρήγορη και πιστή εκτέλεση των διαταγών, δίνει πάντα το παράδειγμα στη μάχη και την όλη ζωή του Δ.Σ.Ε., ενδιαφέρεται για τον παράγοντα άνθρωπο και αναπτύσσει το ενδιαφέρον και τη στοργή για τους μαχητές, ενδιαφέρεται επίσης για τη διατροφή και τον ανεφοδιασμό του στρατού, προσέχει και μελετά τα στελέχη μας και τα βοηθά να εξελίσσονται σύμφωνα με τις πολεμικές μας ανάγκες. Ένα από τα κύρια καθήκοντα του πολιτικού επιτρόπου είναι η επαγρύπνηση και περιφρούρηση του στρατού μας απ' τα χτυπήματα του εχθρού, απ' τους πράχτορες που στέλνει μέσα στο ΔΣΕ, για να τον αποσυνθέσει εσωτερικά και να τον διαλύσει.

Ο θεσμός του πολιτικού επιτρόπου υπάρχει σ' όλους τους λαϊκούς επαναστατικούς στρατούς, όπως είναι ο ΔΣΕ, ιδιαίτερα στα πρώτα στάδια της ανάπτυξής τους και συντελεί στη μαχητικοποίησή τους, στο ανέβασμα του ηθικού και της πολεμικής τους δραστηριότητας. Απ' την καλή λειτουργία του θεσμού αυτού εξαρτάται ως ένα μεγάλο βαθμό, η ζωή και το μέλλον του Δ.Σ.Ε. Ο πολιτικός επίτροπος, όπως είπε κάποτε ο μεγάλος Στάλιν, είναι η ψυχή του λαϊκού απελευθερωτικού στρατού. Είναι ο άνθρωπος που δεν επαναπαύεται στις επιτυχίες και διώχνει από πάνω του κάθε αίσθημα αυτοϊκανοποίησης. Είναι ο λαϊκός ηγέτης, που διαπαιδαγωγεί άλλους με το δικό του ζωντανό παράδειγμα, προσέχει το ήθος και το χαρακτήρα των μαχητών, ιδιαίτερα των στελεχών και σφυρηλατεί δεσμούς αίματος ανάμεσα στο λαό και το Δ.Σ.Ε. Ο πολιτικός επίτροπος είναι το δεξί χέρι του στρατιωτικού διοικητή, τον βοηθά σε όλα τα καθήκοντά του και φροντίζει να αναπτύσσει το κύρος του στρατιωτικού διοικητή, να τον απαλλάσσει από μια σειρά άλλα καθήκοντα για να συγκεντρώνει (ο διοικητής) όλη του την προσπάθεια και την ενεργητικότητά του στα ζητήματα της διοίκησης του στρατού και της πολεμικής επιχείρησης. Ο πολιτικός επίτροπος προσέχει ιδιαίτερα να είναι άτεγκτος στα ζητήματα της πειθαρχίας. Αναπτύσσει με τη δουλιά του και το ζωντανό του παράδειγμα τη σιδερένια στρατιωτική πειθαρχία, κάνει αμείλιχτη πάλη ενάντια σε κείνους που δεν τηρούν, παραβιάζουν ή και υποσκάπτουν την πειθαρχία του Δ.Σ.Ε. και διαπαιδωγωγεί τους μαχητές στο πνεύμα της δυνατής στρατιωτικής πειθαρχίας που είναι ο πιο απαραίτητος όρος για να νικήσει ο Δημοκρατικός μας στρατός.

Στη μάχη ο πολιτικός επίτροπος εφαρμόζει πιστά τις διαταγές του διοικητή του, ενθουσιάζει και εμψυχώνει τους μαχητές, δίνει το παράδειγμα της προσωπικής παλικαριάς, πραγματοποιεί έπειτα από εντολή του διοικητή τους πιο τολμηρούς ελιγμούς και παράλληλα φροντίζει με όλα τα μέσα (τηλεβόες, προκηρύξεις κ.λ.π) να διοχετεύει και να εκλαϊκεύει τη γραμμή και τα συνθήματά μας στους στρατιώτες του λεγόμενου κυβερνητικού στρατού.

Η κυβέρνηση, το Γενικό Αρχηγείο και προσωπικά ο στρατηγός Μάρκος, δίνουν εξαιρετική προσοχή στο θεσμό των πολιτικών επιτρόπων. Απ' τη δουλιά του ίδιου του πολιτικού επιτρόπου θα εξαρτηθεί κατά πρώτο λόγο, αν ο θεσμός αυτός θα αποδόσει ό,τι περιμένει ο στρατός μας απ' αυτόν. Εκείνο που δε θα πρέπει να ξεχάσουν ούτε για μια στιγμή οι πολιτικοί μας επίτροποι, ανώτεροι και κατώτεροι, είναι ότι ο ΔΣΕ τους ανάθεσε μια σοβαρή αποστολή και πρέπει να τα βγάλουν πέρα με το παράδειγμά τους, τη συστηματική δουλιά, την αυταπάρνηση και την αυτοθυσία τους.

Η κύρια δουλειά του πολιτικού επιτρόπου είναι η πολιτική δουλειά μέσα στο Δ.Σ.Ε. Με τι όμως πρέπει ν' απασχολείται η πολιτική μας δουλειά; Ποιο είναι το περιεχόμενο, η ουσία της; Πώς πρέπει να οργανωθεί; Αυτά πρέπει να τα λύσει ο πολιτικός επίτροπος με την ίδια του την πείρα και ανάλογα με τις ανάγκες του τμήματος, όπου δουλεύει. Στο άρθρο μας αυτό θα δόσουμε μόνο γενικές κατευθύνσεις. Η πολιτική μας δουλειά δε σημαίνει μόνο να «κάνουμε διαφώτιση», όπως λέμε συχνά. Κι εδώ πρέπει να ξεκαθαρίσουμε το ζήτημα τι εννοούμε με την «περίφημη» διαφώτιση. Αυτή δε σημαίνει να κάνουμε μαθήματα «θεωρητικά» και άλλα πράγματα που δεν καταλαβαίνει ο μαχητής. Τέτοια διαφώτιση δε μας χρειάζεται. Για μας διαφώτιση σημαίνει να διαβάζονται και να συζητιώνται καθημερινά το «Δελτίο ειδήσεων», οι εφημερίδες που βγάζει ο Δ.Σ.Ε. και πρώτ' απ' όλα η «Εξόρμηση», ορισμένες σελίδες απ' τα θαυμάσια βιβλία μας, όπως είναι «Η δημοσιά του Βολοκολάμσκ», «Πώς δενότανε τ' ατσάλι» κλπ. και από καιρό σε καιρό να γίνονται ορισμένες διαλέξεις και συζητήσεις πάνω σε τρέχοντα ζητήματα, όπως η σημασία της δημιουργίας της Προσωρινής Δημοκρατικής κυβέρνησης, πώς πρέπει να 'ναι ο μαχητής του Δημοκρατικού στρατού κλπ. Η διαφώτιση που περιλαβαίνει τα πιο πάνω είναι αρκετή. Εμείς πόλεμο κάνουμε σήμερα και δεν έχουμε τον καιρό και τις δυνατότητες για να κάνουμε μεγαλύτερη διαφώτιση. Και δεν είναι σωστό να 'χουμε ξεχωριστούς διαφωτιστές, όπως κάνουν ορισμένα τμήματά μας. Η πολιτική μας όμως δουλειά αγκαλιάζει όλες τις εκδηλώσεις του στρατού μας και δε σημαίνει απλώς διαφώτιση. Είπαμε πιο πάνω ότι η πολιτική δουλειά εξυπηρετεί τον πόλεμο. Αυτό θα πει ότι το κύριο περιεχόμενο της πολιτικής δουλειάς είναι ο πόλεμος, η προετοιμασία και η διεξαγωγή των μαχών, η ζωή του στρατού για να γίνει πιο μαχητικός και να διεξάγει καλύτερα τον πόλεμο.

Στις συνεδριάσεις μας, στις δημοκρατικές συνελεύσεις μας, θα πρέπει να σταματήσουν οι χαιρετούρες και οι πανηγυρισμοί με τα στερεότυπα «χαιρετίζω κι εγώ με τη σειρά μου τη συνέλευση» και οι συνηθισμένες γενικολογίες, όπως «είχαμε μεγάλες επιτυχίες πλην όμως είχαμε και μεγάλες αδυναμίες» (ποιες είναι αυτές οι αδυναμίες δεν τις λέμε). Και να απασχολούμαστε με μερικά απλά πράγματα, όπως π.χ., πως πάει η εκπαίδευσή μας, αν μάθαμε τη λειτουργία των όπλων και την ταχτική τους χρησιμοποίηση, να μελετάμε την πείρα απ' τις μάχες που δίνουμε, τη συμπεριφορά προς τους αξιωματικούς και αναμεταξύ μας, πώς πάει η πειθαρχία, αν υπάρχει η ψυχική ενότητα και πώς θ' αναπτυχτεί, τα καλά και τα κακά παραδείγματα απ' την καθημερινή μας ζωή, πώς φυλάγουμε τα μυστικά του στρατού μας και άλλα παρόμοια πράγματα που θα μας κάνουν καλύτερους μαχητές. Οι συνεδριάσεις μας και όλες οι άλλες δουλιές μας θα πρέπει να κρατάνε λίγο. Να 'μαστε λιγόλογοι και συγκεκριμένοι. Με θέματα, ένα δυο το πολύ, που θα τα δουλεύουμε πριν πάμε στη συνέλευση. Ο πόλεμος, η πολεμική τέχνη, ζητήματα ταχτικής, η σωστή χρησιμοποίηση του σαμποτάζ, των ελεύθερων σκοπευτών, των ανιχνευτών κλπ. είναι τα προβλήματα που πρέπει να απασχολούν τις συνελεύσεις μας και όλη μας την πολιτική δουλειά.

