Τρίτη, 29 Ιανουαρίου 2013

ΠΕΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ ΘΩΜΑΣ: 1941-1950 ΤΡΑΓΙΚΗ ΠΟΡΕΙΑ ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ - ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ



Πρόκειται για τη μαρτυρία του αντιστράτηγου Θωμά Πεντζόπουλου, που υπήρξε ένας από τους πρωταγωνιστές των κρίσιμων γεγονότων της δεκαετίας του 1940, της πλέον καθοριστικής περιόδου για τη σύγχρονη ελληνική ιστορία.

Η ιταλική και γερμανική επίθεση, η Τριπλή Κατοχή, η Απελευθέρωση, τα Δεκεμβριανά και ο Εμφύλιος Πόλεμος σημάδεψαν την ιστορική διαδρομή της σύγχρονης Ελλάδας. Ο Θωμάς Πεντζόπουλος κατείχε νευραλγικές στρατιωτικές θέσεις σε όλα τα παραπάνω γεγονότα, με κορύφωση τον Ελληνικό Εμφύλιο, όπου οδήγησε τον Ελληνικό Στρατό επί έξι χρόνια, από το 1944 μέχρι το 1949, στην Αθήνα, στην Πελοπόννησο, στην Κεντρική Ελλάδα και, τελικά, στον Γράμμο.

Η σφοδρή του αντίθεση προς τις δυνάμεις του Άξονα αλλά και τον κομμουνισμό καθώς και η πίστη του στο έθνος υπήρξαν οι άξονες που κατηύθυναν τις πράξεις του. Το βιβλίο του αυτό, εν είδει απομνημονευμάτων, είναι αποκαλυπτικό για τον τρόπο σκέψης του. Η μαρτυρία συμπληρώνεται με πλήθος φωτογραφιών της εποχής.

Η αξιολόγηση των πράξεών του, όπως άλλωστε και όλων των πρωταγωνιστών της περιόδου, αποτελεί σήμερα αντικείμενο της ιστορικής επιστήμης. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Ιάκωβος Μιχαηλίδης στην εισαγωγή του, «εκείνο που πρέπει να επισημανθεί είναι το γεγονός πως η γενιά του Θωμά Πεντζόπουλου, από όποια πλευρά και αν πολέμησε, συνδέθηκε με τις κρισιμότερες σελίδες της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Κλήθηκε μάλιστα να διαχειριστεί καταστάσεις ρευστές και περίπλοκες λαμβάνοντας δύσκολες και συχνά δυσάρεστες αποφάσεις. Γι’ αυτό και η αποτίμησητων πράξεών της θα πρέπει να γίνει με ψυχραιμία και νηφαλιότητα.»

http://www.epikentro.gr/

Ο αντιστράτηγος Θωμάς Πεντζόπουλος υπήρξε ένας από τους πρωταγωνιστές της εμφύλιας ελληνικής τραγωδίας. Οδήγησε τον Ελληνικό Στρατό στα πεδία των αιματηρών μαχών επί έξι χρόνια, από το 1944 μέχρι το 1949, στην Αθήνα, στην Πελοπόννησο, στην Κεντρική Ελλάδα και, τελικά, στον Γράμμο. Καταθέτει εδώ την μαρτυρία του, η οποία συμπληρώνεται και τεκμηριώνεται με πλήθος φωτογραφιών.

Έγραψε όταν ακόμη άχνιζε το αίμα των πεσόντων συμπολεμιστών του και των μυριάδων αμάχων. Είναι φυσικό, λοιπόν, ότι χαρακτηρίζει σκληρά τους αντιπάλους του. Τούτο, όμως, αποδίδει το κλίμα που επικρατούσε στα δύο αντίπαλα στρατόπεδα των Ελλήνων και βοηθάει τον σημερινό αναγνώστη να κατανοήσει τον συγκεκριμένο ιστορικό Χρόνο.
Η αυτονόητη αυτή ανάγκη είναι σήμερα περισσότερο παρά ποτέ επίκαιρη και επείγουσα ώστε ο ελληνικός λαός να περιέλθει στην Εθνική Αυτογνωσία σε καιρούς χαλεπούς οπότε η δεινή κρίση, η αδικία και η παρακμή έχυσαν στο πάτωμα την βενζίνη και δεν μένει παρά μόνον η φλόγα για να ανάψει έναν ακόμη Εθνικό Διχασμό, επιτάφιο του Ελληνισμού πλέον." (Νικόλαος Ι. Μέρτζος, Πρόεδρος της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, δημοσιογράφος και συγγραφέας, από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

http://www.politeianet.gr/index.php?page=shop.product_details&product_id=219365&option=com_virtuemart&Itemid=89


Τρίτη, 22 Ιανουαρίου 2013

Τα Δεκεμβριανά φεύγουν, η Βάρκιζα έρχεται...


