Τετάρτη, 10 Δεκεμβρίου 2014

Η άγρια «μάχη» με τα πτώματα...

Συντάκτης:
Μαρία Σπηλιωτοπούλου*

Οι άμαχοι και οι μαχητές της Αθήνας έχουν άμεση αντίληψη ή πληροφόρηση μόνο για λίγα από όσα συνέβαιναν τις μέρες των Δεκεμβριανών. Το κέντρο της πόλης και οι συνοικίες ήταν αποκλεισμένα, χωρίς τηλέφωνα, συνήθως χωρίς ηλεκτρικό, με τα μέτωπα του πολέμου ρευστά. Ελάχιστοι ακούν τον ραδιοσταθμό Αθηνών, τον πομπό του ΕΑΜ ή ξένους σταθμούς. Στις συνοικίες που ελέγχει το ΕΑΜ τοιχοκολλούνται φύλλα του «Ριζοσπάστη» και ενημερώνουν τα χωνιά, ενώ βρετανικά αεροπλάνα ρίχνουν προκηρύξεις σε όλη την πόλη και στο κέντρο που ελέγχει η κυβέρνηση τοιχοκολλούνται ανακοινώσεις.

H αφήγηση των πτωμάτων ξεδιπλώνεται εκ των υστέρων. Μια πλευρά της συνείδησης που διαμορφώνουν οι Αθηναίοι για το γεγονός παρακολουθούμε μέσα από τις καταγραφές των πτωμάτων στις καθημερινές αθηναϊκές εφημερίδες «Ελευθερία», «Ριζοσπάστη», «Καθημερινή» και την κυβερνητική εφημερίδα «Ελλάς» που κυκλοφορεί μόνο στα Δεκεμβριανά και ώς τα τέλη Ιανουαρίου ’45.

Η «Ελευθερία» και ο «Ριζοσπάστης» από την παρανομία της Κατοχής συνεχίζουν μετά την Απελευθέρωση, όταν η «Καθημερινή» και άλλες «νόμιμες» εφημερίδες σταματούν τον Σεπτέμβριο. Στη διάρκεια των Δεκεμβριανών ο «Ριζοσπάστης» κυκλοφορεί ευρύτατα, αφού το ΕΑΜ ελέγχει έως το δεύτερο δεκαήμερο σχεδόν όλες τις συνοικίες, ενώ η «Ελευθερία» επανακυκλοφορεί από τις 22 του μήνα. Η «Καθημερινή» επανεκδίδεται Φεβρουάριο, όπως και ο «Ριζοσπάστης» που είχε διακόψει Ιανουάριο και ξαναρχίζει μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας.

Τα πτώματα, νεκροί του παρελθόντος με παρουσία στο παρόν, νεκροί άταφοι ή νεκροί που τους έβγαλαν από τη γη, που πρέπει να αναγνωριστούν, να εξακριβωθεί τι προκάλεσε τον θάνατο, εμφανίζονται, σποραδικά μετά την Απελευθέρωση. Οπως τον Οκτώβριο, έπειτα από δυνατή βροχή, όταν αποκαλύπτεται ομαδικός τάφος εκτελεσμένων από τους Γερμανούς στο Γαλάτσι, και δύο πτώματα βασανισμένων και ακρωτηριασμένων της Κατοχής από την Ειδική Ασφάλεια, σε υπόνομο, στο κέντρο της Αθήνας.

Τον Δεκέμβρη άμαχοι και μαχητές σκοτώνονται σε μάχες ή από αδέσποτες σφαίρες, όμηροι εκτελούνται, υπάρχουν νεκροί από πείνα ή παθολογικά αίτια. Γίνονται πρόχειρες ατομικές και ομαδικές ταφές. Ακολουθούν εκταφές από την κυβέρνηση, αναγνωρίσεις και κηδείες σε περιοχές όπου έχει εκδιωχθεί ή έχει υποχωρήσει ο ΕΛΑΣ. Αργότερα μνημόσυνα, συλλήψεις κατηγορουμένων για εκτελέσεις και δίκες. Ταυτόχρονα ξεκινά η επιστροφή των ομήρων.

Χωρίς απόλυτη σύμπτωση, τόποι εκταφής πτωμάτων υπήρξαν τόποι σφοδρών μαχών, εκεί που είχαν κάνει μπλόκα Γερμανοί και Τάγματα Ασφαλείας, εκεί όπου μετά τα Δεκεμβριανά οι κάτοικοι αντιμετωπίζουν την κρατική, παρακρατική ή ακόμη και κομμουνιστική τρομοκρατία (ανάλογα με την εφημερίδα που καταγράφει τα πράγματα). Το Περιστέρι, η Κοκκινιά, η Καισαριανή, το Αιγάλεω.

Οι εφημερίδες δημοσιεύουν κυρίως σχετικές ειδήσεις και άρθρα, λιγότερο χρονογραφήματα, φυσικά πολύ σπάνια γελοιογραφίες, ενώ φωτογραφίες δεν συναντώνται. Οι κοινωνικές αγγελίες (κηδείες, πένθη, μνημόσυνα) έχουν επίσης σημαντική θέση και με αμεσότητα ανατροφοδοτούν τις μνήμες.

Στα Δεκεμβριανά ο «Ριζοσπάστης» προβάλλει εκτεταμένα τις απώλειες των αμάχων, από τους βομβαρδισμούς, τις αδέσποτες σφαίρες, και τις σφαγές και τις «ωμότητες» των Βρετανών. Επίσης και τις συλλήψεις ομήρων, τις εξαφανίσεις και τις εκτελέσεις στις περιοχές από τις οποίες υποχωρεί ο ΕΛΑΣ. Στην «Ελλάς» κυριαρχούν ειδήσεις για τις μάχες, με έμφαση στη σταδιακή απώθηση του ΕΛΑΣ. Καταγράφονται λεηλασίες και με κλιμακούμενη ένταση προβάλλονται απαγωγές πολιτών, βασανιστήρια και εκτελέσεις κυρίως από την ΟΠΛΑ.

Η «Ελευθερία» εστιάζει στις συλλήψεις ομήρων από τον ΕΛΑΣ (17.000) και τις εκτελέσεις (2.000) και καταγράφει πρόχειρες ταφές σε περιβόλους εκκλησιών, αλσύλλια, και στον Εθνικό Κήπο. Τα πτώματα είναι άμαχοι και εκτελεσμένοι μαχητές της αντιεαμικής πλευράς. Το ίδιο καταγράφεται και στην εφημερίδα «Ελλάς».

Η πρώτη αναφορά σε πτώματα που ανασύρονται από πηγάδι στου Φιλοπάππου καταγράφεται σε «Ελευθερία» και «Ελλάς» στις 30 Δεκεμβρίου 44 : εννέα «εθνικισταί» και ένα μικρό αγόρι. Ορισμένοι αναγνωρίζονται αμέσως, μπροστά σε Αγγλους και Αμερικανούς δημοσιογράφους. Σύμφωνα με τον ιατροδικαστή είχαν δολοφονηθεί στις 10 του μήνα.

Οι εκταφές και οι αναγνωρίσεις πραγματοποιούνται κυρίως τον Ιανουάριο ’45, όταν φτάνει στην Αθήνα αντιπροσωπεία βρετανικών συνδικάτων με επικεφαλής τον Σιτρίν. Συνεχίζονται τον Φεβρουάριο, σύμφωνα με τις σχεδόν καθημερινές αναφορές στην «Ελευθερία» και την «Καθημερινή». Στην τελευταία προβάλλονται λεπτομέρειες της φρίκης, συχνότερα στην πρώτη σελίδα, όπως συνέβαινε Ιανουάριο στην «Ελλάς».

Ο «Ριζοσπάστης» χρησιμοποιεί επίσης ανατριχιαστικές περιγραφές και αναφέρεται σε συγκεκριμένες περιπτώσεις που ανατρέπουν το σχήμα ομηρία – εκτελέσεις από τον ΕΛΑΣ των άλλων εφημερίδων. Υπολογίζει τους νεκρούς από παθολογικά αίτια και τους άμαχους σε 10.000. Περίπου τόσοι, Φεβρουάριο πια, σύμφωνα με την «Ελευθερία», είναι μόνο οι εκτελεσμένοι από τους «στασιαστές». Αλλά από τον Μάρτιο υπάρχει διάκριση μεταξύ «εκτελεσθέντων» και «φονευθέντων» και δεν είναι όλοι αδιακρίτως «εθνικόφρονες», όπως στην «Καθημερινή». Τον Απρίλιο η «Ελευθερία» πλέον διαθέτει όλο και λιγότερο χώρο για το θέμα.

Ο «Ριζοσπάστης» από τον Μάρτιο αντικρούει συστηματικά τις κατηγορίες εναντίον του ΕΛΑΣ για τις ωμότητες των Δεκεμβριανών. Δημοσιεύει σε συνέχειες καθημερινές σχεδόν τη στήλη «Το ελληνικό Κατύν», με το ιστορικό του θανάτου από αδέσποτες σφαίρες, παθολογικά αίτια ή μάχες συγκεκριμένων προσώπων, τα πτώματα των οποίων εκτέθηκαν στο Περιστέρι ή αλλού ως θύματα των ελασιτών. Καταγγέλλεται η σκηνοθεσία των πτωμάτων αλλά και η σύληση των τάφων νεκρών του Δεκέμβρη.

Η τελευταία κηδεία «αγρίως κατακρεουργηθέντος υπό των ελασιτών» δημοσιεύεται 29 Απριλίου στην «Ελευθερία» και την «Καθημερινή». Ενώ πτώματα ομήρων από την Αθήνα ανακαλύπτονται ακόμη σε χαράδρες στη Στερεά και κάποια ξεβράζονται από τη θάλασσα στη Χαλκιδική.

Αρχίζουν να δημοσιεύονται μνημόσυνα εκτελεσμένων χωρίς οποιαδήποτε σχετική αναφορά, στην «Ελευθερία» αλλά και την «Καθημερινή» και γίνεται μνεία και σε πτώματα φονευθέντων στις μάχες, ελασιτών συνήθως. Απρίλιο πραγματοποιούνται και οι πρώτες μαζικές συλλήψεις «εκτελεστών».

Μέσα Μαΐου δημοσιεύονται τα συγκεντρωτικά στοιχεία της Εισαγγελίας σχετικά με τα θύματα του Δεκέμβρη: 5.000 νεκροί (1.700 από βόμβες και όλμους, 1.800 εκτελεσμένοι και 1.500 από ασθένεια). Η «Ελευθερία» δημοσιεύει την είδηση στις 17 Μαΐου στη 2η σελίδα χωρίς σχόλια, όπως και η «Καθημερινή», με περισσότερες λεπτομέρειες εκείνη και επισημαίνοντας ότι δεν περιλαμβάνονται τα πτώματα στον Πειραιά. Δίπλα άρθρο με άμεσους συνειρμούς σχετικά με «βάραθρον πλήρες από πτώματα», εκτελεσμένων από τους «εαμοκομμουνιστές» το καλοκαίρι του 1944 στην Πελοπόννησο.

Ο «Ριζοσπάστης» τρεις μέρες αργότερα, σε πρωτοσέλιδο, τονίζει ότι επιβεβαιώνονται οι εκτιμήσεις του για τον αριθμό των εκτελεσθέντων. Σε αυτούς περιλαμβάνονται, χωρίς να κατονομάζονται από την Εισαγγελία, και εκατοντάδες δημοκρατικοί πολίτες και λαϊκοί αγωνιστές, αλλά και δωσίλογοι «και σε ασημαντότατο ποσοστό μεμονωμένες περιπτώσεις αυτοδικιών που αποδοκιμάστηκαν τίμια». Εχει βέβαια προηγηθεί η καταδίκη της πρακτικής σύλληψης αμάχων ομήρων στην 11η Ολομέλεια της Κ.Ε. του ΚΚΕ τον Απρίλιο.

Ιούνιο και Ιούλιο δημοσιεύονται κυρίως εξάμηνα μνημόσυνα και ειδήσεις για τις δίκες «εκτελεστών» ή εκτελεστών, ανάλογα με την εφημερίδα, και το φθινόπωρο κυριαρχεί το αίτημα για παροχή γενικής αμνηστίας. Η αμνηστία υποστηρίζεται κυρίως από τον «Ριζοσπάστη», την αρνείται κατηγορηματικά η «Καθημερινή» και τη δέχεται υπό όρους η «Ελευθερία».

23 Δεκεμβρίου ’45, στον «Ριζοσπάστη» ο Καραγιώργης καταγγέλλει ότι ο Τσόρτσιλ και η ελληνική κυβέρνηση «προκάλεσαν τον Δεκέμβρη του ’44 σαν έξυπνη πεπονόφλουδα… αράδιασαν μπρος στην ανθρωπότητα κομμένα αυτιά και μύτες». Δημοσιεύονται και τρία μνημόσυνα για τα Δεκεμβριανά, το ένα στο Παγκράτι για δυο αδέρφια «που σκοτώθηκαν… από οβίδα του Σκόμπυ». Ενώ στις 28 η «Ελευθερία» δημοσιεύει μόνο το «ετήσιο μνημόσυνο για την ανάπαυσιν της ψυχής … λατρευτού … χαλκουργού βιομηχάνου, φονευθέντος την 30ήν Δεκεμβρίου 1944», και η «Καθημερινή» δωρεά στη μνήμη «καθηγητού Σωματικής αγωγής και λοχαγού πεζικού … αγρίως και υπούλως δολοφονηθέντος υπό των εαμοκομμουνιστών» και δυο μνημόσυνα.

Στην «Καθημερινή» και τον «Ριζοσπάστη» συχνά προβάλλεται αντεστραμμένη η ίδια εικόνα. Η «Καθημερινή» καλλιεργεί με τα πτώματα τον τρόμο και την απειλή επανάληψης των Δεκεμβριανών, πολώνει το κλίμα και υποστηρίζει την άμεση επάνοδο του βασιλιά. Ο «Ριζοσπάστης» εκφράζει τον ίδιο τρόμο από την πλευρά της κομμουνιστικής αριστεράς, προβάλλοντας συστηματικά την τρομοκρατία του δωσιλογικού κράτους, αλλά ελαχιστοποιεί τις «υπερβασίες» του ΕΛΑΣ. Ενώ η «Ελευθερία» επιδιώκει την υπέρβαση των Δεκεμβριανών, κατηγορεί την ηγεσία του ΚΚΕ αποκλειστικά και καταγράφει την παρακρατική τρομοκρατία μετά τη Βάρκιζα.

Από το τέλος του 1945 η μνήμη των πτωμάτων στοιχειώνει την Αθήνα, καθώς οι νεκροί του Δεκέμβρη, για να μνημονεύσουμε τον Βάλτερ Μπένγιαμιν, αποτελούν «προμήνυμα κινδύνου» για τον Εμφύλιο.

* Ερευνήτρια στο Κέντρο Ερευνας της Ιστορίας του Νέου Ελληνισμού της Ακαδημίας Αθηνών

Αναδημοσίευση από http://www.efsyn.gr/arthro/i-agria-mahi-me-ta-ptomata

Ο «τρίτος δρόμος» του ΕΑΜ για την ανεξαρτησία

Συντάκτης:
Γιάννης Σκαλιδάκης*

Ποιος τολμά να φανταστεί πως στην εποχή μας, που ολόκληρος ο κόσμος με τον τιτάνιο αγώνα των Ενωμένων Εθνών, σκοτώνει για πάντα το τέρας του φασισμού, αυτό που κουρέλιασε κάθε ανθρώπινη αξία κι έριξε τους λαούς μέσα σ’ έναν κατακλυσμό αίματος και φθοράς, ποιος μπορεί να φανταστεί πως θα εμποδιστεί ο λαός να γίνει νοικοκύρης στο σπίτι του και να οργανώσει τη ζωή του όπως θέλει; [1]
Διανομή ρουχισμού στο χωριό Ζίτσα της Ηπείρου,
Μάρτιος 1945, UNRRA

Μια απωθημένη διάσταση στη συζήτηση για τη στρατηγική της Αριστεράς προς την εξουσία μετά την απελευθέρωση της χώρας είναι η οικονομική. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, η απελευθερωμένη επικράτεια, γνωστή ως Ελεύθερη Ελλάδα, στηριζόταν στην εγχώρια παραγωγή, τα αστικά κέντρα όμως και κυρίως η Αθήνα επιβίωναν από τη διεθνή βοήθεια του Ερυθρού Σταυρού. Με το τέλος του πολέμου, το ζήτημα του επισιτισμού παρέμενε καίριο και με ισχυρές πολιτικές προεκτάσεις. Οι δυτικοί Σύμμαχοι θα το αναλάμβαναν με τους μηχανισμούς τους, αρχικά τη βρετανική ML και έπειτα την υπηρεσία των Ηνωμένων Εθνών, τη γνωστή UNRRA. Το ζήτημα του επισιτισμού χρησίμευσε ως αιτιολογία έλευσης των βρετανικών στρατευμάτων στην απελευθερούμενη Ελλάδα και επίσης ως φόβητρο για όσους τυχόν αμφισβητούσαν τη βρετανική επικυριαρχία. Από την πλευρά του το ΕΑΜ έπαιρνε πολύ σοβαρά το ζήτημα προσπαθώντας να ισορροπήσει πολιτικά ανάμεσα στην ανάγκη διεθνούς υποστήριξης και στη χάραξη μιας ανεξάρτητης πολιτικής για την ανασυγκρότηση και ανάπτυξη της χώρας.