Ιδιαίτερα σταματάμε στην προσοχή που πρέπει να δίνουμε στον παράγοντα άνθρωπο, στο μαχητή μας. Ο πολιτικός επίτροπος που δεν προσέχει τον παράγοντα άνθρωπο θα αποτύχει στη δουλειά του. Ο πολιτικός επίτροπος που δεν παλεύει για να σταματήσουν οι διακρίσεις και οι εκδηλώσεις αριστοκρατισμού στο Δ.Σ. αυτός κάνει πολύ κακά τη δουλιά του. Ο πολιτικός επίτροπος προσέχει τι τρώνε οι μαχητές και διαρκώς σκέφτεται και λύνει οργανωμένα με την καθοδήγηση του διοικητή του το επιμελητειακό πρόβλημα που 'ναι τόσο σοβαρό για το Δ.Σ. Ο πολιτικός επίτροπος ενδιαφέρεται αν είναι και πώς είναι ντυμένοι οι μαχητές και δεν ανέχεται να 'ναι οι αντάρτισσες ντυμένες με ένα σακάκι και να κρυώνουν, ενώ τα στελέχη μας είναι συνήθως καλοντυμένα και με ζεστά ρούχα. Ο πολιτικός επίτροπος ενδιαφέρεται για όλες τις ανάγκες των μαχητών, ποιος είναι άρρωστος κλπ. και παίρνει ιδιαίτερα μέτρα για να τον βοηθήσει. Βλέπει τους τραυματίες σαν ιερά πρόσωπα και δεν επιτρέπει την αηδία και το αίσχος να πάνε οι τραυματίες πεζοί, και μερικοί κακομαθημένοι και καλοθρεμμένοι επιμελητές να γυρνάνε άσκοπα πάνω στ' άλογα. Ο πολιτικός επίτροπος δίνει εξαιρετική σημασία στην ανάπτυξη καλών σχέσεων μαχητών και στελεχών και προπαντός προσέχει τη συμπεριφορά των αξιωματικών προς τους άντρες να είναι άψογη, συναγωνιστική, πατρική, χωρίς να γίνεται φυσικά καμιά υποχώρηση στο ζήτημα της στρατιωτικής πειθαρχίας. Ο πολιτικός επίτροπος δεν επιτρέπει καμιά χειροδικία, τραμπουκισμό και χυδαιότητες των στελεχών προς τους στρατιώτες του Δ.Σ.Ε. Ο πολιτικός επίτροπος φροντίζει για να μην κάνει έκτροπα ο Δ.Σ. (πλιάτσικο, αντιλαϊκές πράξεις) και όταν εκδηλώνονται αγωνίζεται για να διορθωθούν και να ξεπεραστούν. Ο πολιτικός επίτροπος παλεύει για να διορθώσει όλες τις αδυναμίες, τις παρεκτροπές, όλα τα στραβά, που είναι ακόμα αρκετά στο Δ.Σ.Ε., και τη δουλιά του αυτή την κάνει ψύχραιμα, χωρίς τυμπανοκρουσίες, μεθοδικά και προπαντός με το προσωπικό του παράδειγμα. Μ' αυτά τα ζητήματα πρέπει ν' απασχολείται ο πολιτικός επίτροπος και η πολιτική μας δουλειά μέσα στο Δ.Σ.Ε. Αυτές οι αδυναμίες και οι ελλείψεις μας, που 'χουν σχέση με τον παράγοντα άνθρωπο, με τη ζωή των μαχητών μας, πρέπει να μπαίνουν στις δημοκρατικές μας συνελεύσεις και σε κάθε μας συνεδρίαση. Ακόμα αντί να γίνονται κουτσομπολιά γύρω από τέτοια ζητήματα, όπως π.χ. ότι το φαγητό μας είναι λίγο, θα πεθάνουμε αν θα συνεχιστεί αυτός ο υποσιτισμός, γιατί το ψωμί μας είναι άσχημο, θα πρέπει να τα συζητάμε οργανωμένα, πολιτισμένα και να παίρνουμε όλα τα μέτρα για να διορθώνουμε όσα μέσα στις σημερινές συνθήκες μπορούν να διορθωθούν.

Είναι αλήθεια, πως έχουμε ορισμένα καλά παραδείγματα πολιτικής δουλειάς μέσα στο ΔΣΕ. Σε ορισμένες συσκέψεις αποδείχτηκε ότι μερικοί πολιτικοί επίτροποι ταγμάτων έδωσαν κιόλας το σωστό προσανατολισμό στην πολιτική μας δουλειά και κατάλαβαν ότι πρέπει να εξυπηρετεί τον πόλεμο και μόνο τον πόλεμο. Π.χ. ένα πολιτικός επίτροπος τάγματος όταν είδε ορισμένες αδυναμίες που παρουσίαζε το τάγμα σε μια μεγάλη πορεία, έβαλε ανοιχτά τις αδυναμίες αυτές μπροστά στη συνέλευση - στη διάρκεια της πορείας - και έπαιρναν οι ίδιοι οι μαχητές τα μέτρα που χρειάζονταν για να ξεπεραστούν. Και οι πολιτικοί επίτροποι λόχων και διμοιριών που 'ναι πιο κοντά στους μαχητές αισθάνονται τις ανάγκες τους και ασχολούνται λιγότερο με «θεωρίες» και «διαφωτίσεις» και περισσότερο με τα πραχτικά ζητήματα του πολέμου και της ζωής των μαχητών.

Τα περισσότερα όμως παραδείγματα δεν είναι καλά. Έχουμε πολιτικούς επιτρόπους, ιδιαίτερα στις ανώτερες μονάδες, πουναι εντελώς ξεκομμένοι απ' τους μαχητές, πουναι κλεισμένοι στα καλύβια τους και κάνουν χαρτοπόλεμο με τις διαταγές. Αυτοί σπάνια πάνε στους μαχητές, κάνουν μακροσκελείς εισηγήσεις πουναι όλο γενικολογία και ηχηρές φράσεις χωρίς περιεχόμενο και παλμό, ρίχνουν όλες τις στραβομάρες στους μαχητές μας. Δεν καταδέχονται να ζήσουν τη ζωή, τα προβλήματα των μαχητών και να πάρουν μαθήματα απ' αυτά τα θαυμάσια παιδιά, που 'ναι τα πραγματικά διαμάντια του κινήματός μας. Ας αναφέρουμε μερικά χαραχτηριστικά παραδείγματα. Σε μια ταξιαρχία ο πολιτικός επίτροπος έκανε μια εισήγηση γύρω απ' την πολιτική κατάσταση, απ' την οποία δεν έβγαινε κανένα νόημα, χαραχτήριζε σαν «ατομικό παραγοντισμό»(!!) το παράδειγμα των στελεχών μας που σκοτώνονται στις μάχες, μιλούσε μια ώρα για την πολεμική μας δουλειά γενικά και αφηρημένα και ύστερα έλεγε «τώρα θα μιλήσω για την πολιτική μας δουλειά» σαν νατανε αυτή κάτι ανεξάρτητο απ' τον πόλεμο. Σε άλλη ταξιαρχία ο πολιτικός επίτροπος έλεγε στην εισήγησή του ότι η απόσπαση της καθοδήγησης απ' τη βάση «είναι απ' το τάγμα και κάτω», ενώ απ' τη συζήτηση διαπιστώθηκε και η απόσπαση της καθοδήγησης της ταξιαρχίας. Ο πολιτικός επίτροπος ενός τάγματος είχε να δει ένα λόχο πέντε ολόκληρους μήνες. Και ένας αξιωματικός πληροφοριών είχε να βγει απ' το γραφείο του ενάμισι χρόνο. Δε μιλώ για τα ζητήματα της επαγρύπνησης και της περιφρούρησης του στρατού μας, όπου γίνονται πραγματικά εγκλήματα, γιατί θα απασχοληθούμε σε άλλο άρθρο.

Μιλήσαμε πιο πάνω για τα ζητήματα και το περιεχόμενο της πολιτικής μας δουλειάς στο Δ.Σ.Ε. Είναι καιρός να βάλουμε τέρμα στην υποτίμηση της πολιτικής δουλειάς και να ξεκαθαρίσουμε όλες τις συγχύσεις γύρω απ' αυτήν. Και προπαντός να οργανώσουμε καλά την πολιτική μας δουλειά για ναχουμε τ' αποτελέσματα που περιμένουμε. Οι πολιτικοί επίτροποι πρέπει να συναισθανθούν τις μεγάλες ευθύνες τους. Και οι ανώτερες διοικήσεις να μη διστάσουν ν' αλλάξουν σύμφωνα με τον τρόπο που καθορίζει η σχετική διαταγή του Γενικού μας Αρχηγείου τους πολιτικούς επιτρόπους που δεν κάνουν καλά τη δουλειά τους. Σήμερα πόλεμο κάνουμε και στον πόλεμο δοκιμές δεν επιτρέπονται. Θα βοηθήσουμε και πρέπει να βοηθήσουμε μ' όλα τα μέσα τους πολιτικούς επιτρόπους που χρειάζονται βοήθεια και μπορεί να διορθωθούν, μα και τολμηρά θα αλλάξουμε και θα αντικαταστήσουμε εκείνους που μπαίνουν εμπόδιο στη δουλειά μας.


Παρασκευή, 25 Οκτωβρίου 2013

«Λαοκρατία και όχι βασιλιά»

Παρέλαση Ελασιτών μετά την Απελευθέρωση
Του ΦΟΙΒΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗ

Στα τέλη Οκτωβρίου 1944, ο πρωτεργάτης της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου και βασικός
εκφραστής της συμμαχίας της Ελλάδας με την Αγγλία, ο βασιλιάς Γεώργιος Β' είναι ο επίσημος που δεν έχει επιστρέψει ακόμα στην Ελλάδα. Δημοκρατικές και αριστερές δυνάμεις έχουν εκφραστεί κατά της επιστροφής του Γεωργίου πριν από τη διενέργεια ενός γνήσιου δημοψηφίσματος.

Αλλά, στις 8 Οκτωβρίου, ο Βρετανός πρωθυπουργός Τσόρτσιλ σε συνάντησή του με τον Γ. Παπανδρέου στη Νάπολη της Ιταλίας θα επιμένει να επιστρέψει ο βασιλιάς στην Ελλάδα μαζί με την κυβέρνηση εθνικής ενότητας και τον πρωθυπουργό.

Ο Παπανδρέου εξήγησε στον Τσόρτσιλ ότι μια ξαφνική επιστροφή του βασιλιά θα ήταν καταστροφική για την ομαλότητα. Τελικά ο Τσόρτσιλ συμφώνησε και υπογράφτηκε μεταξύ των δύο πλευρών το ακόλουθο κείμενο, που σήμαινε ότι ο Γεώργιος θ' ασκούσε από το εξωτερικό τα βασιλικά του καθήκοντα:

«Ο Βασιλεύς θέλει ασκή την βασιλικήν εξουσίαν εκ Λονδίνου. Οι Νόμοι και τα Διατάγματα θα εγκρίνονται κατόπιν τηλεγραφικής εντολής...».

Νέα κυβέρνηση

Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα (18 Οκτωβρίου) ο Γ. Παπανδρέου υπέβαλε την παραίτησή του στο βασιλιά «σύμφωνα με τα συνταγματικά έθιμα και την καθιερωμένη κοινοβουλευτική πρακτική». Ο Γεώργιος του ανέθεσε και πάλι το σχηματισμό της νέας κυβέρνησης, που ορκίστηκε στις 23 Οκτωβρίου και συμπεριελάμβανε τους ίδιους εκπροσώπους της Αριστεράς.

Η σύνθεσή της ήταν η ακόλουθη: Γ. Παπανδρέου: πρωθυπουργός, υπουργός Εξωτερικών και προσωρινά Στρατιωτικών. Φ. Μανουηλίδης, Εσωτερικών. Π. Κανελλόπουλος, Ναυτικών. Π. Φικιώρης, Αεροπορίας. Ν. Αβραάμ, Δικαιοσύνης. Θ. Τσάτσος, Εφοδιασμού. Κ. Μαρούλης, Υγιεινής. Π. Ράλλης, Εμπορικής Ναυτιλίας. Στ. Στεφανόπουλος, Μεταφορών. Δ. Λόντος, Κοινωνικής Πρόνοιας. Α. Θεολογίτης, Τ.Τ.Τ. Π. Χατζηπάνος, Παιδείας. Αλ. Σβώλος, Οικονομικών. Ηλ. Τσιριμώκος, Εθνικής Οικονομίας. Ν. Ασκούτσης, Δημοσίων Εργων. Μ. Πορφυρογένης, Εργασίας. Ι. Ζέβγος, Γεωργίας. Γ. Καρτάλης, άνευ χαρτοφυλακίου.

Ορκίστηκε επίσης και ένας ορισμένος αριθμός υφυπουργών. Ο Βρετανός πρεσβευτής Λίπερ ενημέρωσε το Φόρεϊν Οφις ότι ο Παπανδρέου «θεώρησε ασύνετο να μειώσει τη συμμετοχή του ΕΑΜ» στην κυβέρνηση, γιατί μέχρι να μπορέσει να σχηματίσει τακτικό στρατό, «το ΕΑΜ κατέχει τη μόνη ένοπλη δύναμη».