Του ΒΛΑΣΗ ΑΓΤΖΙΔΗ (*)

Ενα οδοιπορικό από το αιματοκύλισμα τον Δεκέμβρη του 1944, πριν από 68 χρόνια, στις τριμερείς συνομιλίες (ΕΑΜ-ΕΛΑΣ-κυβέρνησης) και την κατάπαυση των εχθροπραξιών μεταξύ ΕΛΑΣ και Βρετανών, μέχρι τη Συμφωνία της Βάρκιζας με την «ήττα» του ΕΑΜ, και το ρόλο του Γεωργίου Παπανδρέου

Βρετανοί στρατιώτες με μυδράλιο «οχειρομένοι» στου Μακρηγιάννη
Στις 20 Ιανουαρίου του 1945 άρχισαν οι συνομιλίες ανάμεσα στον ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και στην κυβέρνηση του Γεωργίου Παπανδρέου. Παράλληλα, η Κεντρική Επιτροπή του ΕΛΑΣ δήλωνε ότι αναγνώριζε τους θεσπισμένους κανόνες για τους αιχμαλώτους πολέμου και επέτρεπε στον Ερυθρό Σταυρό να δράσει ελεύθερα στις περιοχές που ήλεγχαν οι δυνάμεις της Αριστεράς.

Λίγες μέρες πριν, στις 11 Ιανουαρίου, είχε υπογραφεί η κατάπαυση των εχθροπραξιών μεταξύ του ΕΛΑΣ και των Βρετανών, ύστερα από σχεδόν 38 ημέρες σκληρών συγκρούσεων στην Αθήνα. Η Συνθήκη Ανακωχής -που σηματοδοτούσε επί της ουσίας την ήττα του αριστερού αντιστασιακού κινήματος- υπογράφτηκε από τους Παρτσαλίδη, Ζεύγο, Αθηνέλη και Μακρίδη ως εκπροσώπους του ΕΛΑΣ και του στρατηγού Σκόμπι από την πλευρά των βρετανικών στρατευμάτων. Η Συνθήκη προέβλεπε την απόσυρση των δυνάμεων του ΕΛΑΣ βόρεια και νότια της Αθήνας. Παράλληλα καθοριζόταν και η γραμμή της νέας «αντιπαράταξης» των δυνάμεων. Στο Βορρά η γραμμή αυτή ακολουθούσε τον οδικό άξονα Ιτέα-Αμφισσα-Λαμία-Δομοκός-Φάρσαλα και νότια τη γραμμή Πύργου-Αργους. Παράλληλα, συμφωνήθηκε και η αποχώρηση των δυνάμεων του ΕΛΑΣ από τη Θεσσαλονίκη, την Πάτρα και τα νησιά.

Η αιματηρή αυτή σύγκρουση, αμέσως μετά την απελευθέρωση της χώρας από την τριπλή φασιστική κατοχή και ενώ ακόμα συνεχιζόταν αμείωτος ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος, ανέδειξε τις νέες ισορροπίες και τις νέες σφαίρες επιρροής στη μεταπολεμική Ευρώπη.

Η ηθική σημασία

Η Ελλάδα είχε γνωρίσει μια τετράχρονη σκληρή Κατοχή από τους Γερμανούς ναζί και τους συνεργάτες τους, Ιταλούς και Βούλγαρους φασίστες. Θεωρείται ότι τόσο σκληρή συμπεριφορά κατά κατακτημένου λαού, οι ναζί επέδειξαν μόνο στην περίπτωση της Ουκρανίας. Περίπου 10% του ελληνικού λαού θα χαθεί αυτή την εποχή. Αυτό θα συμβεί, μόλις 18 χρόνια από τη Μικρασιατική Καταστροφή, όταν οι Ελληνες της Ανατολής έχασαν το 40%, περίπου, του πληθυσμού τους από τους Τούρκους εθνικιστές και οι διασωθέντες είχαν βρεθεί ως πρόσφυγες σε έναν άξενο τόπο, βιώνοντας έντονες αντιθέσεις με τον γηγενή πληθυσμό, ευρισκόμενοι σχεδόν σε διαρκή σύγκρουση με το πολιτικό σύστημα.