Ο «τρίτος δρόμος»

Η οικονομική κατάσταση που είχε δημιουργηθεί στην ελεγχόμενη από το ΕΑΜ Ελεύθερη Ελλάδα και ιδιαίτερα το οικονομικό δίκτυο που στηρίχτηκε στους συνεταιρισμούς αλλά και το ίδιο το ΕΑΜ ως ευρύτερο κοινωνικό-πολιτικό σύστημα που επικάλυπτε αυτήν την οικονομική σφαίρα δεν μπορούσε παρά να αποτελέσει οδηγό των εαμικών δυνάμεων για την οικονομική ανασυγκρότηση της χώρας μετά την απελευθέρωση.

Στις 3 Νοεμβρίου 1944 δημοσιεύτηκε στο πρώτο τεύχος του νόμιμου δεκαπενθήμερου περιοδικού «Νέα Ελλάδα», που εξέδιδε η Κεντρική Επιτροπή του ΕΑΜ, το άρθρο «Συμβολή στον αγώνα του λαού για την οικονομική ανασυγκρότηση της χώρας» του Παύλου Δέλμη, εκ μέρους του «Οικονομολογικού Τμήματος Μελετών του ΕΑΜ». Σε αυτό το άρθρο, προτεινόταν ένας «τρίτος δρόμος» οργάνωσης της οικονομίας αφού πρώτα γινόταν κριτική στις δύο άλλες, κατά τον αρθρογράφο, λύσεις, δηλαδή την «ασύδοτη λειτουργία της οικονομίας» και τον «ασύδοτο παρεμβατισμό».

Η αξία του άρθρου αυτού έγκειται στο ότι λάμβανε υπόψη του τη συγκεκριμένη οικονομική πραγματικότητα της περιόδου και επίσης τη ζωντανή προφανώς ακόμη οικονομική λειτουργία της Ελεύθερης Ελλάδας, την οποία αποτιμούσε θετικά. Σύμφωνα με τον αρθρογράφο, η κατάσταση στη χώρα κατά την απελευθέρωση χαρακτηριζόταν: 1) από την «απελπιστική ελάττωση της παραγωγικής ικανότητας της χώρας», σημειώνοντας πάντως την καλύτερη κατάσταση της Ελεύθερης Ελλάδας χάρη «στην υποστήριξη και την ασφάλεια που παρείχε η ΠΕΕΑ σαν Κυβέρνηση του Λαού στη γεωργία» και «στο θεσμό της αυτοδιοίκησης στις γεωργικές περιοχές», 2) από την «αναρχούμενη και εκμεταλλευτική μαύρη αγορά» και 3) από τον «κακοήθη πληθωρισμό», ως αποτέλεσμα κι όχι αιτία των παραπάνω παραγόντων: «Ο πληθωρισμός είναι η ενσάρκωση της επιτεινόμενης αγωνίας του λαού μας και γι’ αυτό ίσως να φαίνεται από πρώτη ματιά σαν πρωτογενές αίτιο της οικονομικής κατάστασης».[2]

Παρουσιαζόταν με αρκετή σαφήνεια η προσδοκώμενη οικονομική κατάσταση στο αμέσως επόμενο διάστημα εκτιμώντας την έναρξη της λειτουργίας της UNRRA, και την αρχική αδυναμία, τουλάχιστον για ένα εξάμηνο, κάλυψης του συνόλου των λαϊκών αναγκών και προβλέποντας την άνθηση ενός δικτύου μαύρης αγοράς που θα τροφοδοτούνταν από τα είδη της UNRRA για την προμήθεια ζωτικών εγχώριων προϊόντων όπως π.χ. το λάδι.

Κύριο ζητούμενο ήταν η ανασυγκρότηση της παραγωγικής βάσης με γνώμονα την επάρκεια σε είδη κατανάλωσης για τις «πλατιές λαϊκές μάζες», δηλαδή «ένα ολόκληρο σύστημα προοδευτικής δραστηριοποίησης των διαφόρων κλάδων και υποκλάδων της οικονομίας ανάλογα με τη σημασία του καθενός για την παραγωγή». Το πρόβλημα μιας ανεξέλεγκτης λειτουργίας της αγοράς θα ήταν η χαμηλή καταναλωτική δύναμη των φτωχών στρωμάτων και ειδικά στις ζώνες όπου είχε εκλείψει η κυκλοφορία του χρήματος –οι ανάγκες αυτών των στρωμάτων και αυτών των περιοχών θα βρίσκονταν εκτός της λειτουργίας μιας τέτοιας αγοράς, η οποία θα στρεφόταν σε παρασιτικούς κλάδους παρασέρνοντας με τον τρόπο αυτό και τη λειτουργία της UNRRA σε μια «δημιουργημένη αντιοικονομική κατάσταση».

Ο αρθρογράφος τασσόταν καθαρά υπέρ μιας σχεδιοποιημένης οικονομικής προσπάθειας, όχι όμως και μιας «πέρα ως πέρα παρεμβατικής οικονομικής πολιτικής» την οποία παρομοίαζε με τις πολιτικές τόσο της μεταξικής δικτατορίας όσο και αυτές των κατοχικών κυβερνήσεων. Οσον αφορά την αγροτική παραγωγή, θεωρούσε ότι μια τέτοια παρέμβαση θα περιόριζε τους αγρότες σε μια «ψευτοαυτάρκη μικροϊδιοκτησία» με τη στέρηση των κατάλληλων εφοδίων και με τη φορολογία που θα τους άφηνε ελάχιστα από την παραγωγή τους. Αντιθέτως προέβαλλε την «πείρα της αυτοδιοίκησης και της συνεταιριστικής οργάνωσης στα χωριά της ελεύθερης Ελλάδας» που έδειξαν έναν άλλο δρόμο και ανύψωσαν τη θέση του αγροτικού κόσμου. Ο χωρικός, τόνιζε ο αρθρογράφος, δεν ήταν διατεθειμένος πλέον να δίνει την παραγωγή του «μη εξασφαλίζοντας τίποτ’ άλλο έξω απ’ το μόνιμο καθεστώς της πείνας».

Ο «τρίτος δρόμος» που πρέσβευε το άρθρο συνοψιζόταν στην ανάγκη να βασιστεί η οικονομική πολιτική στον λαϊκό έλεγχο –δηλαδή στην ενεργή δραστηριοποίηση και αξιοποίηση των λαοκρατικών θεσμών της προηγούμενης περιόδου, της τοπικής αυτοδιοίκησης, των λαϊ­κών επιτροπών και των συνεταιρισμών. Η αποδοχή του «λαϊκού ελέγχου» από την κυβέρνηση θα της ανταπέδιδε την αναγκαία «λαϊκή εμπιστοσύνη».

Το κύριο βάρος έπεφτε και πάλι στη γεωργία και καθιστούσε φανερή και σε αυτήν την περίπτωση την κοινωνική βάση, την οποία στήριζε και στην οποία στηριζόταν το ΕΑΜ. Οι διεκδικήσεις αφορούσαν σε μια πρώτη περίοδο την ξένη οικονομική βοήθεια –προτεινόταν η διοχέτευση σημαντικού μέρους της οικονομικής βοήθειας προς τον αγροτικό κόσμο μέσω της τοπικής αυτοδιοίκησης και των συνεταιρισμών και γενικότερα η εισαγωγή από το εξωτερικό των απαραίτητων καλλιεργητικών εφοδίων αλλά και η στροφή της βιομηχανίας προς την παραγωγή «μπόλικων και φτηνών ειδών για τη γεωργία».

Ως προς τη βιομηχανία, προτεινόταν ένας πολύ μεγαλύτερος έλεγχος και παρέμβαση: 1) λειτουργία με ενιαίο πρόγραμμα στις ποσότητες και τα παραγόμενα είδη, 2) λειτουργία κατά προτίμηση των κλάδων που θα ικανοποιούσαν τις άμεσες λαϊκές ανάγκες, 3) μετατροπή με κρατική ενίσχυση των «παρασιτικών και περιττών βιομηχανιών» σε ωφέλιμες, 4) έλεγχος και πρόβλεψη του τρόπου διάθεσης των αγαθών, 5) να μην παράγεται ό,τι μπορεί να εισαχθεί φτηνότερα αλλά το αντίθετο, 6) εξασφάλιση ενός σταθερού βιοτικού επιπέδου για τους εργάτες.

Επίσης προτείνονταν διάφορα νομισματικά μέτρα με βασικά την έκδοση και διάθεση χαρτονομίσματος σύμφωνα με τις ανάγκες της κυκλοφορίας όπως θα προέκυπταν από την εφαρμογή του προγράμματος οργάνωσης της οικονομίας και την επίτευξη «σύμμετρης νομισματικής κυκλοφορίας και κυκλοφορίας εμπορευμάτων σ’ όλα τα διαμερίσματα της χώρας έτσι που ν’ αποσυμφορηθεί ο όγκος της νομισματικής κυκλοφορίας σ’ ορισμένα αστικά κέντρα και ιδιαίτερα στην Αθήνα και να σπάσει απ’ την άλλη το πάγωμα της κυκλοφορίας που παρατηρείται στην ύπαιθρο».

Ο συντονισμός αυτού του οικονομικού προγράμματος μάς φέρνει και στα πολιτικά συνεπαγόμενά του. Ο αρθρογράφος πρότεινε τη σύσταση ενός συντονιστικού και ενιαίου μηχανισμού που θα περιλάμβανε αφενός τους εκπροσώπους των συμμαχικών οργανώσεων βοήθειας και αφετέρου τους εκπροσώπους των συνεταιρισμών, παραγωγικών και καταναλωτικών, των λαϊκών επιτροπών, της ΓΣΕΕ κ.λπ. ενώ η κυβέρνηση θα συνεργαζόταν και θα δεχόταν την «οργανωμένη λαϊκή βοήθεια». Αυτό το σχέδιο παραλληλιζόταν με τα μέτρα για τη διεξαγωγή του πολέμου στις συμμάχους Αγγλία και Ηνωμένες Πολιτείες και αναφέρονταν τα σχέδια Keynes και White και επίσης πλαισιωνόταν με τα συλλογικά ιδανικά του αντιφασιστικού αγώνα, με τα οποία, «το μεγαλύτερο μέρος της Ελλάδας που αυτοδιοικήθηκε, έζησε και πρόκοψε» ενώ ο αρθρογράφος δεν δίσταζε να χαρακτηρίσει προδότες, με ό,τι αυτό συνεπαγόταν, όσους τυχόν αντιτάσσονταν σε αυτό το σχέδιο «οργάνωσης και σωτηρίας του λαού».

Στην ουσία επρόκειτο για μια τεκμηριωμένη σε γενικό επίπεδο πρόταση οικονομικής επανενοποίησης της χώρας σύμφωνα με τα συμφέροντα των λαϊκών στρωμάτων κυρίως της υπαίθρου αλλά και των πόλεων και σύμφωνα με τους οικονομικούς μηχανισμούς που αυτά τα πλειοψηφικά στρώματα δημιούργησαν στην Κατοχή, κυρίως τους συνεταιρισμούς, με κορωνίδα και πολιτική επισφράγιση το ΕΑΜ. Δεν παραβλεπόταν, ούτε καν υποτιμούνταν, η ξένη βοήθεια αλλά αντίθετα γινόταν προσπάθεια να τεθεί έγκαιρα στην υπηρεσία των αναγκών της πλειοψηφίας του λαού και στην τροχιά μιας παραγωγικής προς αυτήν την κατεύθυνση ανασυγκρότησης και όχι να ενισχύσει τον κόσμο του μαυραγοριτισμού και τα παρασιτικά στρώματα της κρατικής παρέμβασης.

Αυτού του είδους η οικονομική επανενοποίηση προσέκρουε στα συμφέροντα των στρωμάτων που είχαν γιγαντωθεί μέσα στην Κατοχή μέσω της κερδοσκοπίας και της μαύρης αγοράς. Η τύχη προσπαθειών οικονομικού ελέγχου της κυβέρνησης Εθνικής Ενώσεως, στην οποία τα οικονομικά υπουργεία είχαν δοθεί στο ΕΑΜ, το έδειξε καθαρά. Οσο για τους Βρετανούς, προφανώς δεν θεωρούσαν αναγκαία τη μεταφορά κοινωνικών πολιτικών που εφάρμοζαν οι ίδιοι στη χώρα τους σε μια χώρα που λίγο διέφερε για εκείνους από τις αποικίες τους.

Παρατηρούμε να διαγράφονται τα δυο κοινωνικά στρατόπεδα που θα συγκρούονταν στον επερχόμενο εμφύλιο: από τη μια οι δυνάμεις της Αντίστασης και της Ελεύθερης Ελλάδας, κοινωνικά ο πληθυσμός της υπαίθρου και των επαρχιακών πόλεων που στηρίζονταν στην εγχώρια παραγωγική βάση, και από την άλλη οι παλιές και νέες ελίτ των μεγάλων πόλεων και ειδικά της Αθήνας που διαχειρίζονταν ήδη από την Κατοχή τον πλούτο εκ του εξωτερικού.

* Ο Γιάννης Σκαλιδάκης είναι ιστορικός, διδάκτορας του Τμήματος Πολιτικών Επιστημών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Το πρώτο βιβλίο του, στο οποίο στηρίζεται το παρόν άρθρο, «Η Ελεύθερη Ελλάδα. Η εξουσία του ΕΑΜ στην Ελεύθερη Ελλάδα (1943-1944)» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ασίνη

[1[. Διάγγελμα της ΠΕΕΑ προς τον Ελληνικό Λαό, 19 Απριλίου 1944.
[2]. Παύλος Δέλμης, «Συμβολή στον αγώνα του λαού για την οικονομική ανασυγκρότηση της χώρας», στην επιθεώρηση «Νέα Ελλάδα», τεύχος 1ο, περίοδος Β', 5 Νοεμβρίου 1944, σ. 8-9

Aναδημοσίευση από http://www.efsyn.gr/arthro/o-tritos-dromos-toy-eam-gia-tin-anexartisia

Δευτέρα, 8 Δεκεμβρίου 2014

Οκτώ ερωτήματα για τον Δεκέμβριο του 1944

Στάθης Καλύβας

Συμπληρώνονται εβδομήντα χρόνια από τον Δεκέμβριο του 1944 και αξίζει να ξαναδούμε επιγραμματικά κάποιες κρίσιμες πτυχές του.

Τι ήταν τα Δεκεμβριανά; Ηταν η ένοπλη «απάντηση» του ΚΚΕ στην προοπτική αφοπλισμού του ΕΛΑΣ. Ηταν πραξικόπημα, αφού τμήμα του στρατού στασίασε εναντίον της κυβέρνησης (ώς τις 2/12 ο ΕΛΑΣ υπαγόταν στην κυβέρνηση). Ηταν εμφύλιος, καθώς Ελληνες πολέμησαν εναντίον Ελλήνων. Ηταν, τέλος, επανάσταση, γιατί αν το ΚΚΕ επικρατούσε η Ελλάδα θα γινόταν «Λαϊκή Δημοκρατία». Δεν ήταν όμως αυθόρμητη εξέγερση.

Πότε ξεκίνησαν; Η αιματηρή διαδήλωση της 3ης Δεκεμβρίου 1944 έχει συμβολική κυρίως σημασία. Οι οργανωμένες εχθροπραξίες ξεκίνησαν όταν ο ΕΛΑΣ επιτέθηκε εναντίον των κυβερνητικών δυνάμεων την επόμενη μέρα, αλλά η επιλογή της σύγκρουσης είχε ουσιαστικά ληφθεί από το Πολιτικό Γραφείο του ΚΚΕ ήδη από τις 27/11 και επισημοποιήθηκε στις 2/12. Τότε ξεκίνησαν για την Αθήνα μονάδες του ΕΛΑΣ Αττικής και Ρούμελης.