Οι επίσημοι Βρετανοί στο Λονδίνο ενδιαφέρονταν όμως και γι' άλλα ζητήματα. Το Φόρεϊν Οφις ρώτησε τον Λίπερ να μάθει «επειγόντως σε ποιον έδωσαν όρκο οι νέοι Ελληνες υπουργοί» στις 23 Οκτωβρίου. Ο Λίπερ απάντησε καθησυχαστικά ότι «ο όρκος δόθηκε στον βασιλέα», που δεν είχε φτάσει στην Αθήνα, αλλά προσπαθούσε να κινήσει τα νήματα από τα παρασκήνια.

Ο Τσόρτσιλ ήταν αποφασισμένος να επαναφέρει τον Γεώργιο στην Ελλάδα. Αφού άφηνε στους Ρώσους ελεύθερο το πεδίο σε άλλες βαλκανικές χώρες, απαιτούσε να επαναφέρει στην Ελλάδα ένα φιλοβρετανικό καθεστώς.

Αντονι Ιντεν

Στις 25 Οκτωβρίου ο Βρετανός υπουργός Εξωτερικών, Αντονι Ιντεν, έφτασε στην απελευθερωμένη Αθήνα και μετά την ενημέρωσή του από τον Παπανδρέου τηλεγράφησε στον Τσόρτσιλ: «Το ΕΑΜ είναι δραστήριο και θα ήταν επιπόλαιο κατά την κρίση μου να υποτιμήσουμε τη δύναμή του».

Ο Βρετανός επίσημος δέχτηκε στην Αθήνα και ένα χαιρετιστήριο μήνυμα από την ηγεσία του ΚΚΕ, το οποίο έγραφε μεταξύ άλλων: «Εκ μέρους του ΚΚΕ απευθύνουμε προς την υμετέρα εξοχότητα και προς τους λαούς της συμμάχου μας Μεγάλης Βρετανίας θερμότατο χαιρετισμό και σας ευχόμαστε το "καλώς ορίσατε" στην ελεύθερη πρωτεύουσα της χώρας μας. Ο Ελληνικός λαός στάθηκε ειλικρινής Φίλος του μεγάλου φιλελεύθερου αγγλικού λαού και κατά την κρίσιμη στιγμή του αγώνα εναντίον του χιτλερικού φασισμού θα συνεχίσει τον αγώνα στο πλευρό των Συμμάχων μας και θα συνεργαστεί στενά στο έργο της δημοκρατικής και οικονομικής ανασύνταξης...».

Αλλά εκείνες τις τελευταίες μέρες του Οκτώβρη δεν λείπουν και τα επεισόδια και οι αψιμαxίες, που αποκαλύπτουν κάτω από την ήρεμη επιφάνεια την ένταση των εσωτερικών αντιθέσεων.

Η οργάνωση Χ είναι οχυρωμένη στην περιοχή του Θησείου και ενισχύεται σε οπλισμό από δυνάμεις του κρατικού μηχανισμού.

Θανάσιμος αντίπαλος

Οπως ανέφερε σε τηλεοπτική εκπομπή των τελευταίων χρόνων, το παλιό μέλος της Χ, Ν. Φαρμάκης, δεν επρόκειτο για αντιστασιακή οργάνωση, αλλά για καθαρά αντικομμουνιστική οργάνωση, θανάσιμο αντίπαλο του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ, που ενισχυόταν και μετά την απελευθέρωση από εκείνους που ήθελαν την εξουδετέρωση της δύναμης της Αριστεράς.

Τη Δευτέρα 30 Οκτώβρη ένας αξιωματικός της Χ, που αναγνωρίστηκε στο κέντρο της Αθήνας ως «βασανιστής», πυροβόλησε και τραυμάτισε έναν ΕΛΑΣίτη. Συνελήφθη από τους περαστικούς και παραδόθηκε στον ΕΛΑΣ, που έπρεπε να τον παραδώσει στη Στρατιωτική Διοίκηση Αττικής.

Στη διάρκεια της κράτησής του εκπρόσωπος του ΕΛΑΣ συνομίλησε μαζί του:

- «Ασημακόπουλε, από τον τρόπο που φέρνεσαι φαίνεται ότι δεν έχεις συναίσθηση των πράξεων της προδοσίας σου, της θέσης σου».

- «Μη με βρίζετε, κύριε λοχαγέ».

- «Μα, είσαι αποδειγμένος δωσίλογος συνεργάτης των Γερμανών. Εχεις βασανίσει με τη συμμορία τής Χ τόσους αγωνιστές».

- «Μη με βρίζετε, κύριε λοχαγέ! Εγώ είμαι στρατιώτης και διά παν ό,τι έπραξα εξετέλουν διαταγάς»...

Σε αντίποινα οι Χίτες συνέλαβαν αρκετούς ομήρους στην περιοχή Θησείου - Γέφυρας Καμπά - Πετραλώνων και τους έκλεισαν στο 9ο Σχολείο.

Μέσα στον Οκτώβριο δεν έλειψαν μεμονωμένα επεισόδια, αλλά είχε αποφευχθεί μια γενικευμένη σύγκρουση. Επικρατούσε μέχρι στιγμής η συνεννόηση.

Παρέλαση

Η 28η Οκτωβρίου 1944 γιορτάστηκε έντονα με στρατιωτική παρέλαση, στην οποία συμμετείχε ο ΕΛΑΣ με δύο Ταξιαρχίες και τα «δύο πρότυπα τάγματά του που έχει συγκροτήσει ύστερα από διαταγή του Στρατιωτικού Διοικητή Αττικής» στρατηγού Σπηλιωτόπουλου.

Η παρουσία της στρατιωτικής αντιπροσωπείας του ΕΛΑΣ στη μητρόπολη, όπου συμμετέχει και ο αρχηγός του Στ. Σαράφης, που βρίσκεται εκείνη τη στιγμή στην Αθήνα, είναι επιβλητική. Η παρέλαση άρχισε από την 3ης Σεπτεμβρίου. Με τον ίδιο τρόπο είχε γίνει και η υποδοχή του Ιντεν στην Αθήνα, λίγες μέρες νωρίτερα.

Πλάι στα συνθήματα υπέρ των Συμμάχων και της Εθνικής Κυβέρνησης ακούγονταν κι εκείνα υπέρ της τιμωρίας των δωσιλόγων. Οπως και εκείνο που είχε ακουστεί στις 18 Οκτώβρη, στη διάρκεια του λόγου του Γ. Παπανδρέου στο Σύνταγμα: «Λαοκρατία και όχι βασιλιά».

Αλλά παράλληλα με τις υποβόσκουσες εσωτερικές αντιθέσεις θα μπορούσαν να υπάρξουν και διεθνείς αντιθέσεις που να επηρεάσουν την ελληνική πραγματικότητα.

Αναδημοσίευση από http://www.enet.gr/?i=news.el.ellada&id=394439

Τετάρτη, 23 Οκτωβρίου 2013

Η ρήξη της Κατοχής: ΕΑΜ και Τάγματα Ασφαλείας

ΤΟΥ ΜΕΝΕΛΑΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗ *

Ο πόλεμος και ιδιαίτερα η στρατιωτική κατοχή της χώρας βρήκαν εντελώς απροετοίμαστο και αποδιοργανωμένο το προπολεμικό πολιτικό σύστημα
Η αποσάθρωση του πολιτικού κόσμου, απότοκο τόσο των εσωτερικών εξελίξεων όσο και των ευρύτερων αλλαγών που συντελέστηκαν σε ολόκληρη την Ευρώπη λόγω της οικονομικής κρίσης και του εκφασισμού των ευρωπαϊκών κοινωνιών, έφτασε στην κορύφωσή της κατά την περίοδο της Κατοχής.

Ο πόλεμος και ιδιαίτερα η στρατιωτική κατοχή της χώρας βρήκαν εντελώς απροετοίμαστο και αποδιοργανωμένο το προπολεμικό πολιτικό σύστημα. Η αδυναμία των μεγάλων αστικών κομμάτων να συνδράμουν τον σκληρά δοκιμαζόμενο ελληνικό λαό ανέτρεψε πλήρως τους πολιτικούς συσχετισμούς στη χώρα. Είναι ενδεικτικό ότι όλες οι σημαντικές αντιστασιακές οργανώσεις που εμφανίστηκαν στην Ελλάδα προήλθαν από πολιτικούς σχηματισμούς που είτε δημιουργήθηκαν κατά την περίοδο της Κατοχής είτε προέκυψαν από το μετασχηματισμό κομμάτων που είχαν μικρή εκλογική επιρροή κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου.

Το «κόκκινο» σύνορο

Η ανατροπή των προπολεμικών πολιτικών δεδομένων αντανακλάται στη μετατόπιση της κύριας διαχωριστικής γραμμής από το εσωτερικό του αστικού πολιτικού κόσμου, στο σύνορο που τον χώριζε από το Κομμουνιστικό Κόμμα. Ετσι, ενώ προπολεμικά ο κύριος πολιτικός ανταγωνισμός εκδηλωνόταν στο εσωτερικό του αστικού πολιτικού κόσμου ανάμεσα σε βενιζελικούς και αντιβενιζελικούς, κατά τη διάρκεια της Κατοχής μετατοπίστηκε προς τα αριστερά και εκφράστηκε από τη διαμάχη ανάμεσα στις ΕΑΜικές και τις αντιΕΑΜικές δυνάμεις. Αυτός ο μετασχηματισμός δεν είχε συγκυριακό χαρακτήρα, καθώς ήταν αποτέλεσμα των ριζικών αλλαγών που συντελέστηκαν σε επίπεδο αντιλήψεων και νοοτροπιών. Με άλλα λόγια, η αλλαγή της πολιτικής συμπεριφοράς στην κατοχική Αθήνα δεν ήταν αποτέλεσμα μόνο των μετασχηματισμών που συντελέστηκαν σε επίπεδο κεντρικής πολιτικής σκηνής, αλλά και των σημαντικών ανατροπών που υλοποιήθηκαν στη βάση της ελληνικής κοινωνίας.

Το ΕΑΜ

Το γεγονός που μετέβαλε την πολιτική συνείδηση και άρα την πολιτική συμπεριφορά των κατοίκων της πρωτεύουσας κατά τη διάρκεια της Κατοχής ήταν η εμφάνιση των αντιστασιακών οργανώσεων και ιδιαίτερα του ΕΑΜ. Κάτω από τις σκληρές συνθήκες της στρατιωτικής κατοχής, η πολιτική έκφραση πέρασε από τα πολιτικά κόμματα στις αντιστασιακές οργανώσεις, λαμβάνοντας τη μορφή της αντιστασιακής δράσης. Ανάμεσα σε αυτές, το ΕΑΜ, λόγω του κινηματικού χαρακτήρα του και της τεχνογνωσίας των προπολεμικών κομμουνιστών στην οργάνωση της πολιτικής δράσης σε συνθήκες παρανομίας, μετατράπηκε στο μαζικότερο και δυναμικότερο κομμάτι της ελληνικής Αντίστασης.

Οι πρόσφυγες

Οι Μικρασιάτες πρόσφυγες αποτέλεσαν τη ραχοκοκαλιά του ΕΑΜικού αντιστασιακού κινήματος στην πρωτεύουσα. Οι πρόσφυγες ήταν το πλέον πολυπληθές και παράλληλα συμπαγές κομμάτι των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων στην Αθήνα. Εχοντας απολέσει σχεδόν το σύνολο των περιουσιών τους, δεν είχαν προλάβει, στα 18 χρόνια που είχαν μεσολαβήσει από τη Μικρασιατική Καταστροφή, ν' ανασυγκροτηθούν οικονομικά. Επιπρόσθετα, ένα μεγάλο ποσοστό τους δεν είχε ακόμη ενσωματωθεί στην ελληνική κοινωνία, εξακολουθώντας να ζει κοινωνικά, οικονομικά και πολιτισμικά περιθωριοποιημένο. Οι πρόσφυγες αποτελούσαν συνεπώς ίσως το πιο ευάλωτο τμήμα τής σκληρά δοκιμαζόμενης ελληνικής κοινωνίας κατά τη διάρκεια της Κατοχής.