Στην Ελλάδα αναπτύχθηκε ένα γιγάντιο κίνημα αντίστασης, το οποίο ονειρεύτηκε το δημοκρατικό μετασχηματισμό της Ελλάδας. Ακόμα και το ΚΚΕ, δηλαδή η δύναμη που σε μεγάλο βαθμό κυριάρχησε σ' αυτό το αντιστασιακό κίνημα, είχε εγκαταλείψει τους στόχους περί κομμουνιστικού μετασχηματισμού και ένταξης της Ελλάδας στο σοβιετικό στρατόπεδο. Με τις Συνθήκες του Λιβάνου και της Καζέρτας είχε αποδεχτεί ως μεταπολεμικό πλαίσιο τη δημοκρατική μετεξέλιξη της Ελλάδας και την ένταξή της στο δυτικό κόσμο. Εκείνη την εποχή το ΚΚΕ ήταν απολύτως προσηλωμένο στην ιδέα του αντιφασιστικού Λαϊκού Μετώπου. Το «λαϊκοδημοκρατικό» του όραμα ελάχιστες σχέσεις είχε δομικά με τη μονοκομματική σταλινική δικτατορία που υπήρχε στη Σοβιετική Ένωση. Το ΕΑΜ νομιμοποιούσε την πολιτική αυτή του ΚΚΕ, το οποίο διεκδικούσε τη διαμόρφωση δημοκρατικών πλειοψηφιών μέσω των εκλογών. Φυσικά, η πολιτική της ηγετικής ομάδας του ΚΚΕ καθοριζόταν από τις ιδεολογικές, οργανωτικές και πολιτικές σχέσεις που είχαν εγκαθιδρυθεί στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα. Ο «εργατικός διεθνισμός» που εξαρχής είχε οδηγήσει σε μια άκριτη και μεταφυσική ανάδειξη της Σοβιετικής Ενωσης σε καθοδηγήτρια «μητέρα-πατρίδα», είχε παραγάγει μια απόλυτη οργανωτική εξάρτηση από την Κομμουνιστική Διεθνή (Κομιντέρν), την οποία διέλυσε ο Στάλιν το 1943. Και όταν η ΕΣΣΔ, βαθμιαία αλλά γρήγορα, κατά τη δεκαετία του '30, μετεξελίχθηκε σ' ένα περίκλειστο αυταρχικό σταλινικό κράτος, οι παλιές ιδεολογικές συνάφειες και οι οργανωτικές εξαρτήσεις θα χρησιμοποιηθούν για την εξυπηρέτηση των κυνικών κρατικών συμφερόντων. Ετσι ερμηνεύεται η παθητική στάση της ηγεσίας του ΚΚΕ κατά τα Δεκεμβριανά, όταν ξεκίνησε η σύγκρουση με τους Βρετανούς, τα ελληνικά στρατεύματα της Μέσης Ανατολής και τους δωσίλογους των ναζί, ενώ ο εφεδρικός ΕΛΑΣ ήταν μη ικανοποιητικά εξοπλισμένος. Παραγνωρίζοντας απολύτως την έγκαιρη διαπίστωση του Αρη Βελουχιώτη, ο οποίος στις 22 Σεπτεμβρίου του '43 έγραφε στην Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ: «Οι Αγγλοι θα επιβάλουν ένα φασιστικό καθεστώς με άλλο όνομα αν τους αφήσουμε να επικρατήσουν...».

Η χαμένη ευκαιρία

Πάντως η μεταπολεμική παρουσία τόσο της μεγάλης δημοκρατικής Αριστεράς, που είχε εκφραστεί μέσα από το ΕΑΜ, όσο και του φιλοσοβιετικού ΚΚΕ, δημιουργούσαν τις προϋποθέσεις για τη δημιουργία μιας ανεξάρτητης δημοκρατικής χώρας, που δεν θα ήταν ένα άβουλο προτεκτοράτο, όπου θα υπήρχε εξισορρόπηση των έξωθεν επιρροών.