Τι ακριβώς επεδίωκε το ΚΚΕ; Οπως κάθε κόμμα, την εξουσία. Ομως κάτω από την πίεση των Σοβιετικών, το ΚΚΕ είχε συμβιβαστεί με την εξόριστη ελληνική κυβέρνηση και τους Βρετανούς, υπογράφοντας δύο συμφωνίες, στον Λίβανο και την Καζέρτα. Γι’ αυτό άλλωστε δεν κατέλαβε την εξουσία μετά την αποχώρηση των Γερμανών, όπως θα μπορούσε. Παρά τον συμβιβασμό αυτό, διατηρούσε την ελπίδα της κατάκτησης της εξουσίας με «ειρηνικό» τρόπο, μέσω εκλογών που θα γίνονταν υπό τη σκιά των τουφεκιών του ΕΛΑΣ. Οι αφηγήσεις που παρουσιάζουν το ΚΚΕ ως ένα κοινοβουλευτικό κόμμα που επεδίωκε την απλή συμμετοχή του σε μια κεντροαριστερή κυβέρνηση δεν έχουν σχέση με την πραγματικότητα.

Και οι προηγούμενοι συμβιβασμοί; Τον Νοέμβριο του 1944, το ΚΚΕ αντιμετώπισε το εξής δίλημμα: ή θα δεχόταν τον αφοπλισμό του ΕΛΑΣ ή θα συγκρουόταν με την κυβέρνηση και τους Βρετανούς. Προφανώς, η επιλογή της σύγκρουσης ακύρωνε όλους τους προηγούμενους συμβιβασμούς και ερχόταν σε αντίθεση με την επίσημη γραμμή της Σοβιετικής Ενωσης. Οι ακριβείς διεργασίες μέσα στην ηγεσία του ΚΚΕ παραμένουν άγνωστες. Ισως να ήταν η ενθάρρυνση του Τίτο και η παρερμηνεία των επιθυμιών του Στάλιν, ίσως οι φαινομενικά ευνοϊκές εξελίξεις στα Βαλκάνια και την Ανατολική Ευρώπη, ίσως το ενδεχόμενο μιας οριστικής απώλειας της εξουσίας που θεωρούσε πως αυτοδίκαια του ανήκε, ίσως η αφόρητη πίεση στελεχών και καπεταναίων, ίσως η στρεβλή ανάγνωση της διεθνούς πραγματικότητας και των βρετανικών προθέσεων, ίσως κάποιος συνδυασμός όλων των προηγούμενων. Οπως και να έχει το πράγμα, η ουσία είναι πως το ΚΚΕ επέλεξε τη σύγκρουση, παίζοντάς τα όλα για όλα.

Ποιοι αναμετρήθηκαν στα Δεκεμβριανά; Ηταν η κυβερνητική πλευρά ένας συνασπισμός Βρετανών και δωσιλόγων με σύσσωμο τον λαό απέναντί τους, όπως ισχυρίζονται ορισμένοι; Οχι βέβαια. Ο πληθυσμός ήταν διαιρεμένος και όπως πάντα υπήρχε μια μεγάλη μάζα αναποφάσιστων που περίμενε τον νικητή για να συνταχθεί μαζί του. Στο κυβερνητικό στρατόπεδο υπήρχε πλειάδα αντιστασιακών του εσωτερικού και του εξωτερικού. Σ’ αυτούς προστέθηκαν μετά την έναρξη της μάχης οι υπό κράτηση ταγματασφαλίτες της Αθήνας και της Πελοποννήσου. Τα Δεκεμβριανά αποτέλεσαν την αντικομμουνιστική κολυμβήθρα του Σιλωάμ στην οποία αναβαπτίστηκαν αρκετοί δωσίλογοι. Η ένταξή τους όμως στη μεταπολεμική «εθνικοφροσύνη» υπήρξε συνέπεια και όχι αιτία της σύγκρουσης.

Γιατί ηττήθηκε το ΚΚΕ; Γιατί η ανεπαρκής ηγεσία του υπερτίμησε τις δυνατότητές της και υποτίμησε την αποφασιστικότητα τόσο των Ελλήνων αντιπάλων της όσο και των στρατιωτικά υπέρτερων Βρετανών. Ενδεικτικές της στάσης αυτής ήταν και οι πολύνεκρες επιχειρήσεις του ΕΛΑΣ στην Ηπειρο και τη Μακεδονία. Αυτό όμως δεν ισοδυναμεί με ηττοπάθεια. Αντίθετα απ’ ό,τι λέγεται, το ΚΚΕ επεδίωξε τη νίκη – ποιος άραγε πολεμάει για να ηττηθεί; Ο ΕΛΑΣ απέτυχε να υποτάξει τις κυβερνητικές δυνάμεις στο πρώτο δεκαήμερο και η άφιξη βρετανικών ενισχύσεων με τεθωρακισμένα και αεροπλάνα υπήρξε καταλυτική για τη συνέχεια. Γράφεται λανθασμένα πως τη μάχη έδωσε ο αδύναμος ΕΛΑΣ της Αθήνας ή «ελάχιστες δυνάμεις» του ΕΛΑΣ. Ομως συμμετείχε το μεγαλύτερο μέρος του εμπειροπόλεμου ΕΛΑΣ Πελοποννήσου και Ρούμελης. Πάντως, η έκβαση της μάχης θα ήταν η ίδια όσες επιπλέον μεραρχίες και να έριχνε στη μάχη ο ΕΛΑΣ.

Και η βία; Ακρότητες έγιναν και από τις δύο πλευρές, αλλά το ΚΚΕ ήταν εκείνο που έθεσε σε εφαρμογή ένα πρόγραμμα μαζικής εκκαθάρισης της κοινωνικής και πολιτικής βάσης των αντιπάλων του. Χιλιάδες άνδρες, γυναίκες, ηλικιωμένοι και παιδιά συνελήφθησαν στα σπίτια τους από την ΟΠΛΑ και χιλιάδες ήταν αυτοί που έχασαν τη ζωή τους από εν ψυχρώ εκτελέσεις και κακουχίες. Δεν συνέβη το ίδιο στην αντιπέρα όχθη. Η ασυμμετρία της βίας ήταν τέτοια που το ΚΚΕ αναγκάστηκε να παραδεχθεί «σφάλματα και υπερβασίες».

Θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί η σύγκρουση; Πολύ δύσκολα. Η εμπειρία άλλων χωρών (π.χ. Γαλλία, Ιταλία) δείχνει πως όπου οι κομμουνιστές συμβιβάστηκαν, το έπραξαν γιατί βρίσκονταν σε σαφή θέση αδυναμίας. Εκεί μάλλον βρίσκεται και η βασική αιτία της σύγκρουσης στην Ελλάδα: η απόσταση ανάμεσα στον εσωτερικό και τον διεθνή συσχετισμό δυνάμεων ήταν πολύ μεγάλη για να γεφυρωθεί αναίμακτα.

* Ο κ. Στάθης Ν. Καλύβας είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Yale.

Αναδημοσίευση από http://www.kathimerini.gr/794952/opinion/epikairothta/politikh/oktw-erwthmata-gia-ton-dekemvrio-toy-1944


Δεκεμβριανά 1944: παρελθόν και παρόν

Τα Δεκεμβριανά αποτελούν σημείο καμπής για την ελληνική ιστορία της δεκαετίας του 1940, με διεθνή σημασία. Όπως έχει επισημάνει ο Μαρκ Μαζάουερ, η έκβασή τους σηματοδοτεί ότι «η πλάστιγγα της εξουσίας στην Ελλάδα έγειρε ξαφνικά και αποφασιστικά σε βάρος της Αριστεράς, για πρώτη φορά μετά το 1942». Kαι γι' αυτό τον λόγο, αποτελούν γεγονός που σημάδεψε τραυματικά τη μνήμη του αριστερού κινήματος στην Ελλάδα. Τα ίχνη του Δεκέμβρη είναι ακόμα ζωντανά, όπως δείχνουν όχι μόνο τα «λαβωμένα» κτίρια της Αθήνας, αλλά και το ότι ο Δεκέμβρης του 2008 («τα Δεκεμβριανά των εφήβων», όπως έχει γράψει, εδώ, ο Γιώργος Φουρτούνης) ανακάλεσε μνήμες, αναφορές, συσχετισμούς και διαφορές με το 1944. Με την ευκαιρία της συμπλήρωσης εβδομήντα χρόνων, τα Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙ) και το Φόρουμ Κοινωνικής Ιστορίας οργανώνουν, την Παρασκευή 13 και το Σάββατο 14 Δεκεμβρίου, το επιστημονικό συνέδριο «Δεκεμβριανά 1944: το παρελθόν και οι χρήσεις του». Θέσαμε τρία ερωτήματα στον Πολυμέρη Βόγλη, τον Ηλία Νικολακόπουλο και την Ιωάννα Παπαθανασίου, από την οργανωτική επιτροπή του συνεδρίου.

Στρ. Μπ.

1. Τα τελευταία χρόνια έχουμε δει μια «αναδιαπραγμάτευση» ιστορικών γεγονότων και περιόδων όπως η Μεταπολίτευση (ως πηγή της σημερινής «κακοδαιμονίας»), αλλά και η Αντίσταση ή γενικότερα η δεκαετία του 1940 («αναθεωρητικό» ρεύμα). Θεωρείτε πως επιχειρείται κάτι τέτοιο και όσον αφορά τα Δεκεμβριανά;

2. Αν βάζατε έναν «υπότιτλο» στα Δεκεμβριανά, αν τα αποτιμούσατε με λίγες λέξεις, πώς θα τα αποκαλούσατε; «Προανάκρουσμα του Εμφυλίου», «πρώτη πράξη του Ψυχρού Πολέμου», «τέλος της αντιφασιστικής συμμαχίας», «σημείο καμπής» μετά το οποίο αρχίζει η κάμψη της Αριστεράς;

3. Πώς καταγράφεται ο Δεκέμβρης στη συλλογική μνήμη των αριστερών, αμέσως μετά τη λήξη του αλλά και αργότερα; Είναι ο «κόκκινος Δεκέμβρης», ο «μεγάλος Δεκέμβρης», κυριαρχεί η αίσθηση της ήττας (ηρωικής ή μη), της χαμένης ευκαιρίας, των λαθών, της ξένης παρέμβασης; Ποιες τομές μπορούμε να διακρίνουμε, στη μνήμη αυτή;

Η ήττα ενός πρωτόγνωρου κινήματος

1. Τα Δεκεμβριανά, ήδη λίγο μετά την αποχώρηση του ΕΛΑΣ από την Αθήνα, εγγράφηκαν στη δημόσια σφαίρα ως ένα «όργιο» βίας και εκτελέσεων από την πλευρά της Αριστεράς. Η λεγόμενη «πτωματολογία» συνεχίστηκε για δεκαετίες, με αποτέλεσμα τα Δεκεμβριανά να αποκοπούν από τη συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία, τη βία της Κατοχής και των Ταγμάτων Ασφαλείας, τις μάχες στους δρόμους της Αθήνας και να «ξεχαστεί» η βρετανική στρατιωτική επέμβαση, οι βομβαρδισμοί συνοικιών, οι χιλιάδες συλλήψεις αριστερών. Τα Δεκεμβριανά ουσιαστικά έγιναν μετωνυμία για την κομμουνιστική βία και τις συνέπειες μιας ενδεχόμενης ανόδου των κομμουνιστών στην εξουσία. Επιπλέον, εντάχθηκαν στο σχήμα των «τριών γύρων», και άρα σε μια συνολικότερη αφήγηση για τη βία της Αριστεράς, η οποία δεν χρειάστηκε «αναδιαπραγμάτευση» αλλά αντίθετα επανέκαμψε τα τελευταία χρόνια. Σε αυτή την εξέλιξη συνέτεινε και η αμηχανία της Αριστεράς για τις εκτελέσεις στη διάρκεια των Δεκεμβριανών. Ας μου επιτραπεί, όμως, να κάνω μια γενικότερη διαπίστωση. Απέναντι στο τραυματικό και διαιρετικό παρελθόν των Δεκεμβριανών, η Αριστερά άρθρωσε έναν αναστοχαστικό λόγο, είτε μιλώντας για «λάθη» και «υπερβασίες» είτε στηλιτεύοντας την εργαλειακή χρήση της βίας. Η Δεξιά ποτέ δεν προσέγγισε τα Δεκεμβριανά αναστοχαστικά αλλά ως πεδίο δικαίωσής της.
2. Αυτό που κατά τη γνώμη μου σηματοδοτούν είναι η ήττα ενός πρωτόγνωρου σε μαζικότητα κινήματος που συνδύαζε την εθνική απελευθέρωση με τη δυναμική της κοινωνικής επανάστασης. Τα Δεκεμβριανά «κλείνουν» την περίοδο της Κατοχής, και από αυτή την άποψη θα μπορούσαν να θεωρηθούν η κρίσιμη καμπή στη δεκαετία του 1940. Η σύγκρουση των Δεκεμβριανών δημιούργησε μια βαθιά ρήξη ανάμεσα στη Δεξιά και την Αριστερά, αλλά η πόλωση αυτή δεν οδηγούσε αναγκαστικά σε μια νέα ένοπλη αναμέτρηση. Θα πρέπει, πιστεύω, να είμαστε δύσπιστοι σε τελεολογικές προσεγγίσεις της Ιστορίας και να προσπαθούμε να αντιληφθούμε την Ιστορία ως μια δυναμική διαδικασία που τη διαμορφώνουν τα δρώντα υποκείμενα.
3. Στη συλλογική μνήμη της Αριστεράς τα Δεκεμβριανά ήταν --και παραμένουν-- καταγραμμένα ως η «ιστορική στιγμή» και ταυτόχρονα ως η στρατηγική ήττα για την οποία ευθύνεται η ηγεσία. Η ίδια η ηγεσία προσπάθησε να κατασιγάσει τη διαφωνία και να υπερασπιστεί την ορθότητα των επιλογών της σε πρώτη φάση, αν και πολύ γρήγορα η συζήτηση κινήθηκε στην κατεύθυνση της αναζήτησης λαθών και της απόδοση ευθυνών. Η «λαθολογία» εμπόδισε την κατανόηση της εξαιρετικά σύνθετης κατάστασης που επικρατούσε την ελληνική κοινωνία μετά την Απελευθέρωση. Επιπλέον η ήττα στα Δεκεμβριανά και στη συνέχεια η ήττα στον Εμφύλιο οδήγησαν την Αριστερά μεταπολεμικά στο να αποσιωπήσει την επαναστατική διάσταση του κινήματος στη δεκαετία του 1940 και να τονίσει είτε την εθνικοαπελευθερωτική διάσταση είτε την ταυτότητα του θύματος, λόγω της «λευκής τρομοκρατίας», των διώξεων και των εκτελέσεων των πολιτικών κρατουμένων. Αυτό άλλαξε σχετικά πρόσφατα, μετά το 2000, αλλά δεν αφορά τόσο τη μνήμη αλλά συνολικά τον τρόπο προσέγγισης και ερμηνείας της επίμαχης δεκαετίας.