Ο λιμός

Οταν λίγους μήνες μετά την είσοδο των γερμανικών στρατευμάτων στην πόλη ξέσπασε ο εφιαλτικός κατοχικός λιμός, οι πρόσφυγες βρέθηκαν απόλυτα εκτεθειμένοι στις καταστροφικές του συνέπειες. Σε αντίθεση με τους παλαιούς κατοίκους της πόλης, η αδυναμία πώλησης ακίνητης περιουσίας και αναζήτησης τροφίμων στην επαρχία, στους τόπους καταγωγής τους, τους έστρεψε μαζικά στη μοναδική στρατηγική επιβίωσης που μπορούσαν να υλοποιήσουν: τη συμμετοχή στο ΕΑΜικό, κυρίως, αντιστασιακό κίνημα, που με τις συνεχείς και δυναμικές κινητοποιήσεις του διεκδικούσε την επίλυση του επισιτιστικού προβλήματος. Παράλληλα, οι τρόποι πολιτικής δράσης, που είχαν εισαγάγει οι κομμουνιστικές οργανώσεις στις προσφυγικές συνοικίες τη δεκαετία του 1930, απέκτησαν κατά τη διάρκεια της Κατοχής άλλο χαρακτήρα και περιεχόμενο. Η συλλογική δράση με στόχο την άμεση επίλυση προβλημάτων της καθημερινότητας, από περιθωριακή πρακτική πολιτικής δράσης, στο Μεσοπόλεμο, μετατράπηκε σε κυρίαρχη μορφή, κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Οι εκατοντάδες λαϊκές επιτροπές, οι επιτροπές διεκδίκησης συσσιτίων, διανομής ενδυμάτων, φαρμάκων, ειδών καθαριότητας, οι διαρκείς παραστάσεις σε υπουργεία και άλλες υπηρεσίες, κατέστησαν τη συλλογική δράση κεντρικό στοιχείο της Αντίστασης και παράλληλα αποτέλεσαν χώρους και τρόπους πολιτικών διεργασιών.

Τάγματα Ασφαλείας

Πέρα από τον αγώνα για την επιβίωση, ακόμη μια από τις βασικές αιτίες που οδήγησαν στη μαζική ένταξη των προσφύγων στο ΕΑΜ ήταν η στοχοποίηση των προσφυγικών συνοικιών από την τελευταία κυβέρνηση δωσιλόγων του Ιωάννη Ράλλη. Οι πρόσφυγες είδαν πίσω από τη δημιουργία των Ταγμάτων Ασφαλείας τη συμμαχία προσωπικοτήτων από τα δύο κύρια αντίπαλα προπολεμικά πολιτικά στρατόπεδα, όπως του σφόδρα αντιβασιλικού στρατηγού Θεοδώρου Παγκάλου, του βασιλόφρονα Ιωάννη Ράλλη και του βενιζελικού Στυλιανού Γονατά. Ετσι σε επίπεδο συμβολισμών αλλά και ουσίας, η συμμαχία προσωπικοτήτων του αστικού πολιτικού χώρου στη δημιουργία των προδοτικών Ταγμάτων Ασφαλείας καθιστούσε το ΕΑΜ ως τη μοναδική αξιόλογη πατριωτική επιλογή.

Τα μπλόκα

Οι φόβοι των προσφύγων για τη στοχοποίησή τους από την τριανδρία Παγκάλου-Ράλλη-Γονατά αποδείχτηκαν σωστοί και μάλιστα με τραγικό τρόπο: όλα τα μεγάλα μπλόκα που σχεδιάστηκαν από αξιωματούχους του υπουργείου Εσωτερικών και της Χωροφυλακής και υλοποιήθηκαν από τα Ευζωνικά Τάγματα Ασφαλείας υπό την εποπτεία Γερμανών αξιωματικών, πραγματοποιήθηκαν σε προσφυγικές συνοικίες το καλοκαίρι του 1944: σε Νέα Ιωνία, Γούβα, Περιστέρι, Βύρωνα, Κατσιπόδι, Δουργούτη, Νέα Σμύρνη, Κοκκινιά και Καλλιθέα, σε διάστημα μόλις δύο μηνών θα συλληφθούν περίπου 10.500 και θα εκτελεστούν επί τόπου περίπου 430 άτομα.

Η πολιτισμική γεωγραφία των μπλόκων, η οποία καταδεικνύει με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο ότι οι προσφυγικές συνοικίες βρίσκονταν στο επίκεντρο της αντιΕΑΜικής δράσης των Σωμάτων Ασφαλείας, ώθησε τους κατοίκους τους, είτε για λόγους προστασίας είτε για λόγους εκδίκησης, σε μαζική ένταξη στις ΕΑΜικές οργανώσεις.

* Διδάκτωρ Σύγχρονης Ιστορίας, οικονομολόγος, ιδρυτικό μέλος του Φόρουμ Κοινωνικής Ιστορίας. Εχει συγγράψει το βιβλίο «Η εμπειρία της Κατοχής και της Αντίστασης στην Αθήνα», εκδ. Αλεξάνδρεια, 2012. Το παραπάνω κείμενο προέρχεται από την εισήγησή του στο Σεμινάριο Σύγχρονης Ιστορίας (Ελεύθερο Πανεπιστήμιο Κηφισιάς, συντονισμός Βλ. Αγτζίδης) και είχε τίτλο «Η πολιτική συμπεριφορά των Μικρασιατών προσφύγων στην Αθήνα. Από τους βενιζελικούς του Μεσοπολέμου στη μεταπολεμική Αριστερά».

Αναδημοσίευση από http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=391352

Οι ναζί φεύγουν, οι ταγματασφαλίτες δολοφονούν

ΤΟΥ ΒΛΑΣΗ ΑΓΤΖΙΔΗ*

Στις 12 Οκτωβρίου του 1944 -ήταν Πέμπτη- απελευθερώθηκε η Αθήνα. Τα ναζιστικά στρατεύματα αποχώρησαν από το κέντρο της πόλης νωρίς το πρωί, έχοντας υποστείλει πρώτα από την Ακρόπολη τη σημαία του γερμανικού εθνικοσοσιαλιστικού κράτους.

Η υποστολή της ναζιστικής σημαίας θα αναδειχθεί στο συμβολικό χρονικό σημείο της Απελευθέρωσης. Ομως η πραγματική αποχώρηση των Γερμανών από την πρωτεύουσα της Ελλάδας θα γίνει την επόμενη μέρα.

Οι τελευταίες ημέρες της Κατοχής δεν ήταν αναίμακτες. Πολιτική των κατακτητών ήταν η καταστροφή των υποδομών της χώρας. Την παραμονή της αναχώρησής τους και κατ' απαίτηση των δωσίλογων συνεργατών τους, είχαν επιτεθεί στην προσφυγική Καισαριανή, που αποτελούσε εστία της αντιφασιστικής αντίστασης, δολοφονώντας με απαγχονισμό τους αγωνιστές που συνέλαβαν. Το βράδυ της 12ης προς 13η Οκτωβρίου οι γερμανικές δυνάμεις αποχωρούν από την περίμετρο της πόλης καταστρέφοντας κάθε βασική υποδομή. Την ίδια στιγμή που οι δεκάδες χιλιάδες των κατοίκων βγαίνουν στους δρόμους για να γιορτάσουν την απελευθέρωση, τα γερμανικά στρατεύματα καταστρέφουν κάθε βιομηχανική υποδομή. Από τα εργοστάσια του Πειραιά έως το αεροδρόμιο Τατοΐου.

Γερμανικό σαμποτάζ

Η σημαντικότερη προσπάθεια των Γερμανών θα γίνει στον Πειραιά, το πρωί της 13ης Οκτωβρίου. Θα προσπαθήσουν να ανατινάξουν τις λιμενικές εγκαταστάσεις της Ηλεκτρικής Εταιρείας (Πάουερ). Η Ηλεκτρική Εταιρεία παρήγε την ηλεκτρική ενέργεια για όλον τον αστικό χώρο του Λεκανοπεδίου. Οι Γερμανοί είχαν παγιδεύσει με εκρηκτικές ύλες από πριν τα κυριότερα κτήρια του Πειραιά, ώστε να μπορούν να διαχειριστούν την καταστροφή τους κεντρικά. Οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ κατάφεραν να κόψουν τα καλώδια, σώζοντας πολλά από τα παγιδευμένα κτήρια. Το εργοστάσιο της Ηλεκτρικής Εταιρείας το προστάτευε το 10ο Τάγμα του 6ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ. Μόλις οι Γερμανοί έφτασαν στην είσοδο του εργοστασίου δέχτηκαν τα πυρά των ΕΛΑΣιτών. Η μάχη κράτησε δυόμισι ώρες και ήταν σκληρή. Οι Γερμανοί έχασαν εννέα στρατιώτες ενώ άλλοι 45 συνελήφθησαν. Ο ΕΛΑΣ είχε 11 νεκρούς. Το εργοστάσιο σώθηκε.

«Η υπογραφή του κτήνους»

Ετσι επιγράφεται το πρωτοσέλιδο άρθρο της εφημερίδας «Ελευθερία» που κυκλοφόρησε στις 14 Οκτωβρίου. Είναι πολύ ενδιαφέρουσα η περιγραφή της νύκτας από τη 12η έως τη 13η Οκτωβρίου: «Καθ' όλην τη νύκτα της Πέμπτης προς Παρασκευήν εμαίνοντο τα κακούργα ένστικτα των ούνων. Από του πολυπαθούς Πειραιώς μέχρι του Περάματος τίποτε δεν έμεινεν όρθιο. Τίποτε.

»Η καταστροφή είναι απερίγραπτος και είναι η μεγαλυτέρα απ' όσας επέφεραν οι Βάρβαροι εις τον τόπον αυτόν... Συντρίμματα μόχθου εκατό ετών ηπλώθησαν εις του Βασιλειάδου, εις τα "σιλό", εις τα κρηπιδώματα, εις τας αποθήκας "Σελλ" και της "Σοκοπελ" - παντού. Πόσον μεγάλη είναι η καταστροφή και πόσον δίκαια η λύσσα μας και πόσον κολοσσιαίον το αίτημά μας διά μία ολοκληρωτικήν εκδίκησιν μόνον αν αναλογισθή κανείς ότι ο Πειραιεύς ως λιμήν δεν υφίσταται, ότι η οικονομίαν της Χώρας, ο επισιτισμός μας, η ευημερία της Αύριον υπέστησαν τεράστιον πλήγμα υπολογιζόμενα εις εκατομμύρια χρυσών λιρών -αυτά τα οποία γενεαί και γενεαί Ελλήνων εμαζεύαμε δεκάραν δεκάραν- θα ημπορέσει να εννοήσει».

Η επόμενη μέρα

Με την πλήρη αποχώρηση των Γερμανών εγκαταστάθηκε στην Αθήνα μια τριμελής επιτροπή για να προετοιμάσει το έδαφος για την άφιξη της εξόριστης αστικής κυβέρνησης, την οποία είχαν αναγνωρίσει το ΕΑΜ και το ΚΚΕ στο Συνέδριο του Λιβάνου ως τη μοναδική κυβέρνηση του τόπου. Η περίοδος μέχρι την άφιξη της κυβέρνησης δεν ήταν ομαλή και σημαδεύτηκε από τις συγκρούσεις μεταξύ των δυνάμεων του ΕΛΑΣ και των οργανωμένων στα Τάγματα Ασφαλείας συνεργατών των κατακτητών. Η πιο έντονη δράση των ακροδεξιών συμμοριών συνέβη την 15η Οκτωβρίου, όταν άνοιξαν πυρ στην περιοχή της Ομόνοιας κατά του πλήθους που πανηγύριζε, σκοτώνοντας επτά άτομα.