Η αναζήτηση ευθυνών για τη σύγκρουση των Δεκεμβριανών, αλλά και για τα όσα ακολούθησαν και οδήγησαν στον Εμφύλιο ενάμιση χρόνο μετά, απασχολεί έως σήμερα τους ιστορικούς. Μια ενδιαφέρουσα απάντηση έδωσε ο ιστορικός Θανάσης Σφήκας στο βιβλίο του «The British Labour Government and the Greek War», όπου υποστηρίζει ότι η κύρια αιτία του ελληνικού εμφυλίου πολέμου είναι η βρετανική επέμβαση. Ο ιστορικός Γιάννης Ιατρίδης παρουσιάζει ως εξής τα ενδιαφέροντα συμπεράσματα του Σφήκα: «Σύμφωνα με την άποψή του, που βασίζεται σε μια εντυπωσιακή ποικιλία κυρίως βρετανικών διπλωματικών αρχείων και ιδιωτικών συλλογών, η πολιτική των κυβερνήσεων Τσόρτσιλ και Ατλι, αντιπροσωπεύοντας μια νέα μορφή ιμπεριαλισμού, είχε στόχο να μετατρέψει την Ελλάδα σε βρετανικό προτεκτοράτο, απομακρύνοντάς την από τον έλεγχο της Μόσχας. Η στρατηγική τους συμπεριελάμβανε τη συντριβή της Αριστεράς τον Δεκέμβρη του 1944 στην Αθήνα, τη λευκή τρομοκρατία, τη νίκη της Δεξιάς στις εκλογές του 1946 και την παλινόρθωση της μοναρχίας...».

Η ελιτ της Μέσης Ανατολής

Η προσπάθεια πλήρους γεωπολιτικού ελέγχου από τον αγγλοσαξονικό παράγοντα εξέφραζε απολύτως και τα παλαιά ελληνικά αστικά στρώματα, καθώς και τις παραδοσιακές κυρίαρχες ελίτ που είχαν διαφύγει στη Μέση Ανατολή και είχαν απολέσει κάθε λαϊκό έρεισμα στην κατεχόμενη Ελλάδα. Το ποιες ήταν αυτές οι πολιτικές και οικονομικές ελίτ που ταύτισαν την επιβίωση και την κυριαρχία τους με τη μετατροπή της Ελλάδας σε αγγλοσαξονικό προτεκτοράτο, περιγράφεται εξαιρετικά σε έκθεση που συνέταξε το 1947 προς τον Αμερικανό πρόεδρο Τρούμαν ο επικεφαλής της αμερικανικής αποστολής, Paul Α. Porter: «Εδώ δεν υπάρχει κράτος!

Υπάρχει μόνο μία ιεραρχία πολιτικών, ο ένας χειρότερος από τον άλλον.

Μοναδική τους έννοια, η κατάκτηση της εξουσίας... Στόχος τους είναι να χρησιμοποιήσουν την ξένη βοήθεια για τη διαιώνιση των προνομίων μιας μικρής κλίκας που έχει την έδρα της στην πλατεία Κολωνακίου...».

Ο μοιραίος Ελληνας πολιτικός που διευκόλυνε και ενθάρρυνε από τα μέσα του '44 τη βρετανική ανάμιξη στην Ελλάδα, υπήρξε ο Γεώργιος Παπανδρέου. Φαίνεται πλέον σήμερα, ότι με μια σειρά από μεθοδευμένες κινήσεις μαζί με τους Βρετανούς, έσυρε την ηγεσία του ΚΚΕ στην παγίδα μιας αναπόφευκτης και μοιραίας σύγκρουσης για την οποία ο ηγέτης του τότε Αγροτικού Κόμματος, Κώστας Γαβριηλίδης, έγραψε: «...Υπάρχουν σήμερα αρκετοί που υποστηρίζουν πως η αντίσταση του Δεκέμβρη δεν έπρεπε να γίνει και πως η καθοδήγηση του ΕΑΜικού κινήματος έπεσε στην παγίδα που της έστησε η αντίδραση. Μια τέτοια θέση είναι εσφαλμένη και επιπόλαια. Αν εξετάσουμε τα βαθύτερα αίτια της σύγκρουσης, θα δούμε πως αυτή ήταν αναπόφευκτη...».