Πολυμέρης Βόγλης


Η διχασμένη συλλογική μνήμη της Αριστεράς

1. Δεδομένου ότι τα Δεκεμβριανά συνιστούν την κρίσιμη στρατιωτική και πολιτική ήττα της εαμικής Αριστεράς, το λεγόμενο «αναθεωρητικό» ρεύμα δεν χρειάζεται να επινοήσει καινούργιες ερμηνείες. Αρκείται να επαναλάβει την άποψη περί «δεύτερου γύρου» (στο πλαίσιο του γνωστού αντικομμουνιστικού σχήματος των τριών γύρων) και να επιμείνει στην ανάδειξη εγκλημάτων που διαπράχθηκαν κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων (ομαδικές εκτελέσεις, ομηρία κτλ). Η ηρωική μνημόνευση των υπερασπιστών του Μακρυγιάννη περνά έτσι σε δεύτερο πλάνο και τις αντίστοιχες τελετές διεκδικεί πλέον δυναμικά η Χρυσή Αυγή. Για τη συγκεκριμένη περίοδο, από την Απελευθέρωση ως τη Βάρκιζα, το «αναθεωρητικό» ρεύμα δεν επικεντρώνεται επομένως στα γεγονότα της πρωτεύουσας, αλλά στη λεγόμενη εαμοκρατία στην υπόλοιπη χώρα, με στόχο να την ταυτίσουν με ένα αυταρχικό και ολοκληρωτικό καθεστώς σταλινικού τύπου.
2. Η Δεκεμβριανή σύγκρουση στην Αθήνα αποτελεί χρονικά κομβικό σημείο, το οποίο τέμνει τη δεκαετία του 1940 σε δύο σαφώς διακριτές υποπεριόδους. Η στρατιωτική και πολιτική ήττα της εαμικής Αριστεράς στην Αθήνα καταγράφει το τέλος της ανοδικής πορείας του αντιστασιακού κινήματος, το τέλος των ελπίδων για κοινωνική αλλαγή. Η ήττα επέφερε τη ριζική αναδιάταξη των πολιτικών --και ως ένα βαθμό και των κοινωνικών-- συσχετισμών, τραυμάτισε, ακόμη και ηθικά, το πρόταγμα της Επανάστασης, ανοίγοντας έτσι τον δρόμο για την επέλαση της Αντεπανάστασης. Παρ' όλα αυτά, δεν μπορούμε να θεωρήσουμε τα Δεκεμβριανά ούτε ως «προανάκρουσμα του Εμφυλίου», ο οποίος θα ξεσπάσει μετά από ενάμιση χρόνο, ούτε ως το «τέλος της αντιφασιστικής συμμαχίας», αφού η βρετανική στρατιωτική επέμβαση στην Αθήνα, πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο των (έστω και άτυπων) συμφωνιών που είχαν προηγηθεί μεταξύ των τριών Συμμάχων. Το γεγονός ότι η αντιφασιστική συμμαχία ήταν ήδη φανερό πως θα είχε σύντομη ημερομηνία λήξης, δεν επιτρέπει την αναδρομική ανάγνωση των γεγονότων.
3. Η συλλογική μνήμη της Αριστεράς για τον Δεκέμβρη υπήρξε εξαρχής διχασμένη, αφού όφειλε να συγκεράσει δύο τελείως διαφορετικές πραγματικότητες. Αφενός την ηρωική αντίσταση του λαού της Αθήνας, επί 33 μέρες, απέναντι σε μια απροκάλυπτη ξένη επέμβαση γιγαντιαίων διαστάσεων -- τα βρετανικά στρατεύματα, συνεπικουρούμενα από αεροπορία και ναυτικό, ξεπέρασαν τις 70.000 άνδρες και έδρασαν, σύμφωνα με τα λόγια του Τσώρτσιλ, σαν να βρίσκονταν σε χώρα υπό κατοχή. Αφετέρου όμως τις τραγικές συνέπειες της ήττας και το αίσθημα της ματαίωσης ενός τρίχρονου αγώνα και της ελπίδας που είχε δημιουργήσει αυτός. Και οι δύο αυτές όψεις της μνήμης συνυπάρχουν διαχρονικά και συχνά εκφράζονταν ταυτόχρονα, ακόμη και από τα ίδια άτομα. Η κατά καιρούς πρωτοκαθεδρία της μιας ή της άλλης αφορούσε κυρίως τα ηγετικά κομματικά κλιμάκια, ανάλογα με τις πολιτικές επιλογές της συγκυρίας.

Ηλίας Νικολακόπουλος

Τέλος και αρχή

1. Τι ήταν, εντέλει, ο Δεκέμβρης του 1944; Αν ο διάλογος των ιστορικών τον έχει αποτιμήσει ως «τέλος και αρχή», για να υιοθετήσω τον εύστοχο όρο του Χρήστου Χατζηιωσήφ, δηλαδή «το τέλος της αρχής ή την αρχή του τέλους» στη διαδικασία της ομαλής μετάβασης από την Κατοχή στον αντιφασισμό και τη δημοκρατία, είναι σαφές ότι ο δημόσιος λόγος δεν έχει ακόμη διασταυρωθεί με τη συναίνεση. Έντονα ιδεολογικές ως προς το περιεχόμενό τους και χρωματισμένες κάθε φορά από την πολιτική τοποθέτηση του εκφέροντος, συλλογικού ή ατομικού, υποκειμένου οι απόψεις που κατατίθενται μέχρι τις μέρες μας στη δημόσια σφαίρα αναπαράγουν εύκολα τα στερεότυπα. Εγκλωβίζονται, εν ολίγοις, στο παρελθόν, αναπαράγοντας με ευκολία άλλοτε το σχήμα των τριών γύρων της «κομμουνιστικής ανταρσίας», στην οποία αποδίδουν πλέον «μεγαλόψυχα» τον χαρακτηρισμό του εμφυλίου πολέμου και άλλοτε την ενοχική στάση και την λαθολογία της κομμουνιστικής ή και της ευρύτερης Αριστεράς. Οι πρώτοι ξεχνούν ο «δεύτερος γύρος», δηλαδή τα Δεκεμβριανά, είναι αυτός που τους επέτρεψε να επινοήσουν τον «πρώτο» αλλά και που οδήγησε στον «τρίτο», δηλαδή στον Εμφύλιο Πόλεμο των χρόνων 1946-49. Οι δεύτεροι τρομάζουν να παραδεχτούν τις υπερβάσεις αλλά και τη βία που μπορεί να εμπεριέχει μια «καταδικασμένη» κοινωνική επανάσταση.
2-3. Tα Δεκεμβριανά εγγράφονται ως αποτέλεσμα της «υποθηκευμένης», από το καλοκαίρι του 1944, ομαλής εξέλιξης στην Ελλάδα. Στην ουσία τους, συνδέονται με μια «κοινωνική επανάσταση» που συντελέστηκε στα χρόνια της Κατοχής και ανασχέθηκε με την παρέμβαση των Συμμάχων. Από την άποψη αυτή, ο Δεκέμβρης του '44 είναι η στιγμή της έκρηξης κοινωνικών αντιθέσεων που οξύνθηκαν μέσα από τη ριζοσπαστικοποίηση των λαϊκών και μεσαίων στρωμάτων και τροφοδοτήθηκαν από παλαιότερα πάθη και νεότερες εντάσεις. Στη διάρκειά τους, η αναμέτρηση μεταξύ της εαμικής Αντίστασης και των φιλομοναρχικών κομμουνιστοφοβικών δυνάμεων υπερέβη τις διαστάσεις της απλής σύρραξης λόγω της βρετανικής εμπλοκής. Με λίγα λόγια, ο «μεγάλος «Δεκέμβρης» είναι το κορύφωμα της δυναμικής που απέκτησε --συνεργεία των συμμάχων-- η κοινωνική σύγκρουση στη χώρα.
Για μένα, σημασία δεν έχουν οι υπότιτλοι ή οι υπέρτιτλοι. Ναι, ο Δεκέμβρης, όπως και όλη η Αντίσταση --γιατί αυτά τα δυο είναι αλληλένδετα--, ήταν η μεγάλη στιγμή της Αριστεράς, ή, καλύτερα, των ανθρώπων που συνδέθηκαν με το όραμά της και μυήθηκαν σε μια νέα κουλτούρα συμμετοχής και αλληλεγγύης. Μετά τον Δεκέμβρη τίποτα δεν ήταν όπως πριν.
Η χώρα μπήκε σε άλλη τροχιά και κατέκτησε θλιβερές πρωτιές, όπως ο διωγμός των μαχητών της Αντίστασης ή η καταξίωση των δωσίλογων και η ενσωμάτωσή τους στο κράτος. Έμεινε, ωστόσο, αυτή η περήφανη γενιά των Επονιτών που φυλλορροεί στις μέρες μας, να μας θυμίζει ότι δεν μετάνιωσε για τις επιλογές της. Και αυτό το τελευταίο, ας το κρατήσουμε: και ως στάση ζωής, αλλά και γιατί απαντάει, έμμεσα αλλά νομίζω σαφώς, στο ερώτημα για την αριστερή μνήμη και τις διαδρομές της.
Ιωάννα Παπαθανασίου

Δεκεμβριανά 1944: το παρελθόν και οι χρήσεις του
Κεντρικό κτίριο Πανεπιστημίου Αθηνών (Προπύλαια)

Παρασκευή 12 Δεκεμβρίου
14.30-15.00: Εισαγωγική ομιλία. Πολυμέρης Βόγλης, Ιωάννα Παπαθανασίου
15.00-15.45: Φωτογραφικές απεικονίσεις (Μανόλης Κασιμάτης, Γεωργία Ιμσιρίδου). 16.00-17.30: Η πόλη της Αθήνας ως πεδίο μάχης (Μανόλης Αρκολάκης, «Τα οδοφράγματα: φωτογραφική αφήγηση της επαναστατικής διαδικασίας», Πέτρος Φωκαΐδης «Η ανατίναξη της Πολυκατοικίας Μιχαηλίδη στα Εξάρχεια», Ελένη Κυραμαργιού, «Συγκρούσεις και οδοφράγματα στη Δραπετσώνα»). 17.45-19.30: Στρατός, Βρετανοί και στρατευμένη Δεξιά (Τάσος Σακελλαρόπουλος, «Η δημιουργία του ΙΔΕΑ. Ο Δεκέμβριος 1944 ως τομή στο εσωτερικό του σώματος των αξιωματικών», Μενέλαος Χαραλαμπίδης, «Οι Βρετανοί στη Μάχη της Αθήνας», Κώστας Κατσούδας, «Η "Χ" στην Κατοχή και τα Δεκεμβριανά»).
21.00: «Το σώμα κάθε Δεκέμβρη». Μια ομιλία/παράσταση του χορογράφου Κωνσταντίνου Μίχου. Ελεύθερο Αυτοδιαχειριζόμενο Θέατρο Εμπρός (Ρήγα Παλαμήδη 2, Ψυρρή).
Σάββατο 13 Δεκεμβρίου
10.00-11.30: Μεταξύ γεγονότων και μύθων (Δανάη Γιαννοπούλου, «Ο Δεκέμβρης του '44 μέσα από τις εφημερίδες της εποχής», Ιάκωβος Ανυφαντάκης, «Οι τρεις θάνατοι της Ελένης Παπαδάκη», Έλενα Πατρικίου, «Και πάλι για την δολοφονία της Ελένης Παπαδάκη. Πολιτικές χρήσεις και ιδεολογικές καταχρήσεις του μοντερνισμού και της αναβίωσης της τραγωδίας»). 11.45. Τα Δεκεμβριανά εκτός των τειχών (Μάριος Αθανασόπουλος, «Η "λαοκρατία" στη Μεσσηνία», Στράτος Δορδανάς, Ελένη Πασχαλούδη, «Η Εαμοκρατία στη Θεσσαλονίκη»). 13.00: Διαστάσεις της σύγκρουσης. Αθανάσιος Παπαντωνίου («Το στρατόπεδο της ΟΥΛΕΝ και η εθνική πολιτοφυλακή Κάτω Πατησίων», Κώστας Παλούκης, «Ενδοαριστερή βία: κομματικοί εναντίον τροτσκιστών/αρχειομαρξιστών»). 15.30-17.15: Διαστάσεις της σύγκρουσης, ΙΙ (Τάσος Κωστόπουλος, «Η "κόκκινη βία" του Δεκέμβρη», Φίλιππος Κάραμποτ, Αλεξάνδρα Πατρικίου, «Η εμπειρία της ομηρίας», Ιωάννα Παπαθανασίου, «Αιχμάλωτοι των Εγγλέζων. Από το Γουδί στην Ελ Ντάμπα»). 17.30-19.30. Η μνήμη του Δεκέμβρη. (Πολυμέρης Βόγλης, «Η μνήμη του Δεκέμβρη στα χρόνια 1945-1947». Ελένη Κούκη, «Η χούντα και το νόημα των Δεκεμβριανών», Ελένη Στριφτόμπολα, «Όταν η εθνική συμφιλίωση συναντά το Δεκέμβρη: η επίσημη αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης το 1982», Μάγδα Φυτιλή, «Στη δεκαετία του '80: "Ημέρα εθνικής περισυλλογής ή ηρωικής αντίστασης;"»).
19.30: Συμπεράσματα. Ηλίας Νικολακόπουλος.
Κυριακή 14 Δεκεμβρίου: Ιστορικός περίπατος
«Αναζητώντας τα ίχνη των Δεκεμβριανών. Μια ιστορική περιήγηση στο κέντρο της Αθήνας (Εξάρχεια-Ομόνοια-Μεταξουργείο)». Εκκίνηση: 11.30 π.μ., Πλατεία Κάνιγγος.


Αναδημοσίευση από http://www.avgi.gr/article/5112909/dekembriana-1944-parelthon-kai-paron

Μια σύγκρουση που ερχόταν από το παρελθόν

Πολυμέρης Βόγλης

Η μάχη της Αθήνας αφορούσε το μέλλον, δηλαδή το μεταπολεμικό καθεστώς στην Ελλάδα, αλλά ερχόταν από το παρελθόν. Η σκληρότητα των συγκρούσεων και η βία των Δεκεμβριανών μοιάζουν ανεξήγητες αν δεν συνδεθούν με όσα είχαν συμβεί στην πρωτεύουσα το τελευταίο διάστημα της Κατοχής. Από την άνοιξη του 1944 ως και λίγες ημέρες πριν από την αποχώρηση των Γερμανών η Αθήνα είχε μετατραπεί σε πραγματικό πεδίο μάχης. 

Οι «κόκκινες» συνοικίες της πρωτεύουσας, όπως η Καισαριανή, ο Βύρωνας, η Καλλιθέα, η Κοκκινιά, είχαν μπει επανειλημμένα στο στόχαστρο των γερμανικών δυνάμεων και των Ταγμάτων Ασφαλείας, με μπλόκα, εκτελέσεις και συλλήψεις, οι οποίες προκάλεσαν εκατοντάδες θύματα στις τάξεις του ΕΑΜ. 

Το μίσος που είχαν προκαλέσει η αιματηρή δράση των Ταγμάτων Ασφαλείας, αλλά και η επανεμφάνισή τους στα Τάγματα Εθνοφυλακής, στο πλευρό της κυβέρνησης αυτή τη φορά, κατά τα Δεκεμβριανά μπορεί, τουλάχιστον μέχρι ενός βαθμού, να εξηγήσει την αγριότητα της σύγκρουσης και τη βία του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. 

Στη διάρκεια των Δεκεμβριανών, όταν η σύγκρουση είχε κορυφωθεί, η Εθνική Πολιτοφυλακή, που διαδέχτηκε την Οργάνωση Περιφρούρησης Λαϊκού Αγώνα (ΟΠΛΑ), ανέλαβε να αποδώσει μια ιδιότυπη «επαναστατική» δικαιοσύνη με στόχο την εκκαθάριση των αντιπάλων στις συνοικίες που ήλεγχε ο ΕΛΑΣ. Πραγματικοί ή υποτιθέμενοι συνεργάτες των Γερμανών, αστοί, αξιωματικοί, «αντιδραστικοί», «ύποπτοι», τροτσκιστές συνελήφθησαν, υποβλήθηκαν σε πολύωρες ανακρίσεις, πέρασαν από «λαϊκά δικαστήρια» με συνοπτικές διαδικασίες και στη συνέχεια εκτελέστηκαν. 

Σε κάποιες περιπτώσεις οι εκτελέσεις ήταν μαζικές (όπως π.χ. στο Περιστέρι, στο Γαλάτσι και στην Κυψέλη) και τα θύματα θάφτηκαν πρόχειρα σε ομαδικούς τάφους. Πέρα από την (αρνητική) μυθολογία που περιβάλλει την ΟΠΛΑ, τις «υπερβασίες» που κατήγγειλε αργότερα το Κομμουνιστικό Κόμμα και τη διόγκωση του αριθμού των θυμάτων της, με τη συναφή μεταπολεμική προπαγάνδα, οι εκτελέσεις έδειχναν την πολιτική εργαλειοποίηση της βίας στη διάρκεια μιας σκληρής εμφύλιας σύγκρουσης.

Τα Δεκεμβριανά ήταν η πιο αιματηρή σύγκρουση στην Ελλάδα κατά τη δεκαετία του 1940. Οι νεκροί των συγκρούσεων στην Αθήνα, που κράτησαν τριάντα τρεις ημέρες, υπερβαίνουν κατά πολύ τον αριθμό των θυμάτων τόσο των κατοχικών εμφύλιων συγκρούσεων όσο και των μεγάλων μαχών του Εμφυλίου, που επρόκειτο να ακολουθήσει. Αν και είναι δύσκολο να υπολογιστεί ο ακριβής αριθμός, περίπου 1.500 νεκρούς είχε ο ΕΛΑΣ, 700-800 οι κυβερνητικές δυνάμεις και 250 οι Βρετανοί. Το βαρύτερο τίμημα πλήρωσε ο άμαχος πληθυσμός, καθώς οι νεκροί ίσως να έφτασαν και τους 3.000, ανάμεσά τους εκατοντάδες ήταν τα θύματα των βρετανικών βομβαρδισμών. 

Επιπλέον, 12.000 αριστεροί συνελήφθησαν από τους Βρετανούς, εκ των οποίων οι 8.000 μεταφέρθηκαν σε στρατόπεδα στη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική, όπου κρατήθηκαν κάτω από άθλιες συνθήκες για αρκετούς μήνες. Από την άλλη πλευρά ο ΕΛΑΣ συνέλαβε περίπου 15.000 άτομα στη διάρκεια των Δεκεμβριανών, οι περισσότεροι από τους οποίους μετά τη λήξη των μαχών μετατράπηκαν σε ομήρους και οδηγήθηκαν σε στρατόπεδα μακριά από την Αθήνα. 