Την επαύριο της απελευθέρωσης της Ελλάδας από τους ναζί η μεγαλύτερη οργανωμένη -πολιτικά και στρατιωτικά- δύναμη που είχε υπό τον έλεγχό της σχεδόν το σύνολο της ελλαδικής επικράτειας ήταν η Αριστερά. Ενα ευρύ μέτωπο κομμουνιστών, σοσιαλιστών αλλά και αρκετών φιλελεύθερων είχε συγκροτήσει το ΕΑΜ (Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο) και είχε δημιουργήσει το στρατό του υπό την επωνυμία ΕΛΑΣ (Ελληνικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός), του οποίου οι δυνάμεις κυμαίνονταν μεταξύ 50.000-100.000. Παράλληλα είχε δημιουργήσει τη νεολαία της ΕΠΟΝ (Εθνική Πανελλήνια Οργάνωση Νέων) με 800.000 μέλη και την Αλληλεγγύη, που ήταν η κοινωνική οργάνωση υποστήριξης και επιμελητείας, της οποίας τα μέλη έφταναν το ένα εκατομμύριο.

Το ΕΑΜ του ΚΚΕ

Κύρια δύναμη του ΕΑΜ ήταν το ΚΚΕ, το οποίο, όπως φάνηκε από τις συμφωνίες που συνήψε στην Καζέρτα και στον Λίβανο, αποσκοπούσε στη δημιουργία μιας αστικής δημοκρατίας, όπου θα υπήρχε ελευθερία πολιτικής δράσης. Το ΚΚΕ έχοντας απελευθερωθεί από την κυριαρχία της «Κομιντέρν» και αντιδρώντας στην παραδοσιακή πολιτική των βόρειων σλαβικών χωρών για δημιουργία μακεδονικού ζητήματος εντός των ελληνικών συνόρων απέρριψε τις προτάσεις του Τίτο και των Σλάβων κομμουνιστών για συμμαχία μαζί τους και είχε στραφεί προς την αναζήτηση συμμαχιών και νομιμοποίησης στους δυτικούς «συμμάχους».

Φαίνεται όμως ότι η παραδοσιακή βρετανική αποικιοκρατία από πολύ νωρίς είχε οργανώσει τον εγκλωβισμό της Αριστεράς στα γεωπολιτικά της σχέδια. Ο αδίστακτος Ουίνστον Τσόρτσιλ -που 25 χρόνια πριν είχε κρατήσει ανοιχτά ανθελληνική στάση υποστηρίζοντας το κεμαλικό κίνημα και υπονομεύοντας την ελληνική προσπάθεια για ενσωμάτωση του Σαντζακίου Σμύρνης και της Ανατολικής Θράκης- γράφει προς τον Αντονι Ιντεν λίγο πριν από τη διάσκεψη του Λιβάνου (17-20 Μαΐου 1944): «...Προφανώς οδηγούμαστε σε αναμέτρηση με τους Ρώσους, λόγω των κομμουνιστικών συνωμοσιών τους σε Ιταλία, Γιουγκοσλαβία και Ελλάδα... Είμαστε στ' αλήθεια διατεθειμένοι να συναινέσουμε στην κομμουνιστικοποίηση των Βαλκανίων και της Ιταλίας;». Ορίζει παράλληλα τη βρετανική στρατηγική: «...Πρέπει να επιτύχουμε ρήξη με το ΕΑΜ, πριν αυτό συνδεθεί πολύ με τους Σοβιετικούς. Θα πρέπει αν είναι δυνατόν να δημιουργήσουμε ένα τέτοιο χάσμα που να δώσει στους Σοβιετικούς να καταλάβουν ότι θα πρέπει να το σκεφθούν πολύ σοβαρά πριν πάρουν οποιαδήποτε απόφαση».

Στην παγίδα των Βρετανών

Το ΕΑΜ και το ΚΚΕ θα πέσουν στην παγίδα και θα συναινέσουν στη βρετανική μεθόδευση υποτάσσοντας (ακόμα και) τις στρατιωτικές τους δυνάμεις στον Βρετανό στρατηγό Σκόμπι και ελπίζοντας στις αγαθές προθέσεις των Βρετανών και του Γεωργίου Παπανδρέου. Στις 18 Οκτωβρίου έφτασε από τη Μέση Ανατολή η κυβέρνηση. Εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και μετασχηματίστηκε σε «κυβέρνηση εθνικής ενότητας».

Η επιλογή του Γ. Παπανδρέου

Ο Παπανδρέου υπήρξε ο άνθρωπος που επέλεξε να εφαρμόσει τις βρετανικές μεθοδεύσεις και να στηρίξει την πολιτική του κυριαρχία στις βρετανικές λόγχες. Ενα μήνα πριν (22 Σεπτεμβρίου 1944) θα στείλει στον Τσόρτσιλ το παρακάτω τηλεγράφημα ζητώντας την άμεση αποστολή βρετανικών στρατιωτικών δυνάμεων: «Δύναμαι να σας διαβεβαιώσω ότι η σταθερότης της ελληνικής κυβερνήσεως θα διατηρηθεί πλήρως κατά τας επικείμενους κρίσιμους στιγμάς. Δεν γνωρίζω τους λόγους διά την απουσία της Βρετανίας. Μόνον η άμεσος παρουσία εντυπωσιακών βρετανικών δυνάμεων εις την Ελλάδα και ώς τας τουρκικάς ακτάς θα ήτο δυνατό να μεταβάλει την κατάστασιν. Από την επικοινωνία μου μετά του αρχιστρατήγου των Συμμαχικών Δυνάμεων, γνωρίζω ότι υπάρχουν δυσκολίες επί του θέματος αυτού. Πάντως, αι επιτυχίες εις τον πόλεμον αυτόν εις τόσον πολλάς αποστολάς, τας οποίας άλλοι εθεώρουν απραγματοποιήτους, δικαιολογούν την ελπίδα της μαρτυρικής Ελλάδος πως η άμεσος και αποφασιστική επέμβασις θα διορθώσει την κατάστασιν». Ο δρόμος για τα Δεκεμβριανά και την εμφύλια σύγκρουση είχε ήδη ανοίξει.

* Διδάκτωρ Σύγχρονης Ιστορίας, μαθηματικός, http://kars1918.wordpress.com/

Αναδημοσίευση από http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=391352

Δευτέρα, 21 Οκτωβρίου 2013

Ο Ζαχαριάδης, ο «πράκτορας» Σιάντος και το σχέδιο δολοφονίας

Σταυρόπουλος Λάμπρος

Οι ανησυχίες του ηγέτη του ΚΚΕ, η διαφυγή στο εξωτερικό το 1947 και οι πληροφορίες για τον «χαφιέ»

Ο Ζαχαριάδης στο τέλος ομιλίας του σε στελέχη του ΔΣΕ στον Εμφύλιo.
 Ο ηγέτης του ΚΚΕ θεωρούσε τον Σιάντο πράκτορα των Αγγλων

Κρίσιμες πτυχές της πορείας προς την εμφύλια αναμέτρηση (μεταβαρκιζιανό καθεστώς, αποχή του ΚΚΕ από τις εκλογές του 1946, συγκρότηση των πρώτων αντάρτικων ομάδων και του ΔΣΕ, δολοφονία Ζέβγου κτλ.) μέσα από την παράθεση κειμένων και αλληλογραφίας της εποχής αναδεικνύονται από τις σελίδες του βιβλίου για τον Νίκο Ζαχαριάδη το οποίο μόλις κυκλοφόρησε («Νίκος Ζαχαριάδης - Υπέρ βωμών και εστιών», εκδόσεις Καστανιώτη). Μεταξύ αυτών η διαφυγή του Ζαχαριάδη στο εξωτερικό το 1947 υπό τις πιέσεις των διεθνών συμμάχων του ΚΚΕ λόγω των επίμονων φόβων που διατυπώνονταν για δολοφονία του, αλλά και οι αναστολές του αμφιλεγόμενου κομμουνιστή ηγέτη να φύγει πριν από τον Γιώργη Σιάντο, νούμερο 2 στην ιεραρχία και αντικαταστάτη του την περίοδο της Κατοχής όσο εκείνος βρισκόταν κρατούμενος στο Νταχάου, καθώς τον θεωρούσε πράκτορα των Αγγλων. Η δολοφονία του ηγετικού στελέχους του ΚΚΕ Γιάννη Ζέβγου στις 20 Μαρτίου 1947 στη Θεσσαλονίκη επέσπευσε τις κινήσεις του Ζαχαριάδη, ο οποίος πέρασε στην παρανομία και βγήκε στο εξωτερικό στις 6 Απριλίου 1947, ενώ ο Εμφύλιος είχε φουντώσει, για να επιστρέψει στα τέλη της ίδια χρονιάς αναλαμβάνοντας την καθοδήγηση του ένοπλου αγώνα.

Το θέμα της αποτροπής του κινδύνου δολοφονίας του Ζαχαριάδη απασχολούσε το ΚΚΕ και τους διεθνείς συμμάχους του από το καλοκαίρι του 1946. Μάλιστα, όπως αναφέρουν οι επιμελητές της έκδοσης κκ. Γ. Πετρόπουλος και Ν. Χατζηδημητράκος, αρχικά η έξοδος του Ζαχαριάδη στην παρανομία και στο εξωτερικό δεν συνδεόταν άμεσα με το ζήτημα του ένοπλου αγώνα, αλλά κυρίως με την ανάγκη να προστατευθεί η ζωή του ηγέτη του ΚΚΕ, δεδομένου ότι, με την ένταση και την έκταση που ελάμβανε ο μονόπλευρος εμφύλιος πόλεμος από μέρους των αντιπάλων του εαμικού κινήματος, ο κίνδυνος δολοφονίας του ήταν κάτι περισσότερο από ορατός.

Ετσι στα τέλη Αυγούστου του 1946 κλιμάκιο της ηγεσίας του ΚΚΕ (Ι. Ιωαννίδης και Π. Ρούσος) είχε βγει στη Γιουγκοσλαβία και είχε αρχίσει να οργανώνει τη διεθνή υποστήριξη στο εαμικό, κομμουνιστικό και αντάρτικο κίνημα, που λίγο αργότερα πήρε ενιαία οργανωτική μορφή με την ίδρυση του Γενικού Αρχηγείου Ανταρτών (Οκτώβριος '46), το οποίο με τη διαταγή υπ' αρ. 19 της 27ης Δεκεμβρίου 1946 ονομάστηκε Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας (ΔΣΕ).

Στις 4 Οκτωβρίου 1946 οι Σοβιετικοί έθεσαν ζήτημα εξόδου του Ν. Ζαχαριάδη από την Ελλάδα, δηλώνοντας ευθαρσώς ότι θεωρούν «σκόπιμο και απαραίτητο να ταξιδέψει ο σ. Ζαχαριάδης από την Ελλάδα στη Γιουγκοσλαβία με τη βοήθεια των φίλων του στη Γιουγκοσλαβία» σχετικά στοιχεία για την επίμαχη αλληλογραφία έχουν δημοσιεύσει ο αείμνηστος Φίλιππος Ηλιού («Ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος - Η εμπλοκή του ΚΚΕ», Θεμέλιο/ΑΣΚΙ) και οι ερευνητές κκ. Β. Κόντης και Σπ. Σφέτας («Εμφύλιος πόλεμος. Εγγραφα από τα γιουγκοσλαβικά και βουλγαρικά αρχεία», Παρατηρητής). Η ενημέρωση που γίνεται στους Σοβιετικούς μέσω Ιωαννίδη στις 10 Οκτωβρίου 1946 σχετικά με την απάντηση του Ζαχαριάδη ήταν κατηγορηματική - συμφωνούσε αλλά με μία προϋπόθεση: ότι θα έφευγε από την Ελλάδα «μετά την έξοδο του Σιάντου». Ο Ζαχαριάδης λοιπόν ήθελε να βγει στο εξωτερικό πρώτα ο Σιάντος και μετά εκείνος, καθώς δεν τον εμπιστευόταν.