(*) Ο Βλάσης Αγτζίδης είναι διδάκτωρ σύγχρονης ιστορίας του ΑΠΘ, μαθηματικός. Μελέτησε τις ελληνικές σοβιετικές κοινότητες κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου. Βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών για τη συγγραφή της ιστορίας της ελληνικής Διασποράς στην ΕΣΣΔ. Είναι συγγραφέας βιβλίων για τον παρευξείνιο ελληνισμό, την ελληνική Διασπορά, τις διαδικασίες μετάβασης της Εγγύς Ανατολής στην εποχή των εθνών-κρατών, καθώς και για θέματα που σχετίζονται με το ιστορικό Τραύμα και τη διαχείριση της Μνήμης.

Αναδημοσίευση από http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=337134

Κυριακή, 6 Ιανουαρίου 2013

Η ανασυγκρότηση μετά τον Εμφύλιο

Η ανάκαμψη στον αγροτικό τομέα, στη βιομηχανία και στη βιοτεχνία και το θαύμα στην ελληνική ναυτιλία


Του Πανου Καζακου*

Ηδη κατά τη διάρκεια του εμφύλιου πολέμου οι ελληνικές κυβερνήσεις (και ο «ξένος παράγοντας») είχαν ως διακηρυγμένους στόχους, ανάμεσα σε άλλα, τη νομισματική σταθερότητα και τη στενά συνυφασμένη με αυτήν ανασυγκρότηση της παραγωγικής μηχανής και την ταχύτερη δυνατή επάνοδο στα προπολεμικά επίπεδα παραγωγικών δραστηριοτήτων. Αυτά βέβαια υπό ακραία δυσμενείς συνθήκες, αφού, ελεύθερα κατά τον Εμ. Τσουδερό, «οι μισοί έχτιζαν και οι άλλοι μισοί γκρέμιζαν».

«Τα καινούργια παπούτσια» (φωτ. Βούλα Παπαιωάννου στις
 αρχές της δεκαετίας του ΄50) :  Η εικόνα συμπυκνώνει με τον
πιο εύγλωτο και αισθαντικό τρόπο την ατμόσφαιρα μιας
εποχής, κατά την οποία η Ελλάδα αφήνει πίσω το οδυνηρό
πρόσφατο παρελθόν και αντλεί αισιοδοξία ακόμα και από
τις μικρές στιγμές των ανθρώπων της
Ανασυγκρότηση δεν σημαίνει ανάπτυξη, είναι όμως προϋπόθεσή της. Και όπως συνέβη συνήθως σε παρόμοιες περιπτώσεις, η γρήγορη ανασυγκρότηση μετά από καταστροφές συντελέστηκε σχετικά γρήγορα. Σε αυτή συνέβαλε, στον αγροτικό τομέα, η βοήθεια στο πλαίσιο της UNRRA μέσω της οποίας εισήχθησαν ζώα και ζωοτροφές. Επίσης, η βιομηχανία και η βιοτεχνία χρηματοδοτήθηκαν από την UNRRA και την Τράπεζα της Ελλάδος. Εδώ προτεραιότητα είχαν οι επιχειρήσεις που παρήγαν καταναλωτικά αγαθά ή τροφοδοτούσαν άλλους κλάδους. Το αποτέλεσμα ήταν ότι η βιομηχανική παραγωγή πλησίασε το προπολεμικό επίπεδο προς τα τέλη του 1949 και το ξεπέρασε το επόμενο έτος. Επίσης, ένα θαύμα επιτελέσθηκε στη ναυτιλία με την πώληση περίπου 100 πλοίων τύπου «liberty» από τις ΗΠΑ σε Ελληνες εφοπλιστές για την ανασύσταση του ελληνικού εμπορικού στόλου. Οι αρχικές αποφάσεις για την αγορά των πλοίων αυτών έδωσαν το έναυσμα για μια εντυπωσιακή επέκταση του στόλου ελληνικής ιδιοκτησίας. Μέρος της επιτυχίας οφείλεται στην εξωστρέφεια των εφοπλιστών, που μετέφεραν το κέντρο βάρους των δραστηριοτήτων τους στο διεθνές εμπόριο, και απεδείχθη εξαιρετικά ανταγωνιστική.