Οι όμηροι του ΕΛΑΣ πέρασαν μια αφάνταστα σκληρή δοκιμασία, καθώς υποχρεώθηκαν σε πολύωρες, εξαντλητικές πορείες μέσα από ορεινούς, χιονισμένους δρόμους, χωρίς τα κατάλληλα ρούχα και υποδήματα, και με ελάχιστο φαγητό καθώς ο ΕΛΑΣ δεν διέθετε επαρκή τρόφιμα για να τους σιτίσει. Οι όμηροι του ΕΛΑΣ αφέθηκαν ελεύθεροι αμέσως μετά την κατάπαυση του πυρός στις 15 Ιανουαρίου 1945, αλλά δεν συνέβη το ίδιο και με τους συλληφθέντες από τους Βρετανούς και τις κυβερνητικές δυνάμεις καθώς διερευνούνταν κατηγορίες εναντίον τους για εγκλήματα κατά τη διάρκεια των Δεκεμβριανών και οι φυλακές άρχισαν να γεμίζουν με αριστερούς πολιτικούς κρατουμένους.

Η βία δεν είναι ο μοναδικός λόγος για τον οποίο τα Δεκεμβριανά αποτελούν καμπή στη δεκαετία του 1940. Είναι η μοναδική περίπτωση στη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου στην οποία συμμαχικά στρατεύματα πολέμησαν κατά της Αντίστασης, έχοντας μάλιστα στο πλευρό τους και πρώην ένοπλους συνεργάτες του Αξονα. Γενικότερα, η άμεση συμμετοχή τόσο πολλών βρετανικών στρατευμάτων στην ενδοελληνική σύγκρουση του Δεκεμβρίου του 1944 αποτελεί μοναδική περίπτωση στρατιωτικής επέμβασης ξένης δύναμης στην ελληνική ιστορία. 

Ταυτόχρονα, η κυβέρνηση, καθώς στηριζόταν στρατιωτικά σε μια ξένη δύναμη για να διατηρήσει την εξουσία της απέναντι στον εσωτερικό αντίπαλο, είχε αποδεχτεί τον περιορισμό της παραδοσιακά νοούμενης εθνικής κυριαρχίας. 

Από αυτή την άποψη, τα Δεκεμβριανά προεικόνιζαν τη συνθήκη περιορισμένης κυριαρχίας που θα επικρατήσει τα επόμενα χρόνια, δηλαδή την εξάρτηση του ελληνικού αστικού κόσμου από τις ξένες δυνάμεις και την αποφασιστικότητα των ξένων δυνάμεων να επέμβουν στην Ελλάδα για να διατηρήσουν το καθεστώς απέναντι στην πρόκληση της Αριστεράς. Τέλος, τα Δεκεμβριανά ως επαναστατική «στιγμή» θα στοιχειώσουν το φαντασιακό του αστικού κόσμου. 

Η Ελλάδα ήταν μια χώρα χωρίς παρελθόν κοινωνικών επαναστάσεων και ο κίνδυνος του κομμουνισμού προπολεμικά ήταν τεχνητά διογκωμένος. Τα Δεκεμβριανά θα φέρουν αντιμέτωπο τον αστικό κόσμο με την απειλή της επανάστασης. Τους επόμενους μήνες οι αναφορές στα Δεκεμβριανά θα είναι συνεχείς· θα υπενθυμίζουν ότι η απειλή είναι υπαρκτή, άμεση και διαρκής και ο αντίπαλος θα πρέπει να συντριβεί, για να μην επαναληφθούν.

Ο κ. Πολυμέρης Βόγλης είναι αναπληρωτής καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας.

Αναδημοσίευση από http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=657080

Τα Δεκεμβριανά στον ευρύ ιστορικό ορίζοντα

 Αντώνης Λιάκος

Τα Δεκεμβριανά θεωρήθηκαν και τότε, και στα χρόνια του Ψυχρού πολέμου ως απόπειρα των
κομμουνιστών να καταλάβουν βίαια την εξουσία. Η προσέγγιση αυτή αφήνει μερικά ερωτηματικά αναπάντητα. Γιατί η απόπειρα αυτή δεν έγινε τον Οκτώβριο, αμέσως μετά την αποχώρηση των Γερμανών, όταν η Ελλάδα μετεωριζόταν σε κενό εξουσίας. Γνωρίζουμε πως το ΚΚΕ είχε καταστρώσει έγκαιρα επιτελικά σχέδια για την κατάληψη της Αθήνας. Γιατί δεν τα πραγματοποίησε; Ακόμη και όταν ξέσπασαν τα Δεκεμβριανά, ο κύριος όγκος των δυνάμεων του ΕΛΑΣ δεν μετακινήθηκε προς την πρωτεύουσα, ούτε πήρε μέρος στη μάχη της Αθήνας. Στην Μακεδονία και στη Θράκη ο ΕΛΑΣ συνέχιζε να συνεργάζεται με τους Aγγλους. Στην Αθήνα οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ επιτίθονταν σε αστυνομικά τμήματα και κρατικά κτήρια, αλλά δεν υπήρχε σχέδιο ούτε σαφείς διαταγές τι να κάνουν όταν βρίσκονταν αντιμέτωποι με στρατιώτες της Κοινοπολιτείας.

Τα Δεκεμβριανά πρέπει να ιδωθούν σε έναν ευρύτερο ιστορικό ορίζοντα. Γιατί στην Ελλάδα η Αντίσταση, πήρε αυτό το ριζοσπαστικό και συγκρουσιακό χαρακτήρα που την έφερε από τις πρώτες μέρες σε αντιπαράθεση με το κράτος, την αστυνομία και τη χωροφυλακή, τον παλιό πολιτικό κόσμο; Το γεγονός ότι πήραν την πρωτοβουλία οι κομμουνιστές, άρα κυριάρχησαν πολιτικά, δεν είναι επαρκής εξήγηση. Γιατί το ΚΚΕ, ένα άσημο κόμμα που είχε αποδεκατιστεί από τη δικτατορία του Μεταξά και σπαρασσόταν από έριδες, αναδείχτηκε σε βασικό παράγοντα των ελληνικών εξελίξεων μέσω της Αντίστασης;

 Δεν ήταν το ΚΚΕ που ανέδειξε την Αντίσταση, αλλά η Αντίσταση που ανέδειξε το ΚΚΕ. Βεβαίως είχε αναδείξει έναν πολιτικό ακτιβιστή νέου τύπου, αφοσιωμένο, που προερχόταν από τα λαϊκά στρώματα και σ' αυτά απευθυνόταν. Σε αντιδιαστολή, η απροθυμία του παλιού πολιτικού κόσμου να οργανώσει μια μορφή διαμαρτυρίας και αντίστασης απέναντι στους κατακτητές έδειξε την αδυναμία του. Λειτουργούσε στα πλαίσια κομματικών πελατειακών δικτύων και με όρους που προσιδίαζαν περισσότερο στον 19ο αιώνα παρά στην εποχή της εισόδου των μαζών στην πολιτική. Αυτά τα δίκτυα είχαν διαλυθεί από τη δικτατορία του Μεταξά και την κατοχή. Επομένως το φαινόμενο Αντίσταση ήταν μια απάντηση στη συγκυρία του πολέμου αλλά και σε παλιούς λογαριασμούς από την προπολεμική περίοδο.

Παρά το γεγονός ότι στο Μεσοπόλεμο είχαν γίνει αρκετά βήματα για τον εκσυγχρονισμό του κράτους, της γεωργίας και για την εγκατάσταση των προσφύγων, ωστόσο δεν είχε σημειωθεί καμιά πρόοδος ως προς την αφομοίωση των νέων πληθυσμών, την εμπέδωση αισθήματος δικαιοσύνης, αναλογικού καταμερισμού των θυσιών, συμμετοχής στις πολιτικές διαδικασίες, κοινωνικών μεταρρυθμίσεων.

Ο χωροφύλακας, ο δικαστής, ο εφοριακός, οι αρχές ήταν απόμακρες, γραφειοκρατικές και δεσποτικές απέναντι στους αγρότες αλλά και στους πρόσφυγες, στις μειονότητες, και στους εσωτερικούς μετανάστες των πόλεων, τους οποίους αντιμετώπιζαν εν πολλοίς με αποικιακό τρόπο. Οι απεργίες αντιμετωπίζονταν με υπέρμετρη βία, πυροβολισμούς στο πλήθος, πολλούς νεκρούς, εκτοπίσεις χωρίς δικαστήρια και καταδίκες που ποινικοποιούσαν το φρόνημα.

Η δικτατορία του Μεταξά ήταν μια τυραννία των σωμάτων ασφαλείας και πριν από αυτή, η περίοδος 1933-35 είχε ανοίξει ένα χάσμα αξιοπιστίας ανάμεσα στους πολιτικούς ηγέτες και στους οπαδούς τους, ανάμεσα στους μοναρχικού και στους δημοκρατικούς. Τα χάσματα αυτά ήταν ανοιχτά και διευρύνθηκαν ακόμη περισσότερο στα χρόνια της κατοχής.

Παρατηρώντας την Ευρώπη συνολικά, διαπιστώνουμε ότι στις χώρες που εισέβαλαν ή αποβιβάστηκαν μεγάλες συμμαχικές δυνάμεις, το γεγονός αυτό καθόρισε την μελλοντική πορεία τους. Αυτό συνέβη τόσο στη Γαλλία και την Ιταλία, όπου αποβιβάστηκαν Αγγλοαμερικανικές δυνάμεις, όσο και στην κεντροανατολική Ευρώπη και στα Βαλκάνια, όπου εισέβαλε ο Κόκκινος στρατός.

Η παρουσία μεγάλων στρατευμάτων σε διάταξη μάχης απέτρεπε κάθε σκέψη να τεθεί σε αμφιβολία η κρατική εξουσία που εγκαθιδρυόταν υπό την αιγίδα τους, καλύπτοντας το έδαφος που άφηναν καθώς υποχωρούσαν οι Γερμανοί. Η Ελλάδα δεν ανήκε σε καμιά από τις δυο περιπτώσεις. Δεν ανήκε στα κύρια πεδία που κρίθηκε ο πόλεμος, δεν εισέβαλαν ούτε οι Δυτικοί σύμμαχοι, ούτε οι Σοβιετικοί για να διώξουν τους Γερμανούς. Αποχώρησαν αφήνοντας ένα κενό εξουσίας (και έχοντας βέβαια υποθάλψει την εμφύλια σύγκρουση). Κάτω από αυτούς τους όρους ήταν αναμενόμενο η πορεία της χώρας να διακυβευτεί με όρους σύγκρουσης.

Αν θεωρήσουμε πάντως ότι ήδη μέσα από την κατοχή μια εμφύλια αναμέτρηση εγκυμονούνταν, τότε η εαμική αντίσταση την έδωσε με τους χειρότερους όρους. Ούτε όλες τις δυνάμεις της μπόρεσε να χρησιμοποιήσει, αλλά μόνο ένα ελάχιστο μέρος τους, ούτε τις καλύτερες αλλά μόνο εφεδρικές, ούτε είχε την πρωτοβουλία των κινήσεων και την ανάλογη υλική και ψυχολογική προετοιμασία. Η τύχη της χώρας κρίθηκε οριστικά και έγκαιρα με τρόπο ανέλπιστα ευνοϊκό για τον αστικό προσανατολισμό της. Διαφορετικά, μια γενίκευση της σύγκρουσης σε όλη τη χώρα και μια παράτασή της έως μετά τη λήξη του πολέμου τον Μάιο του 1945, θα είχε δραματικότερη και ενδεχομένως άδηλη έκβαση. «Θείο δώρο» χαρακτήρισε ο τότε πρωθυπουργός Γεώργιος Παπανδρέου τα Δεκεμβριανά (Καθημερινή 2.3.1948).

Η επόμενη μέρα από το τέλος του πολέμου δεν ήταν ούτε αισιόδοξη ούτε ανακουφιστική. Γκρίζα μέρα δεν ξημέρωσε όμως μόνο στην Ελλάδα. Βορείως των ελληνικών συνόρων, στις χώρες που εγκαθιδρύονταν οι Λαϊκές Δημοκρατίες, την ίδια περίοδο βρίσκονταν σε εξέλιξη εκκαθαρίσεις, εκτελέσεις, φυλακίσεις, εξορίες, αποκλεισμοί, νόθες εκλογές. Ο πόλεμος είχε καταστρέψει το κύρος του παλαιού καθεστώτος, όπως άλλωστε στις περισσότερες εμπόλεμες χώρες. Το κράτος είχε διαλυθεί και ξαναφτιαχτεί, αλλά η νομιμότητα δεν είχε επανεγκαθιδρυθεί.

Για να ζήσεις φυσιολογικά σ' όλα τα προηγούμενα χρόνια, έπρεπε να παραβιάζεις το νόμο, τους νόμους των κατακτητών, αλλά και τους νόμους των ανταρτών. Βία, κρυψίνοια κυνισμός και δόλος είχαν γίνει συστατικά στοιχεία της καθημερινής ζωής. Καθώς πολλαπλασιάστηκαν οι φορείς τη βίας, εφόσον το κράτος έχασε το μονοπώλιό της, η εξουσία ασκούνταν χωρίς θεσμικούς περιορισμούς. Η κατοχή μετασχημάτισε τον δημογραφικό, τον πολιτικό και τον ιδεολογικό χάρτη της χώρας. Χάθηκαν οι εβραϊκές κοινότητες, ανάμεσα στον πληθυσμό υπήρχαν διαχωριστικές γραμμές αίματος, τα τραύματα έμεναν ανεπούλωτα. Για πολλά χρόνια έπειτα, οι άνθρωποι που ενηλικιώθηκαν μέσα στον πόλεμο θα αντιλαμβάνονταν τον κόσμο με τους όρους πολέμου και σύγκρουσης.

Ο κ. Αντώνης Λιάκος είναι καθηγητής της Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Αναδημοσίευση από http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=657078

Κυριακή, 7 Δεκεμβρίου 2014

Πώς φτάσαμε στη σύγκρουση

Γιώργος Πετρόπουλος

Ο Δεκέμβρης του ‘44 είναι μήνας-ορόσημο της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Οσα οδήγησαν στην
Βρετανική περίπολος προσπερνά πτώματα κρατουμένων που
είχαν προσπαθήσει να δραπετεύσουν από τις φυλακές Αβέρωφ
αιματηρή σύγκρουση εκείνον τον εμβληματικό μήνα και όσα ακολούθησαν καθόρισαν σε μεγάλο βαθμό την πορεία αυτού του τόπου για τις επόμενες δεκαετίες. Πολλά έχουν γραφτεί από τότε, πολλά όμως έμειναν στην αφάνεια. Αλλωστε οι περισσότεροι πρωταγωνιστές εκείνων των γεγονότων δεν ζουν πια.

Πριν από λίγους μήνες αφιερώσαμε πολλές σελίδες στο 1944, φιλοξενώντας μια σειρά άρθρων από νέους ιστορικούς, που επιχείρησαν να καλύψουν σε πλάτος και βάθος τα ίχνη αυτής της σημαδιακής χρονιάς. Τώρα, με την ευκαιρία των 70 χρόνων από τον Δεκέμβρη του ’44, ξεκινάμε μια νέα σειρά άρθρων που φωτίζουν σκοτεινές πλευρές ή αποκαλύπτουν νέα στοιχεία. Σήμερα το πρώτο άρθρο για τις αιτίες της σύγκρουσης. Θα συνεχίσουμε αύριο και μεθαύριο, ενώ στο φύλλο του Σαββατοκύριακου θα του αφιερώσουμε ένα οκτασέλιδο. Με άλλα άρθρα, κάθε Τετάρτη, ώς το τέλος του μήνα θα ολοκληρωθεί η αναφορά στον Δεκέμβρη του ’44.

Τα τυπικά-φανερά στοιχεία που συνθέτουν την έναρξη της ένοπλης σύγκρουσης τον Δεκέμβρη του ’44 είναι λίγο πολύ γνωστά. Την Κυριακή 3 Δεκεμβρίου 1944 χτυπήθηκε ένοπλα στην πλατεία Συντάγματος η ειρηνική διαδήλωση του λαού της Αθήνας που είχε οργανώσει το ΕΑΜικό κίνημα. Ο απολογισμός ήταν 21 νεκροί και 140 τραυματίες (1). Την επομένη, 4 Δεκεμβρίου, ολόκληρη η Ελλάδα νεκρώθηκε από τη γενική απεργία που είχε κηρύξει το ΕΑΜ. Στην πρωτεύουσα ο λαός οδήγησε τα θύματά του στην τελευταία τους κατοικία. Στην κεφαλή της νεκρώσιμης πομπής ένα τεράστιο πανό, που το κρατούσαν μαυροφορεμένες κοπέλες, έγραφε: «Οταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας, διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα».