Οπως είχε πει σχετικά στην 3η Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ το 1950, μετά την ήττα του Εμφυλίου (Αύγουστος 1949) και ενώ ακόμη ήταν κυρίαρχος του «παιχνιδιού» στο ΚΚΕ (υπενθυμίζεται ότι αποκαθηλώθηκε το 1956 στο πλαίσιο της χρουστσοφικής «αποσταλινοποίησης», για να αποκατασταθεί πλήρως, κομματικά και πολιτικά, από το κόμμα του το 2011), «είχαμε αποφασίσει να βγω στο βουνό στις αρχές του δεύτερου εξάμηνου του 1946». «Ετσι μπορούσα να βγω έγκαιρα έξω. Βασικό όμως ήταν το ζήτημα - το ξέρει ο σ. Ιωαννίδης - ότι σε καμιά περίπτωση εγώ δεν ήθελα ν' αφήσω τον Σιάντο πίσω μου. Και είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι ο Σιάντος αρνήθηκε να βγει έξω. Είχαμε αποφασίσει στο ΠΓ πολλές φορές για να φύγει, μα αυτός έφερνε αντιρρήσεις. Τον στείλαμε στη Θεσσαλονίκη, δεν έφυγε όμως. Εγώ έκρινα ότι η ζημιά που μας έκανε ο Σιάντος μένοντας πίσω γινότανε μεγαλύτερη από τη ζημιά που θα γινόταν με την καθυστέρηση τη δική μου» σημείωνε ο Ζαχαριάδης.

Ο ίδιος θεωρούσε τον Σιάντο πράκτορα των Αγγλων στο ΚΚΕ, κάτι που είχε υποστηρίξει στην 7η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ (10-14 Μαΐου 1950), και μάλιστα τις υποψίες του αυτές τις είχε εκμυστηρευθεί από το καλοκαίρι του 1945, λίγο μετά την επιστροφή του στην Αθήνα από το Νταχάου και την εκ νέου ανάληψη των καθηκόντων του στην ηγεσία του κόμματος, στα τότε μέλη της Γραμματείας της ΚΕ Μ. Παρτσαλίδη, Γ. Ιωαννίδη και Χρύσα Χατζηβασιλείου. Οπως επισημαίνουν οι επιμελητές του βιβλίου, οι υποψίες αυτές δεν είχαν προκύψει αυθαίρετα ή από ιδιοτροπία του Ζαχαριάδη, ο οποίος είχε πει στην 7η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ το 1950 ότι είχε λάβει «μήνυμα» από τον Γκεόργκι Δημητρόφ, βούλγαρο κομμουνιστή ηγέτη και παράγοντα του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος της εποχής, ότι στην καθοδήγηση του ΚΚΕ «υπάρχει χαφιές που συνεργάζεται με τον τάδε άγγλο αξιωματικό της ασφάλειας (αναφερόταν το όνομα) και ο χαφιές αυτός θα θελήσει να διασπάσει το Κόμμα».

Οι επιμελητές του βιβλίου αναφέρουν για λόγους ιστορικής ακρίβειας, όπως επισημαίνουν, ότι η ειδοποίηση του Δημητρόφ για άγγλο πράκτορα στην ΚΕ του ΚΚΕ δεν ανέφερε ονομαστικά τον Σιάντο. Ποιο ακριβώς όνομα ή ψευδώνυμο ανέφερε δεν είναι γνωστό. Οπως δεν είναι γνωστό πώς ο Ζαχαριάδης ταυτοποίησε το περιεχόμενο αυτής της ειδοποίησης με το πρόσωπο του Σιάντου. Το θέμα της κατηγορίας του πράκτορα της Ιντέλιτζενς Σέρβις που βάραινε τον Σιάντο το έκλεισε το ίδιο το ΚΚΕ το 1958, στην 9η Ολομέλεια, όπου επανεξέτασε τις υποθέσεις τόσο του Σιάντου όσο και των Ν. Πλουμπίδη (Μπάρμπα) και Κ. Γυφτοδήμου (Καραγιώργη), διαπιστώνοντας ότι «δεν υπάρχει κανένα στοιχείο που να στηρίζει την κατηγορία του προβοκάτορα» και αποκαθιστούσε τη μνήμη τους θεωρώντας πως η κατηγορία του πράκτορα που τους βάραινε ήταν «αστήριχτη και συκοφαντική».

Η συνέντευξη του Βασιλιά
Ο Παύλος, ο Ζέρβας και ο Ζέβγος

Μέσα στη φωτιά του Εμφυλίου και ενώ έχει μεσολαβήσει η δολοφονία Ζέβγου, ο βασιλιάς Παύλος δίνει επί τη αναλήψει των καθηκόντων του σειρά συνεντεύξεων σε ξένα ΜΜΕ προκαλώντας ποικίλες αντιδράσεις, με αποτέλεσμα το υφυπουργείο Τύπου και ο «Πολιτικός Οίκος του Βασιλέως» να προχωρήσουν σε ανεπίσημη δήλωση ότι οι συνεντεύξεις δεν αποδόθηκαν σωστά.

Η συνέντευξη της 10ης Απριλίου 1947 στους «New York Times» αναδημοσιεύθηκε ολόκληρη σε εφημερίδα των Αθηνών στις 18 Απριλίου και σε αυτήν, όπως αναφέρουν οι επιμελητές του βιβλίου, ο Παύλος φερόταν να δηλώνει: «Οι πλείστοι των συμμοριτών θα επέστρεφαν εις τα φιλειρηνικά των έργα εάν οι κομμουνισταί ηγέται εφονεύοντο ή συνελαμβάνοντο».

Ο Ζαχαριάδης σε άρθρο του στον «Ριζοσπάστη» θα αναφερθεί στο γεγονός: «Η ξενική κατοχή και ο μοναρχοφασισμός προσπαθούν να κάνουν και κάνουν αδύνατη τη λεύτερη, δημοκρατική πολιτική ζωή και δράση για το λαϊκό δημοκρατικό κίνημα στη χώρα μας. Και το γεγονός αυτό βρήκε την πιο επίσημη εκδήλωσή του στις γνωστές δηλώσεις του Παύλου, που ανοιχτά και απροκάλυπτα κήρυξε τον διωγμό και την εξόντωση ενάντια στη λαϊκοδημοκρατική ηγεσία», θα γράψει. Στο ίδιο κείμενο (υπό τον τίτλο «Η ηθική στην πολιτική») ο Ζαχαριάδης κατηγορούσε ευθέως τον Ζέρβα ότι οργάνωσε προσωπικά τη δολοφονία του Ζέβγου, ενώ έβαλλε κατά του μοναρχοφασισμού, ο οποίος «απόβλεπε στη φυσική εξόντωση της ηγεσίας του ΕΑΜ και του ΚΚΕ».

Αναδημοσίευση από http://www.tovima.gr/politics/article/?aid=535692

Τετάρτη, 9 Οκτωβρίου 2013

ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΠΟΥ ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΑΝ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΤΟΝ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟ ΤΟΥ 1944

ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΠΟΥ ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΑΝ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΤΟΝ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟ ΤΟΥ 1944

ΙΑΤΡΙΔΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ

Τα γεγονότα του Δεκεμβρίου του 1944 συγκλόνισαν τόσο βαθειά την κιόλας κατερειπωμένη από τον πόλεμο χώρα, που τίποτα δεν μπορεί να συγκριθή μαζί τους. Σκοπός του βιβλίου είναι να μελετηθούν τα άμεσα αίτια αυτών και να αναλυθούν αι αντιδράσεις των συμμάχων απέναντι στην ελληνική κρίση κάτω από το φως ντοκουμενταρισμένων στοιχείων που ήρθαν στην δημοσιότητα.
Οι αναγνώστες θα εύρουν μια προσεκτική και αντικειμενική μελέτη ενός επεισοδίου της σύγχρονης ιστορίας, περιορισμένου αυτού καθ' εαυτού, χαρακτηριστικού, όμως, του τρόπου με τον οποίον αμοιβαίες παρανοήσεις και κακοί υπολογισμοί οδηγούν σε καταστάσεις που κανείς δεν ήθελε και κανείς δεν είχε προβλέψει. Η πολιτική, και η ζωή γενικώτερα, είναι κάπως έτσι.
Εδώ έχουμε ένα τέτοιο παράδειγμα γραμμένο προσεκτικά και με ανάλυση σε βάθος. Εκείνος που θα θελήση να πληροφορηθή τι συνέβη στην Αθήνα τον Δεκέμβριο του 1944 μπορεί να το εύρη στις σελίδες που ακολουθούν - τις πολιτικοδιπλωματικές ενέργειες και αντενέργειες, και τα κίνητρα, καθώς και τους υπολογισμούς των περισσοτέρων από τους κυρίους πρωταγωνιστές των γεγονότων, όπως μας επιτρέπουν να γνωρίζουμε τα ντοκουμέντα που είναι στην διάθεσή μας. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)



Περιεχόμενα

Πρόλογος
Εισαγωγή
Οι ελληνικές πολιτικές συνθήκες
Επιδιώκοντας την εθνική ενότητα
Μετά την απελευθέρωση
Ο αγώνας για την Αθήνα
Μεταξύ Γύρων
Μια αναδρομή στα γεγονότα
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ
Α. Η Συμφωνία της Πλάκας
Β. Βασικά σημεία της Συμφωνίας του Λιβάνου. Μάιος 1944
Γ. Επιστολή προς τον πρωθυπουργόν Γ. Παπανδρέου
Δ. Έκθεση για την Ελλάδα και την Γιουγκοσλαβία, συνταχθείσα από τον πρεσβευτή Λίνκολν Μακβή
Ε. Η Συμφωνία της Καζέρτας
ΣΤ. Πολιτική και οικονομική ανασκόπησις του ΕΑΜ εις τας παραμονάς της ελληνικής κρίσεως (Δεκέμβριος 1944) συνταχθείσα υπό του Γραφείου Στρατηγικών Υπηρεσιών (OSS), του κλάδου ερευνών και αναλύσεως - υπ' αριθ. 2821
Ζ. Η Συμφωνία της Βαρκίζης
Η. Το Σύμφωνον του Λιβάνου

Αναδημοσίευση από http://www.politeianet.gr/books/exegersi-stin-athina-123750

Δεκέμβρης 1944 Εμφύλιο τραύμα

Γράφει ο ΒΑΣΙΛΗΣ Κ. ΚΑΛΑΜΑΡΑΣ

Η μελέτη του καθηγητή Ιστορίας στα Πανεπιστήμια Χάρβαρντ και Γέιλ Ιωάννη Ο.Ιατρίδη (στη διεθνή βιβλιογραφία υπογράφει ως John Ο. Iatrides), αν και πρωτοεκδόθηκε ακριβώς πριν από σαράντα χρόνια (1973), δεν έχει χάσει σε τίποτα το ερευνητικό της λεπτό άρωμα, καθώς βασίζεται σε πρωτογενείς πηγές, που είναι τα ελληνικά και ξένα αρχεία. Ιδού πώς περιγράφει ο ίδιος ο πανεπιστημιακός το εγχείρημά του:

«Σαν μια κρίσιμη περίοδος της ελληνικής Ιστορίας, ο Δεύτερος Γύρος επιβάλλει μια ντοκουμενταρισμένη και πλήρη ανάλυση, εάν θέλουμε τα προβλήματα των πρώτων μεταπολεμικών ετών να ερμηνευθούν αντικειμενικά, αντί να χρησιμοποιούνται σαν πυρομαχικά στη διαιώνιση πολιτικών διενέξεων. Εν τούτοις, η σημασία των αιματηρών γεγονότων εκτείνεται πολύ πέραν των λίγων εβδομάδων του χειμώνα του 1944-45 που συνεκλόνισαν την Αθήνα».