Γιγαντιαία αμερικανική οικονομική βοήθεια

Στο κεφάλαιο εξωτερική βοήθεια πρέπει να προσθέσουμε την αμερικανική οικονομική βοήθεια (πλέον της στρατιωτικής) που χορηγήθηκε υπό την εποπτεία της αμερικανικής αποστολής και με όρους όσον αφορά την οικονομική πολιτική που έπρεπε να ακολουθήσουν οι τότε κυβερνήσεις. Η γιγαντιαία για τα ελληνικά δεδομένα αλλά και σε ευρωπαϊκή σύγκριση βοήθεια κορυφώθηκε προς το τέλος του Εμφυλίου. Ο Εμφύλιος και το πελατειακό σύστημα δεν επέτρεψαν την καλύτερη χρήση της. Ομως, ο θετικός ρόλος της στην ανασυγκρότηση και, κατόπιν, στη σταθεροποίηση της οικονομίας ήταν σημαντικός, πράγμα που η αριστερή αρθρογραφία θα αμφισβητήσει με αντιφατικά επιχειρήματα: Οτι ευνοούσε έναν φιλελευθερισμό του 19ου αιώνα, εμπόδισε την εκβιομηχάνιση (!), ευνόησε την κερδοσκοπία και ότι η ελληνική οικονομία ανέκαμψε μόνη της.

Ομως η ανασυγκροτημένη Ελλάδα παρέμενε μια οικονομικά καθυστερημένη χώρα όπως και πριν από τον πόλεμο. Τη δομή της οικονομίας της χαρακτήριζε η κυριαρχία του αγροτικού τομέα με τη χαμηλή του παραγωγικότητα λόγω κατακερματισμένου κλήρου, ειδίκευσης σε μερικά παραδοσιακά προϊόντα, υστέρησης στις υποδομές. Το 1950 αντιπροσώπευε το 34% του ΑΕΠ και απασχολούσε ένα ακόμη μεγαλύτερο ποσοστό του εργατικού δυναμικού. Στη βιομηχανία με τις νανώδεις μονάδες και την οικογενειακή διαχείριση η κατάσταση δεν ήταν καλύτερη.

Καθώς οι εχθροπραξίες τέλειωναν, η προσοχή ορισμένων, τουλάχιστον, ηγετικών προσωπικοτήτων στρέφεται προς το μέλλον. Τη φάση της ανασυγκρότησης έπρεπε να διαδεχθούν οι φάσεις της σταθεροποίησης και της ανάπτυξης ακόμη και για λόγους επιβίωσης του καθεστώτος. Η οικονομία έπρεπε πρώτα να σταθεροποιηθεί και αυτό σήμαινε δραστική μείωση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων και του πληθωρισμού. Η αμερικανική αποστολή δεν διέθετε μόνο πόρους, που για την περίοδο 1947-1957 ξεπερνούσαν το ήμισυ των κρατικών επενδύσεων, αλλά και συνιστούσε την κατάρτιση οικονομικών προγραμμάτων, ενώ τέλος ενθάρρυνε τη δημιουργία αναγκαίων για τη σταθεροποίηση θεσμών. Σε αυτό το πλαίσιο, η προσπάθεια σταθεροποίησης ανανεώθηκε από τον Γ. Καρτάλη της τελευταίας κυβέρνησης Ν. Πλαστήρα και συνεχίστηκε με αποφασιστικότητα και επιτυχία από τον Σπ. Μαρκεζίνη της κυβέρνησης Αλ. Παπάγου μετά το 1952.

Βαθύς μετασχηματισμός

Αλλά η σταθεροποίηση δεν αρκούσε, όπως δεν αρκούσε και η «αποκατάσταση» του παρελθόντος. Η χώρα έπρεπε να υποστεί ένα βαθύ μετασχηματισμό για να ανυψωθεί το επίπεδο ζωής ή, όπως το διατύπωναν οικονομολόγοι, για να επιτύχει την απογείωση (take-off). Η έννοια–κλειδί στη σχετική συζήτηση ήταν η εκβιομηχάνιση.