Επιστρέφοντας από το νεκροταφείο τα πλήθη, δέχτηκαν ένοπλη επίθεση από τους χίτες με τραγικό απολογισμό άλλους 100 νεκρούς και τραυματίες. Η συνέχεια ήταν πραγματική χιονοστιβάδα. Ο Σκόμπι κήρυξε στρατιωτικό νόμο. Οι βρετανικές στρατιωτικές δυνάμεις κύκλωσαν και αφόπλισαν το 2ο Σύνταγμα της II μεραρχίας του ΕΛΑΣ. Κι ο ΕΛΑΣ άρχισε τις επιχειρήσεις κατά των χιτών και των αστυνομικών τμημάτων της Αθήνας και του Πειραιά. Την επομένη ο Σκόμπι θα πάρει διαταγή από τον Τσόρτσιλ να συμπεριφέρεται στην Αθήνα σαν να βρίσκεται σε κατεχόμενη πόλη. Η ένοπλη αναμέτρηση ανάμεσα στην εγχώρια αντίδραση και στους Εγγλέζους από τη μία πλευρά και στο ΕΑΜικό κίνημα από την άλλη ήδη είχε αρχίσει. Ποιος όμως ήθελε αυτή την αναμέτρηση; Τα ιστορικά στοιχεία δεν αφήνουν περιθώρια αμφιβολιών περί αυτού. Επρόκειτο για μια σχεδιασμένη και προαποφασισμένη εξέλιξη από μέρους των Εγγλέζων και των εγχώριων συνεργατών τους.

Τον Αύγουστο του 1943 ο στρατάρχης Σματς (πρωθυπουργός της Νοτίου Αφρικής από το 1939 έως το 1948) προειδοποιούσε τον Τσόρτσιλ ότι «υπό τας συνθήκας αναβρασμού της κοινής γνώμης, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και σε άλλες βαλκανικές χώρες, θα επακολουθήσει χάος μετά από τη συμμαχική κατοχή, εκτός εάν μια δυνατή πυγμή συγκρατήση επί τόπου τα πράγματα. Εάν αφεθή απεριόριστος ελευθερία στους λαούς αυτούς- έγραφε ο Σματς-, ενδέχεται να έχουμε ένα κύμα ταραχών και ευρείας κλίμακος επιβολήν του κομμουνισμού, επί όλων των περιοχών αυτών της Ευρώπης» (2). Τις προειδοποιήσεις αυτές η αγγλική εξωτερική πολιτική τις πήρε πολύ σοβαρά υπόψη της και προετοιμάστηκε κατάλληλα τουλάχιστον σε ό,τι αφορούσε την Ελλάδα.

Ο ίδιος ο Τσόρτσιλ, με τηλεγράφημά του στον Βρετανό υπουργό Εξωτερικών Α. Ιντεν, στις 29/8/1944, περιέγραφε ως εξής τον χαρακτήρα της απόβασης βρετανικών στρατευμάτων στη χώρα μας (3): «...Είναι εξαιρετικά σημαντικό να χτυπήσουμε απροειδοποίητα, χωρίς να προηγηθεί καμιά φανερή κρίση. Αυτός είναι ο καλύτερος τρόπος για να προκαταλάβουμε το ΕΑΜ...». Επίσης με άλλο τηλεγράφημά του στον Ιντεν, στις 7/11/1944, ο Βρετανός πρωθυπουργός ανάμεσα στα άλλα σημείωνε (4): «Περιμένω ανοικτή σύγκρουση με το ΕΑΜ και δεν πρέπει να τη φοβόμαστε, υπό την προϋπόθεση ότι έχουμε διαλέξει με προσοχή το έδαφος».

Στο ίδιο μήκος κύματος με τους Εγγλέζους κινούνταν και η εγχώρια ολιγαρχία που στο ΕΑΜ- ΕΛΑΣ έβλεπε τον άμεσο κίνδυνο για την οικονομική και πολιτική της εξουσία. Ετσι, ένας από τους κορυφαίους σ’ εκείνη την πολιτική συγκυρία, αστούς πολιτικούς, ο Γ. Παπανδρέου, από τον Ιούλη του 1943 σε μια έκθεση του προς το στρατηγείο της Μ. Ανατολής, την ελληνική κυβέρνηση του Καΐρου και τη βρετανική κυβέρνηση έλεγε ότι «η ταυτότης των συμφερόντων της Αγγλίας και της Ελλάδος διά πρώτην φοράν εις την ιστορίαν των είναι απόλυτος» (5). Ο Γ. Παπανδρέου θα φτάσει στην αποθέωση των πολιτικών σχεδιασμών του κατά του ΕΑΜικού κινήματος όταν λίγες μέρες πριν από την απελευθέρωση και συγκεκριμένα στις 22/9/1944, τηλεγράφησε στον Τσόρτσιλ: «...Ενώπιον της διαμορφωθείσης κρισίμου καταστάσεως τα πολιτικά μέσα προς αντιμετώπισίν της δεν είναι πλέον επαρκή. Μόνον η άμεσος παρουσία επιβλητικών βρετανικών δυνάμεων εις την Ελλάδα και μέχρι των τουρκικών ακτών ημπορεί να μεταβάλει την κατάστασιν» (6).

Ολοκλήρωση των σχεδίων των Βρετανών και των Ελλήνων συνεργατών τους δεν μπορούσε να υπάρξει όσο το λαϊκό κίνημα ήταν εξοπλισμένο, όσο, δηλαδή, ήταν υπαρκτός ο ΕΛΑΣ. Γι’ αυτό κι επιχειρήθηκε η διάλυσή του με κάθε τρόπο - στην αρχή ειρηνικά και στο τέλος με την ένοπλη βία μέσα από την ανοικτή αγγλική στρατιωτική επέμβαση στις εσωτερικές υποθέσεις της Ελλάδας. Ο Ουίνστον Τσόρτσιλ έχει δώσει στα απομνημονεύματά του μια άκρως αποκαλυπτική ομολογία για τον ταξικό χαρακτήρα εκείνης της σύγκρουσης. Γράφει χαρακτηριστικά (7): «Η μάχη που διήρκεσε έξη εβδομάδες… έγινε για να καταλάβωμε την Αθήνα και, όπως θα δείξει η συνέχεια των γεγονότων, να απαλλάξωμε την Ελλάδα από τον κομμουνιστικό ζυγό. Την εποχή αυτήν που τρία εκατομμύρια άνδρες πολεμούσαν σε κάθε στρατόπεδο στο Δυτικό Μέτωπο και που τεράστιες αμερικανικές δυνάμεις ηγωνίζοντο εναντίον της Ιαπωνίας στον Ειρηνικό, οι ελληνικές αυτές παραφορές μπορούσαν να φαίνονται ότι είχαν ελάχιστη σημασία, αλλά δεν ευρίσκοντο λιγώτερο στο νευρικό κέντρο της ισχύος, της τάξεως και της ελευθερίας του Δυτικού κόσμου».

Αλλά και ο Γ. Παπανδρέου σ’ ένα άρθρο του στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ τον Μάρτιο του 1948 δεν είναι λιγότερο αποκαλυπτικός. Γράφει συγκεκριμένα (8): «Το συμπέρασμα είναι ότι ο Δεκέμβριος ημπορεί να θεωρηθή ‘‘δώρον του Υψίστου’’. Αλλά διά να υπάρξη ο Δεκέμβριος, έπρεπε προηγουμένως να είχομεν έλθει εις την Ελλάδα. Και τούτο ήτο δυνατόν μόνον με την συμμετοχήν του ΚΚΕ εις την Κυβέρνησιν, δηλαδή με τον Λίβανον. Και διά να ευρεθούν εδώ οι Βρετανοί, οι οποίοι ήσαν απαραίτητοι διά την Νίκην, έπρεπε προηγούμενως να είχεν υπογραφή το σύμφωνο της Καζέρτας. Και διά να γίνη Στάσις –το ‘‘δώρον του Υψίστου’’– έπρεπε προηγουμένως να επιμείνω εις την άμεσον αποστράτευσιν του ΕΛΑΣ και να θέσω το ΚΚΕ ενώπιον του διλήμματος ή να αποδεχθή ειρηνικώς τον αφοπλισμό του, ή να επιχειρήση την Στάσιν υπό συνθήκας όμως πλέον, αι οποίαι οδήγουν εις την συντριβήν του… Αυτή είναι η ιστορική αλήθεια».

1. «Ρ» της 4/12/1944. Αντίθετα η αντιΕΑΜική πλευρά προσπάθησε να μειώσει τον απολογισμό του αίματος. Η κυβέρνηση Παπανδρέου, για παράδειγμα, μίλησε για 10 νεκρούς και 26 τραυματίες (Γ. Ιατρίδη: «Εξέγερση στην Αθήνα», εκδόσεις Νέα Σύνορα, σελ. 184)
2. Κ. Πυρομάγλου: «Ο Δούρειος Ιππος», εκδόσεις «Δωδώνη» σελ. 143-144
3. Γ. Ανδρικόπουλου, στο ίδιο, τόμος Β΄, σελ. 68
4. Γ. Ανδρικόπουλου, στο ίδιο, τόμος Β΄, σελ. 201
5. Γ. Παπανδρέου: «Κείμενα- Η Απελευθέρωσις της Ελλάδος», εκδόσεις «Μπίρης», 1964, τόμος Β΄, σελ. 11
6. Γ. Παπανδρέου, στο ίδιο, σελ. 147.
7. Ουίνστον Τσόρτσιλ: «2ος Παγκόσμιος πόλεμος», Εκδόσεις Ελληνική Μορφωτική Εστία, τόμος ΣΤ’ σελ. 352
8. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 2/3/1948

■ Αποσπάσματα από το βιβλίο «Ντοκουμέντα του ΕΑΜ για τα Δεκεμβριανά». Εκδόσεις Προσκήνιο, 2005, σε επιμέλεια Γ. Πετρόπουλου

Αναδημοσίευση από http://www.efsyn.gr/arthro/pos-ftasame-sti-sygkroysi

Δεκέμβρης 1944: Σημείο καμπής για τις εξελίξεις

Καθώς φέτος κλείνουν εβδομήντα χρόνια από τα Δεκεμβριανά, το ερώτημα που επανέρχεται είναι:
Οι οπαδοί του ΕΑΜ διαμαρτύρονται για τον
αφοπλισμό των δυνάμεων του ΕΛΑΣ
Ποια είναι η θέση τους στη δεκαετία του 1940; Ηταν ο δεύτερος «γύρος», δηλαδή η δεύτερη απόπειρα της Αριστεράς να καταλάβει βίαια την εξουσία; Ηταν το προανάκρουσμα του εμφύλιου πολέμου που ακολούθησε λίγα χρόνια μετά; Η Κατοχή και η ΕΑΜική Αντίσταση, η μάχη της Αθήνας τον Δεκέμβριο του 1944, ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος (1946-1949) αποτελούν τρία διαφορετικά ιστορικά «γεγονότα» που όμως συνδέονται μεταξύ τους. Καθένα από αυτά τα «γεγονότα» δημιουργούσε νέα δεδομένα και δρομολογούσε εξελίξεις, που τόσο οι πολιτικοί πρωταγωνιστές όσο και η κοινωνία ήταν αδύναμοι να προβλέψουν στην αρχή και την έκβαση των οποίων δεν γνώριζαν. Η Ιστορία δεν ακολουθεί κάποιο προκαθορισμένο σενάριο, είναι μια δυναμική διαδικασία που διαμορφώνεται από τους φόβους και τις προσδοκίες των υποκειμένων, από τους κινδύνους και τις ευκαιρίες που δημιουργεί η συγκυρία.

Του Πολυμέρη Βόγλη

Ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος μπορεί να θεωρηθεί ότι ήταν μια κοινωνική επανάσταση η οποία απέτυχε. Η αρχή αυτής της επανάστασης θα πρέπει να αναζητηθεί στα χρόνια της Κατοχής, όταν το ΕΑΜικό κίνημα ριζοσπαστικοποιήθηκε και μαζί με την εθνική απελευθέρωση επεδίωξε τη ριζική κοινωνική αλλαγή, δηλαδή απέκτησε χαρακτηριστικά επαναστατικού κινήματος. Η δυναμική της επανάστασης ενισχύθηκε από τον πολλαπλασιασμό των συγκρούσεων της ΕΑΜικής Αντίστασης με τα κατοχικά στρατεύματα και τα ένοπλα σώματα Ελλήνων συνεργατών των Γερμανών και αναπτύχθηκε σε συνθήκες κατάρρευσης του κράτους και επέκτασης του ελέγχου του ΕΑΜ σε μεγάλο τμήμα της χώρας.

Ο συνδυασμός της εθνικής απελευθέρωσης με την κοινωνική επανάσταση δεν ήταν διόλου αντιφατικός· τα περισσότερα επαναστατικά κινήματα στον 20ό αιώνα είχαν παράλληλα στόχο την εθνική ανεξαρτησία, και αυτός ακριβώς ο συνδυασμός τούς προσέδωσε πρωτοφανή μαζικότητα και μαχητικότητα. Η δυναμική της κοινωνικής επανάστασης που δημιούργησε η ΕΑΜική Αντίσταση και η πρακτική του ένοπλου αγώνα που αναπτύχθηκε στην Κατοχή έπαιξαν βαρύνοντα ρόλο στις κατοπινές εξελίξεις της δεκαετίας του 1940, καθώς διαμόρφωσαν την κουλτούρα του συλλογικού υποκειμένου, αλλά και προκάλεσαν την αντίδραση των αντίπαλων δυνάμεων.

Εκ των υστέρων, μπορεί κάποιος να θεωρήσει τον εμφύλιο πόλεμο του 1946-1949 «συνέχεια» των κατοχικών εμφύλιων συγκρούσεων. Ομως, ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος διεξήχθη σε μια διαφορετική ιστορική πραγματικότητα και διεθνή συγκυρία, ενώ και οι αντίπαλοι που συγκρούστηκαν δεν ήταν οι ίδιοι με τα χρόνια της Κατοχής. Αντί, ως ιστορικοί, να κατασκευάζουμε συνέχειες και να αναζητούμε τομές, θα ήταν πιο γόνιμο να αντιληφθούμε το παρελθόν όχι ως προκαθορισμένο ή δεδομένο, αλλά ως κάτι που εκείνη την εποχή τελούσε υπό διαμόρφωση από τα δρώντα υποκείμενα και τη δυναμική των εξελίξεων. Από αυτήν τη σκοπιά, οι κατοχικές εμφύλιες συγκρούσεις δεν αποτέλεσαν την αρχή ενός πολυετούς εμφύλιου πολέμου, αλλά, μαζί με την οικονομική καταστροφή, την κοινωνική εξαθλίωση και την πολιτική πόλωση, συνέθεσαν το υπόβαθρο των εξελίξεων μετά την Απελευθέρωση.

Τα Δεκεμβριανά αποτέλεσαν σημείο καμπής στις μετακατοχικές εξελίξεις. Η θέση ισχύος που είχε κατακτήσει το ΕΑΜ στην ελληνική κοινωνία κατά τη διάρκεια της Κατοχής καλλιέργησε στην ηγεσία του την πεποίθηση ότι η κοινωνική αλλαγή θα μπορούσε να επιτευχθεί όχι με επαναστατική ανατροπή, αλλά με ομαλό πολιτικό τρόπο. Η βίαιη καταστολή του ΕΑΜικού κινήματος στις 3 Δεκεμβρίου διέψευσε αυτές τις προσδοκίες και προκάλεσε ένοπλη αντίδραση του ΕΑΜ. Η κλιμάκωση της στρατιωτικής σύγκρουσης έδειξε ότι η εξουσία, τόσο για την κυβέρνηση και τη Μεγάλη Βρετανία όσο και για το ΕΑΜ, εξαρτιόταν, τελικά, από τη δύναμη των όπλων.