Ο ερευνητής-ιστορικός, χωρίς να προσπαθεί να αποκρύψει ότι δεν ανήκει στην πλευρά της Αριστεράς, εν τούτοις καταβάλλει μία έντιμη προσπάθεια, η οποία συνίσταται στο να αντιμετωπίσει τα γεγονότα από απόσταση, ώστε να μην αποκτήσουν φορτισμένο ιδεολογικά ή πολιτικά πρόσημο. Ετσι το αποτέλεσμα δεν βαρύνεται στις κρίσεις του από συμπάθειες αναφορικά με τους δύο γεωπολιτικούς παίκτες, που καθόρισαν τα αιματηρά γεγονότα του Δεκεμβρίου, τους Βρετανούς και τους Αμερικανούς, και οι οποίοι καθόρισαν μεταπολεμικά τη μετάβαση του ελληνικού κράτους-έθνους από την αγκάλη της Μεγάλης Βρετανίας στη σφαίρα επιρροής των ΗΠΑ.

«Οι τρομερές συγκρούσεις στην ελληνική πρωτεύουσα, η μοναδική περίπτωση κατά την οποίαν μία αντιστασιακή δύναμη ήρθε σε σύγκρουση με συμμαχικά στρατεύματα, κατέδειξαν την απόφαση των Βρετανών να κρατήσουν το νοτιώτατο, τουλάχιστον, άκρο της Ανατολικής Ευρώπης έξω από τον έλεγχο της μαχητικής αριστεράς και, κατ' επέκταση, εκτός της μεταπολεμικής σοβιετικής σφαίρας επικυριαρχίας. Την εποχή εκείνη η αμερικανική κυβέρνηση είχε την τάση να αντιμετωπίζη τις φιλοδοξίες τών δύο κυριωτέρων συμμάχων της με τον ίδιο, σχεδόν, βαθμό αποδοκιμασίας», εκτιμά ο Ιωάννης Ο. Ιατρίδης.

Επιρρίπτει τη μέγιστη ευθύνη για το αιματοκύλισμα του Δεκεμβρίου του 1944 στον Ουίνστον Τσόρτσιλ [«(...) Αρχισε να μάχεται όχι απλώς κατά του κομμουνισμού, αλλά εναντίον ολόκληρου του δημοκρατικού στρατοπέδου»] και αιτείται τα πραγματικά αίτια της σύγκρουσης να αναζητηθούν στην προπολεμική οικονομική, κοινωνική, πολιτική και ψυχολογική εξάντληση, η οποία «επιδεινώθηκε από τον πόλεμο, την ξενική κατοχή και τους εξωτερικούς χειρισμούς».

Τα κύρια ανακεφαλαιωτικά και συμπερασματικά σημεία του βιβλίου:

* Το Κομμουνιστικό Κόμμα, που από παράδοση κατηγορείται ότι προκάλεσε την εξέγερση του Δεκεμβρίου για να καταλάβει την εξουσία, παραπλανημένο και διακινδυνεύοντας τα ύψιστα, υπήρξε στην πραγματικότητα το θύμα μιας γενικής καχεξίας, αλλά που γι' αυτό καμία μεμονωμένη παράταξη δεν έφερε αποκλειστικά την ευθύνη.

* Οσο κι αν οι σπάνια διακηρυσσόμενες ιδεολογικές προτιμήσεις τους [σ.σ. των κομμουνιστών] ήταν ακατέργαστες μαρξιστικές, ενώ ταυτόχρονα προσελκύονταν έντονα από τον ανερχόμενο αστέρα της Μόσχας, οι Ελληνες κομμουνιστές ηγέτες αποδείχθηκαν ανίκανοι καιροσκόποι, χωρίς ένα σαφές πολιτικό πρόγραμμα. Η «μεθοδολογία» τους συνοψίζονταν στην εξαπόλυση αισχρών επιθέσεων εναντίον όλων των παρατάξεων, ενώ ταυτόχρονα ξεστόμιζαν τις συνηθισμένες τυποποιημένες φράσεις για το «φασιστικό εχθρό» στο εσωτερικό και για τη «λαϊκή δικαιοσύνη».

* [...] Εγκυρη βρετανική πηγή έχει παρατηρήσει πως «αν τα κόμματα της ελληνικής Αριστεράς είχαν αναδείξει έναν ηγέτη τόσο ικανό όσο ο Τίτο, τότε η βρεταννική πολιτική έναντι της Ελλάδος θα κατέληγε σε μια παρά τη θέλησή της αποδοχή ενός κομμουνιστικού καθεστώτος που θα επιβαλλόταν σε έναν πληθυσμό, ο οποίος στο μεγαλύτερό του μέρος, όπως και στη Γιουγκοσλαβία, δεν αποτελείτο από κομμουνιστές».

* Ο Παπανδρέου, ηγούμενος ενός άψυχου συνασπισμού και περπατώντας πάνω στο τεντωμένο σχοινί μεταξύ μιας ισχυράς αλλά άμορφης Αριστεράς και μιας αριθμητικά μικρής αλλά με αυξανόμενη την επιρροή της Δεξιάς, αποδείχθηκε ότι δεν έκανε για τη δουλειά αυτή. Συνδειδητά ή όχι, φαινόταν αποφασισμένος να εξαναγκάσει το ΕΑΜ να διαλέξει ανάμεσα στη συνθηκολόγηση ή στην αντίσταση στη νόμιμη εξουσία. Οποιαδήποτε κι αν ήταν η εκλογή του, με τον Τσόρτσιλ δίπλα του φρουρό του, η Αριστερά έπρεπε να χάσει.

* Μόνον μια ψύχραιμη λογική, μια κατ' εξοχήν διπλωματική δεξιοτεχνία και η βαθύτερη δυνατή αφοσίωση στην ευημερία ολόκληρου του έθνους θα μπορούσαν να είχαν αποτρέψει την καταστροφική αυτή πορεία. Η τραγωδία όμως της Ελλάδος βρισκόταν στο γεγονός ότι το χειμώνα του 1944 οι αρετές αυτές έλειπαν σε απελπιστικό βαθμό.

Αναδημοσίευση από http://www.enet.gr/?i=news.el.texnes--politismos&id=394307

Παρασκευή, 27 Σεπτεμβρίου 2013

Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΕΜΦΥΛΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΡΕΥΝΑ ΤΗΣ ΔΙΕΡΕΥΝΗΤΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΩΝ ΕΠΕΙΣΟΔΙΩΝ ΣΤΑ ΒΟΡΕΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΣΥΝΟΡΑ ΤΟΥ ΟΗΕ ΚΑΙ ΤΟΝ ΤΥΠΟ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ (1946-1947)

ΠΑΛΑΙΟΠΟΥΛΟΣ ΣΤ. ΓΕΩΡΓΙΟΣ
Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΕΜΦΥΛΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ
ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΡΕΥΝΑ ΤΗΣ ΔΙΕΡΕΥΝΗΤΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΩΝ ΕΠΕΙΣΟΔΙΩΝ ΣΤΑ ΒΟΡΕΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΣΥΝΟΡΑ ΤΟΥ ΟΗΕ ΚΑΙ ΤΟΝ ΤΥΠΟ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ (1946-1947)

Η μελέτη έχει στόχο τη διερεύνηση πτυχών του ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου που συνδέονται με τη δράση της Επιτροπής του ΟΗΕ στη βόρειο Ελλάδα κατά την περίοδο 1946-47. Πρόκειται για την Commission of Investigation Concerning Greek Frontier Incidents ή Διερευνητική Επιτροπή των Επεισοδίων στα βόρεια Ελληνικά Σύνορα. Η εμπλοκή του ΟΗΕ στην εμφύλια διαμάχη είναι καταγεγραμμένη στις αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας και των Γενικών Συνελεύσεων, με αποκορύφωμα τις εκθέσεις των παρατηρητών που απέστειλε στη βορειοελλαδική μεθόριο. Ειδικότερα η ανάπτυξη της μελέτης μεταξύ άλλων επιχείρησε να αξιολογήσει τις πολιτικές συνθήκες κάτω από τις οποίες αποφασίστηκε η ενίσχυση προς το Δημοκρατικό Στρατό κατά τη συγκεκριμένη περίοδο από την Αλβανία, τη Βουλγαρία και τη Γιουγκοσλαβία και όχι μόνο. Πράγματι η παρουσία της Διερευνητικής Επιτροπής των Επεισοδίων στα Ελληνικά Σύνορα και του κλιμακίου της, της Ημιμόνιμης Υποεπιτροπής Συνόρων με σκοπό την ανάδειξη του βαθμού εμπλοκής των τριών βαλκανικών κρατών στη διαμάχη, παρείχε την ευκαιρία να εντοπιστούν και να καταγραφούν λιγότερο γνωστές πτυχές του Εμφυλίου, όπως συνάγεται από την εν λόγω μελέτη. Οι πολιτικές συγκρούσεις μέσα στον Οργανισμό απέδειξαν ότι ο ελληνικός Εμφύλιος δεν ήταν σε καμία περίπτωση ένα περιφερειακό ή τοπικό ζήτημα της νοτιοανατολικής Ευρώπης. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)
Περιεχόμενα