Ο προσανατολισμός στην ανάπτυξη μέσω της εκβιομηχάνισης διαμορφώθηκε υπό την επίδραση ενός γενικότερου κλίματος: Ο δυτικός κόσμος βρισκόταν σ’ έναν αγώνα δρόμου με τον «σοσιαλιστικό». Οι αναπτυξιακές επιδόσεις θα ήταν αποφασιστικός παράγων για τη νομιμοποίηση των πολιτικών και οικονομικών καθεστώτων. Τότε, η ΕΣΣΔ ασκούσε ιδιαίτερη έλξη όχι τόσο ως νικήτρια του πολέμου, όσο γιατί ήταν το πρώτο μεγάλο παράδειγμα επιτυχημένης εκβιομηχάνισης μιας υπανάπτυκτης χώρας. Οι μακροχρόνιες επιπτώσεις του μοντέλου θα φανούν μετά από δεκαετίες, όπως άλλωστε θα αργήσει να γίνει γνωστό το ανθρώπινο κόστος του. Αλλά, τότε, λειτουργούσε ως ένα ισχυρό ανταγωνιστικό μοντέλο.

Η ανάπτυξη με εκβιομηχάνιση έθετε σειρά ολόκληρη προβλημάτων που έπρεπε να λυθούν. Ποιες ακριβώς έπρεπε να είναι οι προτεραιότητες; Με ποιους θεσμούς θα μπορούσαν να επιτύχουν οι προσπάθειες; Πώς θα εκπληρώνονταν οι αναγκαίες πολιτικές προϋποθέσεις – π.χ. σταθερή κυβέρνηση και πολιτική που να βασίζεται σε επίσης σταθερούς κανόνες και να μην εξαντλείται σε έναν άναρχο παρεμβατισμό; Πώς θα εξασφαλίζονταν οι αναγκαίοι πόροι για την εκτέλεση μεγάλων έργων;

Με τα χρόνια τα ερωτήματα αυτά απαντήθηκαν. Αλλά, σε εκείνη τη δύσκολη περίοδο, κρίσιμο ήταν το ερώτημα ποιος τύπος εκβιομηχάνισης ήταν προσφορότερος για τη χώρα. Γιατί, δεν επρόκειτο απλώς για μια «τεχνική» επιλογή – να επενδύσουμε σε αυτόν ή εκείνο τον κλάδο. Κάθε απάντηση συνδεόταν με τη δημιουργία συγκεκριμένων θεσμών και τη θεμελιακή επιλογή ισορροπίας ανάμεσα σε κράτος και αγορά, δημόσια δράση και ιδιωτική επιχειρηματικότητα.

Μια ιδιαίτερη άποψη αντιπροσώπευε ο Κυριάκος Βαρβαρέσος σε έκθεση που υπέβαλε στην κυβέρνηση στις αρχές του 1952 ύστερα από πρόσκληση του πρωθυπουργού Ν. Πλαστήρα. Η έκθεση εντασσόταν στη διαμορφούμενη συναίνεση των ιθυνόντων ότι η Ελλάδα έπρεπε να περάσει σε ένα νέο στάδιο ανάπτυξης. Και από πολλές πλευρές έδινε συνέχεια σε προηγούμενες αναζητήσεις. Η «έκθεση Βαρβαρέσου» τόνιζε τους κινδύνους από την εκβιομηχάνιση μέσω μεγάλων επενδυτικών σχεδίων και μάλιστα υπό την αιγίδα του κράτους. Φοβόταν πως τέτοια σχέδια θα δημιουργούσαν μονοπώλια ή και θα κατέληγαν (λόγω της μικρής ελληνικής αγοράς) σε σπατάλη σπάνιων πόρων. Πρότεινε να δοθεί προτεραιότητα στην ανάπτυξη της γεωργίας, της ελαφράς βιομηχανίας, του τουρισμού και της ναυτιλίας. Από στενά οικονομική άποψη, το βασικό του επιχείρημα ήταν ότι τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της χώρας βρίσκονταν ακριβώς στη γεωργία και στην ελαφρά βιομηχανία, χαρακτηριστικό των οποίων είναι η «ένταση εργασίας»: Η χώρα διέθετε ακριβώς φθηνά εργατικά χέρια και στενότητα διαθέσιμων κεφαλαίων. Η πρόταση αυτή συνεπαγόταν αναμφίβολα λιγότερο κράτος με ισχυρή έμφαση στο πλαίσιο λειτουργίας των αγορών και στις συνθήκες που θα ευνοούσαν την ανάπτυξη της εγχώριας επιχειρηματικότητας.