Η μάχη της Αθήνας μπορεί να μην αποτέλεσε στρατηγική επιλογή του ΕΑΜ, αλλά εξελίχθηκε σε στρατηγική ήττα, καθώς μετά τον αφοπλισμό του ΕΛΑΣ έχασε τη διαπραγματευτική ισχύ του. Μετά την ήττα στα Δεκεμβριανά, η διακηρυγμένη δέσμευση της ηγεσίας του ΕΑΜ και του ΚΚΕ στην αποκατάσταση της πολιτικής ομαλότητας δεν ήταν αρκετή για να κατευνάσει τον φόβο του αντι-ΕΑΜικού στρατοπέδου απέναντι στο ενδεχόμενο μια νέας «κομμουνιστικής ανταρσίας». Οι μεταπολεμικές κυβερνήσεις, αντί να προχωρήσουν στις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις, οι οποίες θα ικανοποιούσαν τα αιτήματα εκδημοκρατισμού και κοινωνικής δικαιοσύνης που η κοινωνία είχε αναδείξει στα χρόνια της Κατοχής, έθεσαν στόχο τη διάλυση των οργανωτικών δομών και τη συρρίκνωση των κοινωνικών ερεισμάτων του ΕΑΜ, ώστε να ανακοπεί η δυναμική της επανάστασης. Τα Δεκεμβριανά είχαν διευρύνει ανεπανόρθωτα το ρήγμα ανάμεσα στο ΕΑΜ και τους αντιπάλους του και είχαν υποθηκεύσει τις κατοπινές εξελίξεις. Μια νέα διαιρετική τομή στην ελληνική κοινωνία ανάμεσα στην Αριστερά και τη Δεξιά είχε δημιουργηθεί.

■ Σε λίγες μέρες θα κυκλοφορήσει η μελέτη του Πολυμέρη Βόγλη, αναπληρωτή καθηγητή Κοινωνικής Ιστορίας στο Παν. Θεσσαλίας, «Η αδύνατη επανάσταση. Η κοινωνική δυναμική του εμφυλίου πολέμου» (εκδόσεις Αλεξάνδρεια).

Αναδημοσίευση από http://www.efsyn.gr/arthro/dekemvris-1944-simeio-kampis-gia-tis-exelixeis

Τρίτη, 2 Δεκεμβρίου 2014

Athens 1944: Britain’s dirty secret

Ed Vulliamy and Helena Smith

When 28 civilians were killed in Athens, it wasn’t the Nazis who were to blame, it was the British. Ed Vulliamy and Helena Smith reveal how Churchill’s shameful decision to turn on the partisans who had fought on our side in the war sowed the seeds for the rise of the far right in Greece today