Πρόλογος
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α. ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΤΗ ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΟΥ '40
1. Οι πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα μετά την Απελευθέρωση
2. Η ενίσχυση της Γιουγκοσλαβίας προς το ΔΣΕ και το Μακεδονικό Ζήτημα. Ο ρόλος της Σοβιετικής Ένωσης και των Λαϊκών Δημοκρατιών
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β. ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ ΣΤΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ. ΟΙ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΕΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΣΤΟΝ ΟΗΕ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ. ΣΥΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΔΙΕΡΕΥΝΗΤΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΩΝ ΕΠΕΙΣΟΔΙΩΝ ΣΤΑ ΒΟΡΕΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΣΥΝΟΡΑ
1. Η απόφαση. Πρωτοβουλίες της ελληνικής κυβέρνησης. Οι διεθνείς αντιπροσωπείες στην Ελλάδα. Μια ελληνογιουγκοσλαβική εμπλοκή
2. Έναρξη των διεργασιών. Θέματα των συνεδριάσεων. Ακρόαση των αντιπροσωπειών της Αλβανίας, της Βουλγαρίας, της Γιουγκοσλαβίας και της Ελλάδος
3. Η Διερευνητική Επιτροπή των Επεισοδίων μεταφέρει την έδρα της στη Θεσσαλονίκη. Η έρευνα στη Βόρειο Ελλάδα. Υπομνήματα και μαρτυρικές καταθέσεις στο σώμα
4. Κλιμάκιο της Επιτροπής μεταβαίνει στη Φλώρινα. Ανάπτυξη έρευνας για μεθοριακά επεισόδια στα ελληνογιουγκοσλαβικά σύνορα
5. Κινήσεις για συνάντηση ειδικού κλιμακίου με το Μάρκο Βαφειάδη στην υπό τον έλεγχο από το ΔΣΕ περιοχή της Δυτικής Μακεδονίας
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ. Η ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΔΙΕΡΕΥΝΗΤΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΩΝ ΕΠΕΙΣΟΔΙΩΝ - ΤΟ ΑΔΙΕΞΟΔΟ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε. Η ΗΜΙΜΟΝΙΜΗ ΥΠΟΕΠΙΤΡΟΠΗ ΕΛΕΓΧΟΥ ΤΩΝ ΣΥΝΟΡΩΝ ΜΕ ΕΔΡΑ ΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
1. Ενεργοποίηση κλιμακίου της Διερευνητικής Επιτροπής των Επεισοδίων
2. Η Υποεπιτροπή στα ελληνογιουγκοσλαβικά και ελληνοβουλγαρικά σύνορα για έρευνα μεθοριακών επεισοδίων
3. Η επίθεση του ΔΣΕ κατά της Κόνιτσας [11-12.7.1947]. Το κλιμάκιο Ιωαννίνων
4. Μετάβαση του κυρίου σώματος στα Ιωάννινα. Καταθέσεις μαρτύρων στην Υποεπιτροπή
5. Επιστροφή στην έδρα της. Καταθέσεις μαρτύρων στο σώμα για ενίσχυση από την Αλβανία, τη Βουλγαρία και τη Γιουγκοσλαβία
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ. ΛΗΞΗ ΤΩΝ ΕΡΓΑΣΙΩΝ - ΔΙΑΛΥΣΗ ΤΗΣ ΔΙΕΡΕΥΝΗΤΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΩΝ ΕΠΕΙΣΟΔΙΩΝ ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΣΥΝΟΡΑ ΚΑΙ ΤΗΣ ΗΜΙΜΟΝΙΜΗΣ ΥΠΟΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΕΛΕΓΧΟΥ ΤΩΝ ΣΥΝΟΡΩΝ
1. Η τελική έκθεση της Διερευνητικής Επιτροπής Επεισοδίων στα Ελληνικά Σύνορα προς το Συμβούλιο Ασφαλείας [27.6.1947]. Το προσχέδιο της αντιπροσωπείας των ΗΠΑ για τη συγκρότηση Μόνιμης Βαλκανικής Επιτροπής. Η αρνησικυρία της Μόσχας
2. Πρόταση της αντιπροσωπείας των ΗΠΑ για σύσταση Ειδικής Βαλκανικής Επιτροπής. Έντονες διεργασίες στην έδρα του ΟΗΕ. Η Ειδική Υποεπιτροπή του Ελληνικού Ζητήματος: μια ακόμη αποτυχημένη προσπάθεια
3. Διαγραφή του Ελληνικού Ζητήματος από την ημερήσια διάταξη του Συμβουλίου Ασφαλείας [15.9.1947] και εγγραφή του στην Πολιτική Επιτροπή της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ [17.9.1947]. Διάλυση της Διερευνητικής Επιτροπής Επεισοδίων στα Ελληνικά Σύνορα
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
ΠΗΓΕΣ-ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Αδημοσίευτες πηγές
Δημοσιευμένες πηγές
Βιβλιογραφία
Εφημερίδες
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Αναδημοσίευση από http://www.politeianet.gr/books/o-ellinikos-emfulios-polemos-226404

Πέμπτη, 19 Σεπτεμβρίου 2013

Ο ΕΠΑΝΑΠΑΤΡΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΣΕΧΟΣΛΟΒΑΚΙΑ ΜΕΤΑ ΤΟ 1974

 Μεταπτυχιακή εργασία της Γεωργίας Σαρικούδη

Με την εργασία αυτή προσπάθησα να παρουσιάσω τα προβλήματα των Ελλήνων πολιτικών προσφύγων της Τσεχοσλοβακίας κατά τον επαναπατρισμό τους και την εγκατάστασή τους στη χώρα μας. Αρχικό κίνητρο των πληροφορητών μου ήταν η νοσταλγία της πατρίδας, η επιθυμία τους να ξαναδούν αγαπημένα πρόσωπα και τον τόπο που μεγάλωσαν. Όταν όμως, μετά από 35 χρόνια προσφυγιάς, το όνειρό τους για επιστροφή στην πατρίδα πραγματοποιήθηκε, διαπίστωσαν ότι τα πράγματα δεν ήταν έτσι ακριβώς όπως τα περίμεναν. Τόσο ο χώρος όσο και οι άνθρωποι είχαν αλλάξει. Στην πραγματικότητα τίποτα δε θύμιζε τις εικόνες που οι πρόσφυγες είχαν πάρει μαζί τους φεύγοντας το 1949 (ή είχαν κατασκευάσει τα χρόνια της ξενιτιάς).  Όλα γύρω τους ήταν καινουρία, τελείως διαφορετικά από εκείνα που προσδωκούσαν να βρουν. Βίωσαν, δηλαδή την αμφισημία ανάμεσα στο τότε και το τώρα, αυτό που ο Turner χαρακτηρίζει «betwixt and between». Αυτές οι αλλαγές, στις οποίες κλήθηκαν να προσαρμοστούν οι επαναπατρισθέντες, αλλά κυρίως τα προβλήματα που είχαν να αντιμετωπίσουν αναφορικά με τη στέγασή τους, την εύρεση εργασίας και την κοινωνική τους ασφάλιση τούς δημιουργήσαν αισθήματα ανασφάλειας και φόβου για το μέλλον τους στην Ελλάδα. Στην προσπάθειά τους να αντιμετωπίσουν αυτές τις δυσκολίες και να ανταποκριθούν στις νέες απαιτήσεις, διατήρησαν τη συνοχή τους επιλέγοντας να μείνουν στις ίδιες γειτονιές, να συχνάζουν στα ίδια μέρη και να παντρεύονται άτομα με τα οποία είχαν ως κοινό σημείο αναφοράς τη ζωή στην ανατολική χώρα.

Μέσα από τις περιγραφές των προβλημάτων που αντιμετώπισαν εδώ και την ειδυλλιακή περιγραφή της ζωής στην Τσεχοσλοβακία, η ερώτησή μου, 30 χρόνια μετά τον επαναπατρισμό τους, ήταν εάν μετάνιωσαν για την απόφασή τους να επιστρέψουν. Εάν, με άλλα λόγια, αισθάνθηκαν ότι ο γυρισμός τους δεν ήταν η καλύτερη επιλογή τους και πως αν συνέχιζαν να ζουν στην Τσεχοσλοβακία, τα πράγματα θα ήταν καλύτερα για αυτούς. Όλοι τους παραδέχτηκαν ότι τα προβλήματα που αντιμετώπισαν τα πρώτα δυο- τρία χρόνια ήταν αρκετά σοβαρά και πως εκείνη την εποχή στις συζητήσεις τους επικρατούσε η άποψη πως η επιστροφή τους ήταν ένα λάθος κι ότι θα ήταν καλύτερα αν έμεναν έξω. Ωστόσο, σήμερα δεν έχουν την ίδια γνώμη· η πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού και η εισχώρηση του καπιταλισμού και στην Τσεχοσλοβακία ανέτρεψαν την εικόνα της ιδανικής χώρας που είχαν μέχρι τότε. Η πλειοψηφία των πληροφορητών μου (το 70% αν θέλουμε να μιλήσουμε με ποσοστά) έχει επισκεφτεί την Τσεχία- πλέον- πάνω από μία φορές. Μόνο οι ηλικιωμενοι δεν κατάφεραν να ταξιδέψουν λόγω γήρατος και προβλημάτων υγείας.  Όσοι πηγαίνουν, όμως, γυρίζουν κάθε φορά πιο απογοητευμένοι. «Και εκεί τώρα βράστα είναι. Χειρότερα από δω. Όποιοι ήταν λίγο πονηροί, μόλις είδαν ότι αλλάζει η κατάσταση, άρχισαν να αγοράζουν σπίτια, οικόπεδα, τα πάντα, και τώρα έγιναν πλούσιοι. Οι υπόλοιποι ζουν για ένα κομμάτι ψωμί». Αυτή είναι περίπου η περιγαφή που άκουσα από όσους έχουν ξαναπάει εκεί. Όσοι έζησαν μια διαφορετική Τσεχοσλοβακία δυσφορούν με τις αλλαγές που συνέβησαν και πιστεύουν πως η επιστροφή στην Ελλάδα ήταν η καλύτερη δυνατή επιλογή τους.

Αυτό που εγώ διαπίστωσα μέσα από τις συνεντεύξεις και τις συζητήσεις με τους πληροφορητές μου είναι ότι παρόλες τις αρχικές δυσκολίες και τα προβλήματα που συνάντησαν, έχουν καταφέρει να διατηρήσουν –οι περισσότεροι τουλάχιστον- φιλικές σχέσεις με όσους γύρισαν από «πάνω» ακολουθώντας και εδώ τις στρατηγικές που είχαν εφαρμόσει στην Τσεχοσλοβακία στην προσπάθειά τους να μη χάσουν το ελληνικό στοιχείο της ταυτότητάς τους. Η αλληλοϋποστήριξη και η αλληλοεκτίμηση είναι στοιχεία που χαρατκηρίζουν ακόμη και σήμερα τις σχέσιες των πληροφορητών μου μεταξύ τους. Επιπλέον, ακρετοί από αυτούς κατάφεραν να αποκτήσουν μια σχετική οικομική άνεση, είτε δουλεύοντας σε δημόσιες υπηρεσίες όπως τα παιδιά της Σταματίας, ο Κωστής και ο Στέλιος, η κόρη του Αντώνη, Αλέκα, ο Φώτης και ο Μανόλης, είτε δημιουργώντας τη δική τους μικρή επιχείρηση, όπως η Ιφιγένεια, ο Πέτρος και ο Τάσος. Αν και οι περισσότεροι μένουν στις γειτονιές που πρωτοεγκαταστάθηκαν, κανείς τους δε μένει σε σπίτι με ενοίκιο. Η καλή οικονομική κατάσταση τους έδωσε τη δυνατότητα να αγοράσουν – οι περισσότεροι με δάνειο- ένα δικό τους διαμέρισμα και να βελτιώσουν σε μεγάλο βαθμό το βιοτικό τους επίπεδο.

Με αυτήν την εργασία προσπάθεισα να δείξω πως η «επιστροφή στην πατρίδα» δεν είναι μια απλή, αλλά μια σύνθετη διαδικασία που συχνά επιφυλάσσει αντιφατικές εμπειρίες. Με στήριγμα τις μαρτυρίες των πληροφορητών μου εξήγησα πως το τέλος της προσφυγιάς σηματοδοτεί συχνά την απαρχή νέων περιπετειών οι οποίες μάλιστα εμφανίζονται ιδιαίτερα επώδυνες, καθώς τα πρόσωπα που χρόνια είχαν ζήσει με τη νοσταλγία της «πατρίδας» διαπιστώνουν ότι η ζωή που τους περιμένει κατά την επάνοδό τους απέχει πολύ από τις προσδοκίες τους. Ασφαλώς, τα όνειρα, οι προσδοκίες και τα προβλήματα που συνάντησαν αυτοί οι άνθρωποι δεν μπορούν να χωρέσουν στα στενά όρια μιας μεταπτυχιακής εγασίας, ελπίζω, ωστόσο,  πως κατάφερα μέσα από αυτές τις σελίδες να δώσω μια εικόνα του τι σήμαινε το νόστιμον ήμαρ για τους πολιτικούς μου πρόσφυγες χωρίς να κουράσω ή να μπερδέψω τους αναγνώστες.

Την εργασία μπορείτε να την διαβάσετε εδώ http://invenio.lib.auth.gr/search?f=author&p=%CE%A3%CE%B1%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CE%B4%CE%B7%2C%20%CE%93%CE%B5%CF%89%CF%81%CE%B3%CE%AF%CE%B1%20%CE%9A%CF%89%CE%BD%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%AF%CE%BD%CE%BF%CF%85&ln=fr