Η δημιουργία της βαριάς βιομηχανίας

Την «αριστερή» αντίληψη αντιπροσώπευε το έργο του Δημήτρη Μπάτση και μάλιστα ήδη αμέσως μετά την απελευθέρωση της χώρας. Το έργο του ήταν πρωτοποριακό γιατί έδειχνε πιθανούς δρόμους εκβιομηχάνισης. Ο Γ. Μπάτσης υποστήριζε ότι η εκβιομηχάνιση στην Ελλάδα έπρεπε να στηριχθεί στη βαριά βιομηχανία και ότι αυτό ήταν απολύτως δυνατό. Η χώρα διέθετε τα απαραίτητα μεταλλεύματα, πηγές ενέργειας και τη δυνατότητα να αποκτήσει το απαραίτητο ειδικευμένο εργατικό δυναμικό. Συνοψίζοντας τις έως τότε διαθέσιμες τεχνικές έρευνες, κατέστρωσε μάλιστα ένα ολόκληρο πρόγραμμα. Κατά ενδιαφέροντα τρόπο, το μεγαλύτερο μέρος των ιδεών του θα πραγματοποιηθεί στις δύο δεκαετίες μετά τη λήξη του Εμφυλίου, αν και όχι με τους όρους του, δηλαδή το κατά βάση σταλινικό οικονομικό πλαίσιο που δεχόταν. Θα επιτευχθεί η εκμετάλλευση των λιγνιτών για την ηλεκτροπαραγωγή, θα κατασκευαστούν υδροηλεκτρικά φράγματα, θα αξιοποιηθεί το αλουμίνιο, θα ιδρυθούν βιομηχανίες τσιμέντου και λιπασμάτων κ.λπ.

Τροποποιήσεις

Αυτές οι ανταγωνιστικές αντιλήψεις υπερκεράσθηκαν από τις πραγματικές εξελίξεις. Επικράτησε μεν η ελαφρά βιομηχανία, αλλά ταυτόχρονα η εξέλιξη δεν αφέθηκε απλώς στις δυνάμεις της αγοράς. Σε αλλεπάλληλα κύματα οι ελληνικές κυβερνήσεις επιχειρούν να προωθήσουν μεγάλες επενδύσεις σε κλάδους της βαριάς βιομηχανίας (αλουμίνιο, πετροχημικά κ.λπ.) τροποποιώντας τις επιλογές της αγοράς με εθνικές προτεραιότητες. Χρησιμοποιούν προς τον σκοπό αυτό πάσης φύσης εργαλεία: κίνητρα προς την ιδιωτική επιχειρηματικότητα (με πρώτο τον νόμο 2687/1953 που θέσπισε σειρά κινήτρων και διασφαλίσεων για την ενθάρρυνση ξένων επενδύσεων), ειδικές συμβάσεις με ξένες εταιρείες, άμεσες κρατικές παραγωγικές πρωτοβουλίες, νέους χρηματοδοτικούς θεσμούς! Εκτελούν επίσης μεγάλα έργα υποδομής (υδροηλεκτρικά φράγματα κ.λπ.) και αναζητούνται συστηματικά ξένα κεφάλαια για τη χρηματοδότησή τους. Με άλλα λόγια, το κράτος αναλαμβάνει ενεργό ρόλο στη διαμόρφωση της οικονομικής δομής της χώρας.

Το αποτέλεσμα θα είναι, με την αναπόφευκτη χρονική υστέρηση, η απογείωση της ελληνικής οικονομίας – μια εντυπωσιακή ανάπτυξη που κράτησε ώς τη μεγάλη κρίση των αρχών της δεκαετίας του ’70. Εν τούτοις, θα ήταν παράλειψη να μην επισημανθεί ότι εκείνη η «χρυσή εποχή» περιείχε τους σπόρους της μεταγενέστερης κρίσης – κυρίως ένα πελατειακά διογκούμενο κράτος. Κρίσιμες μεταρρυθμίσεις που θα δημιουργούσαν τις προϋποθέσεις για διατηρήσιμη ανάπτυξη δεν έγιναν, όπως δείχνει το ιστορικό της Δημόσιας Διοίκησης, των κρατικών «φορέων» και της εκπαίδευσης.

*Ο κ. Πάνος Καζάκος είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών και πρόεδρος του Συμβουλίου ΑΤΕΙ Καλαμάτας.