I can still see it very clearly, I have not forgotten,” says Títos Patríkios. “The Athens police firing on the
A day that changed history: the bodies of unarmed
 protestors shot by the police and the British army
 in Athens on 3 December 1944.
Photograph: Dmitri Kessel/Time & Life Pictures/Getty Images
crowd from the roof of the parliament in Syntagma Square. The young men and women lying in pools of blood, everyone rushing down the stairs in total shock, total panic.”
And then came the defining moment: the recklessness of youth, the passion of belief in a justice burning bright: “I jumped up on the fountain in the middle of the square, the one that is still there, and I began to shout: “Comrades, don’t disperse! Victory will be ours! Don’t leave. The time has come. We will win!”
“I was,” he says now, “profoundly sure, that we would win.” But there was no winning that day; just as there was no pretending that what had happened would not change the history of a country that, liberated from Adolf Hitler’s Reich barely six weeks earlier, was now surging headlong towards bloody civil war.
Even now, at 86, when Patríkios “laughs at and with myself that I have reached such an age”, the poet can remember, scene-for-scene, shot for shot, what happened in the central square of Greek political life on the morning of 3 December 1944.
This was the day, those 70 years ago this week, when the British army, still at war with Germany, opened fire upon – and gave locals who had collaborated with the Nazis the guns to fire upon – a civilian crowd demonstrating in support of the partisans with whom Britain had been allied for three years.
The crowd carried Greek, American, British and Soviet flags, and chanted: “Viva Churchill, Viva Roosevelt, Viva Stalin’” in endorsement of the wartime alliance.
Twenty-eight civilians, mostly young boys and girls, were killed and hundreds injured. “We had all thought it would be a demonstration like any other,” Patríkios recalls. “Business as usual. Nobody expected a bloodbath.”
Britain’s logic was brutal and perfidious: Prime minister Winston Churchill considered the influence of the Communist Party within the resistance movement he had backed throughout the war – the National Liberation Front, EAM – to have grown stronger than he had calculated, sufficient to jeopardise his plan to return the Greek king to power and keep Communism at bay. So he switched allegiances to back the supporters of Hitler against his own erstwhile allies.
There were others in the square that day who, like the 16-year-old Patríkios, would go on to become prominent members of the left. Míkis Theodorakis, renowned composer and iconic figure in modern Greek history, daubed a Greek flag in the blood of those who fell. Like Patríkios, he was a member of the resistance youth movement. And, like Patríkios, he knew his country had changed. Within days, RAF Spitfires and Beaufighters were strafing leftist strongholds as the Battle of Athens – known in Greece as the Dekemvriana – began, fought not between the British and the Nazis, but the British alongside supporters of the Nazis against the partisans. “I can still smell the destruction,” Patríkios laments. “The mortars were raining down and planes were targeting everything. Even now, after all these years, I flinch at the sound of planes in war movies.”
And thereafter Greece’s descent into catastrophic civil war: a cruel and bloody episode in British as well as Greek history which every Greek knows to their core – differently, depending on which side they were on – but which remains curiously untold in Britain, perhaps out of shame, maybe the arrogance of a lack of interest. It is a narrative of which the millions of Britons who go to savour the glories of Greek antiquity or disco-dance around the islands Mamma Mia-style, are unaware.
The legacy of this betrayal has haunted Greece ever since, its shadow hanging over the turbulence and violence that erupted in 2008 after the killing of a schoolboy by police – also called the Dekemvriana – and created an abyss between the left and right thereafter.
“The 1944 December uprising and 1946-49 civil war period infuses the present,” says the leading historian of these events, André Gerolymatos, “because there has never been a reconciliation. In France or Italy, if you fought the Nazis, you were respected in society after the war, regardless of ideology. In Greece, you found yourself fighting – or imprisoned and tortured by – the people who had collaborated with the Nazis, on British orders. There has never been a reckoning with that crime, and much of what is happening in Greece now is the result of not coming to terms with the past.”
Before the war, Greece was ruled by a royalist dictatorship whose emblem of a fascist axe and crown well expressed its dichotomy once war began: the dictator, General Ioannis Metaxas, had been trained as an army officer in Imperial Germany, while Greek King George II – an uncle of Prince Philip, Duke of Edinburgh – was attached to Britain. The Greek left, meanwhile, had been reinforced by a huge influx of politicised refugees and liberal intellectuals from Asia Minor, who crammed into the slums of Pireaus and working-class Athens.
Both dictator and king were fervently anti-communist, and Metaxas banned the Communist Party, KKE, interning and torturing its members, supporters and anyone who did not accept “the national ideology” in camps and prisons, or sending them into internal exile. Once war started, Metaxas refused to accept Mussolini’s ultimatum to surrender and pledged his loyalty to the Anglo-Greek alliance. The Greeks fought valiantly and defeated the Italians, but could not resist the Wehrmacht. By the end of April 1941, the Axis forces imposed a harsh occupation of the country. The Greeks – at first spontaneously, later in organised groups – resisted.
But, noted the British Special Operations Executive (SOE): “The right wing and monarchists were slower than their opponents in deciding to resist the occupation, and were therefore of little use.”
Britain’s natural allies were therefore EAM – an alliance of left wing and agrarian parties of which the KKE was dominant, but by no means the entirety – and its partisan military arm, ELAS.
There is no overstating the horror of occupation. Professor Mark Mazower’s book Inside Hitler’s Greece describes hideous bloccos or “round-ups” – whereby crowds would be corralled into the streets so that masked informers could point out ELAS supporters to the Gestapo and Security Battalions – which had been established by the collaborationist government to assist the Nazis – for execution. Stripping and violation of women was a common means to secure “confessions”. Mass executions took place “on the German model”: in public, for purposes of intimidation; bodies would be left hanging from trees, guarded by Security Battalion collaborators to prevent their removal. In response, ELAS mounted daily counterattacks on the Germans and their quislings. The partisan movement was born in Athens but based in the villages, so that Greece was progressively liberated from the countryside. The SOE played its part, famous in military annals for the role of Brigadier Eddie Myers and “Monty” Woodhouse in blowing up the Gorgopotomas viaduct in 1942 and other operations with the partisans – andartes in Greek.
By autumn 1944, Greece had been devastated by occupation and famine. Half a million people had died – 7% of the population. ELAS had, however, liberated dozens of villages and become a proto-government, administering parts of the country while the official state withered away. But after German withdrawal, ELAS kept its 50,000 armed partisans outside the capital, and in May 1944 agreed to the arrival of British troops, and to place its men under the officer commanding, Lt Gen Ronald Scobie.
On 12 October the Germans evacuated Athens. Some ELAS fighters, however, had been in the capital all along, and welcomed the fresh air of freedom during a six-day window between liberation and the arrival of the British. One partisan in particular is still alive, aged 92, and is a legend of modern Greece.
Commanding presence: Churchill leaving HMS Ajax
to attend a conference ashore. Athens can be
 seen in the background.
Photograph: Crown Copyright. IWM/Imperial War Museum
In and around the European parliament in Brussels, the man in a Greek fisherman’s cap, with his mane of white hair and moustache, stands out. He is Manolis Glezos, senior MEP for the leftist Syriza party of Greece.
Glezos is a man of humbling greatness. On 30 May 1941, he climbed the Acropolis with another partisan and tore down the swastika flag that had been hung there a month before. He was arrested by the Gestapo in 1942, was tortured and as a result suffered from tuberculosis. He escaped and was re-arrested twice – the second time by collaborators. He recalls being sentenced to death in May 1944, before the Germans left Athens – “They told me my grave had already been dug”. Somehow he avoided execution and was then saved from a Greek courtmartial’s firing squad during the civil war period by international outcry led by General de Gaulle, Jean-Paul Sartre and the Archbishop of Canterbury, the Rev Geoffrey Fisher.”
Seventy years later, he is an icon of the Greek left who is also hailed as the greatest living authority on the resistance. “The English, to this day, argue that they liberated Greece and saved it from communism,” he says. “But that is the basic problem. They never liberated Greece. Greece had been liberated by the resistance, groups across the spectrum, not just EAM, on 12 October. I was there, on the streets – people were everywhere shouting: ‘Freedom!’ we cried, Laokratia! – ‘Power to the People!’”
The British duly arrived on 18 October, installed a provisional government under Georgios Papandreou and prepared to restore the king. “From the moment they came,” recalls Glezos, “the people and the resistance greeted them as allies. There was nothing but respect and friendship towards the British. We had no idea that we were already giving up our country and our rights.” It was only a matter of time before EAM walked out of the provisional government in frustration over demands that the partisans demobilise. The negotiations broke down on 2 December.
Official British thinking is reflected in War Cabinet papers and other documents kept in the Public Record Office at Kew. As far back as 17 August 1944, Churchill had written a “Personal and Top Secret” memo to US president Franklin Roosevelt to say that: “The War Cabinet and Foreign Secretary are much concerned about what will happen in Athens, and indeed Greece, when the Germans crack or when their divisions try to evacuate the country. If there is a long hiatus after German authorities have gone from the city before organised government can be set up, it seems very likely that EAM and the Communist extremists will attempt to seize the city.”
But what the freedom fighters wanted, insists Glezos “was what we had achieved during the war: a state ruled by the people for the people. There was no plot to take over Athens as Churchill always maintained. If we had wanted to do that, we could have done so before the British arrived.” During November, the British set about building the new National Guard, tasked to police Greece and disarm the wartime militias. In reality, disarmament applied to ELAS only, explains Gerolymatos, not to those who had collaborated with the Nazis. Gerolymatos writes in his forthcoming book, The International Civil War, about how “in the middle of November, the British started releasing Security Battalion officers… and soon some of them were freely walking the streets of Athens wearing new uniforms... The British army continued to provide protection to assist the gradual rehabilitation of the former quisling units in the Greek army and police forces.” An SOE memo urged that “HMG must not appear to be connected with this scheme.”
In conversation, Gerolymatos says: “So far as ELAS could see, the British had arrived, and now some senior officers of the Security Battalions and Special Security Branch [collaborationist units which had been integrated into the SS] were seen walking freely in the streets. Athens in 1944 was a small place, and you could not miss these people. Senior British officers knew exactly what they were doing, despite the fact that the ordinary soldiers of the former Security Battalions were the scum of Greece”. Gerolymatos estimates that 12,000 Security Battalionists were released from Goudi prison during the uprising to join the National Guard, and 228 had been reinstated in the army.
Any British notion that the Communists were poised for revolution fell within the context of the so-called Percentages Agreement, forged between Churchill and Soviet Commissar Josef Stalin at the code-named “Tolstoy Conference” in Moscow on 9 October 1944. Under the terms agreed in what Churchill called “a naughty document”, southeast Europe was carved up into “spheres of influence”, whereby – broadly – Stalin took Romania and Bulgaria, while Britain, in order to keep Russia out of the Mediterranean, took Greece. The obvious thing to have done, argues Gerolymatos, “would have been to incorporate ELAS into the Greek army. The officers in ELAS, many holding commissions in the pre-war Greek army, presumed this would happen – like De Gaulle did with French communists fighting in the resistance: ‘France is liberated, now let’s go and fight Germany!’
“But the British and the Greek government in exile decided from the outset that ELAS officers and men would not be admitted into the new army. Churchill wanted a showdown with the KKE so as to be able to restore the king. Churchill believed that a restoration would result in the return of legitimacy and bring back the old order. EAM-ELAS, regardless of its relationship to the KKE, represented a revolutionary force, and change.”
Meanwhile, continues Gerolymatos: “The Greek communists had decided not to try to take over the country, as least not until late November/early December 1944. The KKE wanted to push for a left-of-centre government and be part of it, that’s all.” Echoing Glezos, he says: “If they had wanted a revolution, they would not have left 50,000 armed men outside the capital after liberation – they’d have brought them in.”
“By recruiting the collaborators, the British changed the paradigm, signalling that the old order was back. Churchill wanted the conflict,” says Gerolymatos. “We must remember: there was no Battle for Greece. A large number of the British troops that arrived were administrative, not line units. When the fighting broke out in December, the British and the provisional government let the Security Battalions out of Goudi; they knew how to fight street-to-street because they’d done it with the Nazis. They’d been fighting ELAS already during the occupation and resumed the battle with gusto.”
The morning of Sunday 3 December was a sunny one, as several processions of Greek republicans, anti-monarchists, socialists and communists wound their way towards Syntagma Square. Police cordons blocked their way, but several thousand broke through; as they approached the square, a man in military uniform shouted: “Shoot the bastards!” The lethal fusillade – from Greek police positions atop the parliament building and British headquarters in the Grande Bretagne hotel – lasted half an hour. By noon, a second crowd of demonstrators entered the square, until it was jammed with 60,000 people. After several hours, a column of British paratroops cleared the square; but the Battle of Athens had begun, and Churchill had his war.
Manolis Glezos was sick that morning, suffering from tuberculosis. “But when I heard what had happened, I got off my sick bed,” he recalls. The following day, Glezos was roaming the streets, angry and determined, disarming police stations. By the time the British sent in an armoured division he and his comrades were waiting.
“I note the fact,” he says, “that they would rather use those troops to fight our population than German Nazis!” By the time British tanks rolled in from the port of Pireaus, he was lying in wait: “I remember them coming up the Sacred Way. We were dug in a trench. I took out three tanks,” he says. “There was much bloodshed, a lot of fighting, I lost many very good friends. It was difficult to strike at an Englishman, difficult to kill a British soldier – they had been our allies. But now they were trying to destroy the popular will, and had declared war on our people”.
On their knees: women protest against the shootings,
which led to more than a month of street fighting in Athens.
 Photograph: Dmitri Kessel/The LIFE Picture Collection/Getty
At battle’s peak, Glezos says, the British even set up sniper nests on the Acropolis. “Not even the Germans did that. They were firing down on EAM targets, but we didn’t fire back, so as not [to harm] the monument.”
On 5 December, Lt Gen Scobie imposed martial law and the following day ordered the aerial bombing of the working-class Metz quarter. “British and government forces,” writes anthropologist Neni Panourgia in her study of families in that time, “having at their disposal heavy armament, tanks, aircraft and a disciplined army, were able to make forays into the city, burning and bombing houses and streets and carving out segments of the city… The German tanks had been replaced by British ones, the SS and Gestapo officers by British soldiers.” The house belonging to actor Mimis Fotopoulos, she writes, was burned out with a portrait of Churchill above the fireplace.
“I recall shouting slogans in English, during one battle in Koumoundourou Square because I had a strong voice and it was felt I could be heard,” says poet Títos Patríkios as we talk in his apartment. “‘We are brothers, there’s nothing to divide us, come with us!’ That’s what I was shouting in the hope that they [British troops] would withdraw. And right at that moment, with my head poked above the wall, a bullet brushed over my helmet. Had I not been yanked down by Evangelos Goufas[another poet], who was there next to me, I would have been dead.”
He can now smile at the thought that only months after the killing in the square he was back at school, studying English on a British Council summer course. “We were enemies, but at the same time friends. In one battle I came across an injured English soldier and I took him to a field hospital. I gave him my copy of Robert Louis Stevenson’s Kidnapped which I remember he kept.”
It is illuminating to read the dispatches by British soldiers themselves, as extracted by the head censor, Capt JB Gibson, now stored at the Public Record Office. They give no indication that the enemy they fight was once a partisan ally, indeed many troops think they are fighting a German-backed force. A warrant officer writes: “Mr Churchill and his speech bucked us no end, we know now what we are fighting for and against, it is obviously a Hun element behind all this trouble.” From “An Officer”: “You may ask: why should our boys give their lives to settle Greek political differences, but they are only Greek political differences? I say: no, it is all part of the war against the Hun, and we must go on and exterminate this rebellious element.”
Cabinet papers at Kew trace the reactions in London: a minute of 12 December records Harold Macmillan, political advisor to Field Marshal Alexander, returning from Athens to recommend “a proclamation of all civilians against us as rebels, and a declaration those found in civilian clothes opposing us with weapons were liable to be shot, and that 24 hours notice should be given that certain areas were to be wholly evacuated by the civilian population” – ergo, the British Army was to depopulate and occupy Athens. Soon, reinforced British troops had the upper hand and on Christmas Eve Churchill arrived in the Greek capital in a failed bid to make peace on Christmas Day.
“I will now tell you something I have never told anyone,” says Manolis Glezos mischievously. On the evening of 25 December Glezos would take part in his most daring escapade, laying more than a ton of dynamite under the hotel Grande Bretagne, where Lt Gen Scobie had headquartered himself. “There were about 30 of us involved. We worked through the tunnels of the sewerage system; we had people to cover the grid-lines in the streets, so scared we were that we’d be heard. We crawled through all the shit and water and laid the dynamite right under the hotel, enough to blow it sky high.
“I carried the fuse wire myself, wire wound all around me, and I had to unravel it. We were absolutely filthy, covered [in excrement] and when we got out of the sewerage system I remember the boys washing us down. I went over to the boy with the detonator; and we waited, waited for the signal, but it never came. Nothing. There was no explosion. Then I found out: at the last minute EAM found out that Churchill was in the building, and put out an order to call off the attack. They’d wanted to blow up the British command, but didn’t want to be responsible for assassinating one of the big three.”
At the end of the Dekemvriana, thousands had been killed; 12,000 leftists rounded up and sent to camps in the Middle East. A truce was signed on 12 February, the only clause of which that was even partially honoured was the demobilisation of ELAS. And so began a chapter known in Greek history as the “White Terror”, as anyone suspected of helping ELAS during the Dekemvriana or even Nazi occupation was rounded up and sent to a gulag of camps established for their internment, torture, often murder – or else repentance, as under the Metaxas dictatorship.
Títos Patríkios is not the kind of man who wants the past to impinge on the present. But he does not deny the degree to which this history has done just that – affecting his poetry, his movement, his quest to find “le mot juste”. This most measured and mild-mannered of men would spend years in concentration camps, set up with the help of the British as civil war beckoned. With imprisonment came hard labour, and with hard labour came torture, and with exile came censorship. “The first night on Makronissos [the most infamous camp] we were all beaten very badly.
“I spent six months there, mostly breaking stones, picking brambles and carrying sand. Once, I was made to stand for 24 hours after it had been discovered that a newspaper had published a letter describing the appalling conditions in the camp. But though I had written it, and had managed to pass it on to my mother, I never admitted to doing so and throughout my time there I never signed a statement of repentance.”
Patríkios was among the relatively fortunate; thousands of others were executed, usually in public, their severed heads or hanging bodies routinely displayed in public squares. His Majesty’s embassy in Athens commented by saying the exhibition of severed heads “is a regular custom in this country which cannot be judged by western European standards”.
The name of the man in command of the “British Police Mission” to Greece is little known. Sir Charles Wickham had been assigned by Churchill to oversee the new Greek security forces – in effect, to recruit the collaborators. Anthropologist Neni Panourgia describes Wickham as “one of the persons who traversed the empire establishing the infrastructure needed for its survival,” and credits him with the establishment of one of the most vicious camps in which prisoners were tortured and murdered, at Giaros.
From Yorkshire, Wickham was a military man who served in the Boer War, during which concentration camps in the modern sense were invented by the British. He then fought in Russia, as part of the allied Expeditionary Force sent in 1918 to aid White Russian Czarist forces in opposition to the Bolshevik revolution. After Greece, he moved on in 1948 to Palestine. But his qualification for Greece was this: Sir Charles was the first Inspector General of the Royal Ulster Constabulary, from 1922 to 1945.
The RUC was founded in 1922, following what became known as the Belfast pogroms of 1920-22, when Catholic streets were attacked and burned. It was, writes the historian Tim Pat Coogan, “conceived not as a regular police body, but as a counter-insurgency one… The new force contained many recruits who joined up wishing to be ordinary policemen, but it also contained murder gangs headed by men like a head constable who used bayonets on his victims because it prolonged their agonies.”
As the writer Michael Farrell found out when researching his book Arming the Protestants, much material pertaining to Sir Charles’s incorporation of these UVF and Special Constabulary militiamen into the RUC has been destroyed, but enough remains to give a clear indication of what was happening. In a memo written by Wickham in November 1921, before the formation of the RUC, and while the partition treaty of December that year was being negotiated, he had addressed “All County Commanders” as follows: “Owing to the number of reports which has been received as to the growth of unauthorised loyalist defence forces, the government have under consideration the desirability of obtaining the services of the best elements of these organisations.”
Coogan, Ireland’s greatest and veteran historian, stakes no claim to neutrality over matters concerning the Republic and Union, but historical facts are objective and he has a command of those that none can match. We talk at his home outside Dublin over a glass of whiskey appositely called “Writer’s Tears”.
“It’s the narrative of empire,” says Coogan, “and, of course, they applied it to Greece. That same combination of concentration camps, putting the murder gangs in uniform, and calling it the police. That’s colonialism, that’s how it works. You use whatever means are necessary, one of which is terror and collusion with terrorists. It works.
“Wickham organised the RUC as the armed wing of Unionism, which is something it remained thereafter,” he says. “How long was it in the history of this country before the Chris Patten report of 1999, and Wickham’s hands were finally prised off the police? That’s a hell of a long piece of history – and how much suffering, meanwhile?”
‘I carried the fuse wire myself: Manolis Glezos, senior MEP
 and ‘a man of humbling greatness’ in Brussels.
Helena Smith Photograph: Helena Smith/Observer
The head of MI5 reported in 1940 that “in the personality and experience of Sir Charles Wickham, the fighting services have at their elbow a most valuable friend and counsellor”. When the intelligence services needed to integrate the Greek Security Battalions – the Third Reich’s “Special Constabulary” – into a new police force, they had found their man.
Greek academics vary in their views on how directly responsible Wickham was in establishing the camps and staffing them with the torturers. Panourgia finds the camp on Giaros – an island which even the Roman Emperor Tiberius decreed unfit for prisoners – to have been Wickham’s own direct initiative. Gerolymatos, meanwhile, says: “The Greeks didn’t need the British to help them set up camps. It had been done before, under Metaxas.” Papers at Kew show British police serving under Wickham to be regularly present in the camps.
Gerolymatos adds: “The British – and that means Wickham – knew who these people were. And that’s what makes it so frightening. They were the people who had been in the torture chambers during occupation, pulling out the fingernails and applying thumbscrews.” By September 1947, the year the Communist Party was outlawed, 19,620 leftists were held in Greek camps and prisons, 12,000 of them in Makronissos, with a further 39,948 exiled internally or in British camps across the Middle East. There exist many terrifying accounts of torture, murder and sadism in the Greek concentration camps – one of the outrageous atrocities in postwar Europe. Polymeris Volgis of New York University describes how a system of repentance was introduced as though by a “latter-day secular Inquisition”, with confessions extracted through “endless and violent degradation”.
Women detainees would have their children taken away until they confessed to being “Bulgarians” and “whores”. The repentance system led Makronissos to be seen as a “school” and “National University” for those now convinced that “Our life belongs to Mother Greece,’ in which converts were visited by the king and queen, ministers and foreign officials. “The idea”, says Patríkios, who never repented, “was to reform and create patriots who would serve the homeland.”
Minors in the Kifissa prison were beaten with wires and socks filled with concrete. “On the boys’ chests, they sewed name tags”, writes Voglis, “with Slavic endings added to the names; many boys were raped”. A female prisoner was forced, after a severe beating, to stand in the square of Kastoria holding the severed heads of her uncle and brother-in-law. One detainee at Patras prison in May 1945 writes simply this: “They beat me furiously on the soles of my feet until I lost my sight. I lost the world.”
Manolis Glezos has a story of his own. He produces a book about the occupation, and shows a reproduction of the last message left by his brother Nikos, scrawled on the inside of a beret. Nikos was executed by collaborators barely a month before the Germans evacuated Greece. As he was being driven to the firing squad, the 19-year-old managed to throw the cap he was wearing from the window of the car. Subsequently found by a friend and restored to the family, the cap is among Glezos’s most treasured possessions.
Scribbled inside, Nikos had written: “Beloved mother. I kiss you. Greetings. Today I am going to be executed, falling for the Greek People. 10-5-44.”
Nowhere else in newly liberated Europe were Nazi sympathisers enabled to penetrate the state structure – the army, security forces, judiciary – so effectively. The resurgence of neo-fascism in the form of present-day far-right party Golden Dawn has direct links to the failure to purge the state of right-wing extremists; many of Golden Dawn’s supporters are descendants of Battalionists, as were the “The Colonels” who seized power in 1967.
Glezos says: “I know exactly who executed my brother and I guarantee they all got off scot-free. I know that the people who did it are in government, and no one was ever punished.” Glezos has dedicated years to creating a library in his brother’s honour. In Brussels, he unabashedly asks interlocutors to contribute to the fund by popping a “frango” (a euro) into a silk purse. It is, along with the issue of war reparations, his other great campaign, his last wish: to erect a building worthy of the library that will honour Nikos. “The story of my brother is the story of Greece,” he says.
There is no claim that ELAS, or the Democratic Army of Greece which replaced it, were hapless victims. There was indeed a “Red Terror” in response to the onslaught, and on the retreat from Athens, ELAS took some 15,000 prisoners with them. “We did some killing,” concedes Glezos, “and some people acted out of revenge. But the line was not to kill civilians.”
In December 1946, Greek prime minister Konstantinos Tsaldaris, faced with the probability of British withdrawal, visited Washington to seek American assistance. In response, the US State Department formulated a plan for military intervention which, in March 1947, formed the basis for an announcement by President Truman of what became known as the Truman Doctrine, to intervene with force wherever communism was considered a threat. All that had passed in Greece on Britain’s initiative was the first salvo of the Cold War.
Glezos still calls himself a communist. But like Patríkios, who rejected Stalinism, he believes that communism, as applied to Greece’s neighbours to the north, would have been a catastrophe. He recalls how he even gave Nikita Khrushchev, the Soviet leader who would de-Stalinise the Soviet Union “an earful about it all”. The occasion arose when Khrushchev invited Glezos – who at the height of the Cold War was a hero in the Soviet Union, honoured with a postage stamp bearing his image – to the Kremlin. It was 1963 and Khrushchev was in talkative mood. Glezos wanted to know why the Red Army, having marched through Bulgaria and Romania, stopped at the Greek border. Perhaps the Russian leader could explain.
“He looked at me and said, ‘Why?’
“I said: ‘Because Stalin didn’t behave like a communist. He divided up the world with others and gave Greece to the English.’ Then I told him what I really thought, that Stalin had been the cause of our downfall, the root of all evil. All we had wanted was a state where the people ruled, just like our [then] government in the mountains, where you can still see the words ‘all powers spring from the people and are executed by the people’ inscribed into the hills. What they wanted, and created, was rule by the party.”
Khrushchev, says Glezos, did not openly concur. “He sat and listened. But then after our meeting he invited me to dinner, which was also attended by Leonid Brezhnev [who succeeded Khrushchev in 1964] and he listened for another four and a half hours. I have always taken that for tacit agreement.”
For Patríkios, it was not until the Soviet invasion of Hungary in 1956, that the penny dropped: a line had been drawn across the map, agreed by Churchill and Stalin. “When I saw the west was not going to intervene [during the Budapest uprising] I realised what had happened – the agreed ‘spheres of influence’. And later, I understood that the Dekemvriana was not a local conflict, but the beginning of the Cold War that had started as a warm war here in Greece.”
Patríkios returned to Athens as a detainee “on leave” and was eventually granted a passport in 1959. Upon procuring it, he immediately got on a ship to Paris where he would spend the next five years studying sociology and philosophy at the Sorbonne. “In politics there are no ethics,” he says, “especially imperial politics.”
It’s the afternoon of 25 January 2009. The tear gas that has drenched Athens – a new variety, imported from Israel – clears. A march in support of a Bulgarian cleaner, whose face has been disfigured in an acid attack by neo-fascists, has been broken up by riot police after hours of street-fighting.
Back in the rebel-held quarter of Exarcheia, a young woman called Marina pulls off her balaclava and draws air. Over coffee, she answers the question: why Greece? Why is it so different from the rest of Europe in this regard – the especially bitter war between left and right? “Because,” she replies, “of what was done to us in 1944. The persecution of the partisans who fought the Nazis, for which they were honoured in France, Italy, Belgium or the Netherlands – but for which, here, they were tortured and killed on orders from your government.”
She continues: “I come from a family that has been detained and tortured for two generations before me: my grandfather after the Second World War, my father under the Junta of the colonels – and now it could be me, any day now. We are the grandchildren of the andartes, and our enemies are Churchill’s Greek grandchildren.”
Taking charge: Lt Gen Ronald Scobie (centre) who,
on 5 December 1944, imposed martial law and ordered
the aerial bombing of the working-class Metz quarter of Athens.
Photograph: Dmitri Kessel/The LIFE Picture Collection/Getty
“The whole thing”, spits Dr Gerolymatos, “was for nothing. None of this need have happened, and the British crime was to legitimise people whose record under occupation by the Third Reich put them beyond legitimacy. It happened because Churchill believed he had to bring back the Greek king. And the last thing the Greek people wanted or needed was the return of a de-frocked monarchy backed by Nazi collaborators. But that is what the British imposed, and it has scarred Greece ever since.”
“All those collaborators went into the system,” says Manilos Glezos. “Into the government mechanism – during and after the civil war, and their sons went into the military junta. The deposits remain, like malignant cells in the system. Although we liberated Greece, the Nazi collaborators won the war, thanks to the British. And the deposits remain, like bacilli in the system.”
But there is one last thing Glezos would like to make clear. “You haven’t asked: ‘Why do I go on? Why I am doing this when I am 92 years and two months old?’ he says, fixing us with his eyes. “I could, after all, be sitting on a sofa in slippers with my feet up,” he jests. “So why do I do this?”
He answers himself: “You think the man sitting opposite you is Manolis but you are wrong. I am not him. And I am not him because I have not forgotten that every time someone was about to be executed, they said: ‘Don’t forget me. When you say good morning, think of me. When you raise a glass, say my name.’ And that is what I am doing talking to you, or doing any of this. The man you see before you is all those people. And all this is about not forgetting them.”

Timeline: the battle between left and right

Late summer 1944 German forces withdraw from most of Greece, which is taken over by local partisans. Most of them are members of ELAS, the armed wing of the National Liberation Front, EAM, which included the Communist KKE party
October 1944 Allied forces, led by General Ronald Scobie, enter Athens, the last German-occupied area, on 13 October. Georgios Papandreou returns from exile with the Greek government
2 December 1944 Rather than integrate ELAS into the new army, Papandreou and Scobie demand the disarmament of all guerrilla forces. Six members of the new cabinet resign in protest
3 December 1944 Violence in Athens after 200,000 march against the demands. More than 28 are killed and hundreds are injured. The 37-day Dekemvrianá begins. Martial law is declared on 5 December
January/February 1945 Gen Scobie agrees to a ceasefire in exchange for ELAS withdrawal. In February the Treaty of Varkiza is signed by all parties. ELAS troops leave Athens with 15,000 prisoners
1945/46 Right-wing gangs kill more than 1,100 civilians, triggering civil war when government forces start battling the new Democratic Army of Greece (DSE), mainly former ELAS soldiers
1948-49 DSE suffers a catastrophic defeat in the summer of 1948, with nearly 20,000 killed. In July 1949 Tito closes the Yugoslav border, denying DSE shelter. Ceasefire signed on 16 October 1949
21 April 1967 Right-wing forces seize power in a coup d’état. The junta lasts until 1974. Only in 1982 are communist veterans who had fled overseas allowed to return to Greece

Αναδημοσίευση από The Observer, Sunday 30 November 2014